Ο 100χρόνος πόλεμος της Κωνσταντινούπολης

Share:

Όσο πιο πολύ προχωράει η σύγκρουση μεταξύ του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και της Εκκλησίας της Ρωσίας, τόσο πιο πολύ γίνεται κατανοητό, ότι το κυριότερο πρόβλημα για όλο τον Ορθόδοξο κόσμο δεν είναι τόσο το «Ουκρανικό ζήτημα», όσο η κρίση των μηχανισμών αλληλεπίδρασης των σύγχρονων Ορθόδοξων Εκκλησιών.

Από τη στιγμή που ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε ξεκινήσει την ενεργό δράση του στην Ουκρανία, πολλοί εμπειρογνώμονες υπογράμμισαν ότι ο βασικός στόχος του δεν είναι καν η ανιδιοτελής βοήθεια σε όλους τους σχισματικούς που «υποφέρουν», ενώ η καθιέρωση και η επιδείνωση της δικής του εξουσίας πάνω σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Ο «Τόμος Αυτοκεφαλίας» της Ουκρανίας με απλά λόγια αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος, με το οποίο ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος χτύπησε τους αντιπάλους του, που βρέθηκαν στο δρόμο της απόλυτης κυριαρχίας της Κωνσταντινούπολης στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αυτό που πρέπει να δηλώσομε είναι ότι αυτό το διάστημα γίνεται ένας αγώνας ανάμεσα σε δύο εναλλακτικά μοντέλα της δομής της Εκκλησίας, καθένα από τα οποία επιδιώκει να μπορέσει να αντιστοιχεί αποκλειστικά στην Ορθόδοξη Παράδοση και το Κανονικό Δίκαιο. Μια από τέτοιες εναλλακτικές λύσεις αρκετά επιθετικά προτείνεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ενώ τη δεύτερη λίγο πιο χαλαρά την προβάλλει και προτείνει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας, όπως και μια ολόκληρη σειρά από Ιεράρχες των Τοπικών Εκκλησιών.

Η Ουκρανία αποτελεί το πεδίο της «κυριότερης μάχης», από το αποτέλεσμα της οποίας – χωρίς υπερβολές – εξαρτάται το μέλλον της Ορθοδοξίας γενικά και της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας ειδικά. Γιατί τα πράγματα είναι έτσι, θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε στο δεδομένο άρθρο.

«Ο 100χρόνος πόλεμος»

Οι αναγνώστες που δεν γνωρίζουν καλά την ιστορία της Εκκλησίας, μπορεί να αναρωτηθούν: γιατί η κρίση στις σχέσεις των Ορθόδοξων Εκκλησιών εμφανίστηκε μόνο στις ημέρες μας; Μήπως η κρίση αυτή αποτελεί μια τοπική περιορισμένη σύγκρουση, η οποία θα περάσει με την πάροδο του χρόνου, και τότε όλα θα γυρίσουν στην κατάσταση ισορροπίας;

Στην ουσία μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η κρίση που συνδέεται με τις φιλοδοξίες της Κωνσταντινούπολης κατά κάποιο τρόπο ξεκίνησε την πορεία της ξεκινώντας ακόμη… από την IV Οικουμενική Σύνοδο (451). Όμως εάν μιλήσουμε για την σύγχρονη φάση της ύπαρξης της Εκκλησίας, η βάση για την αντίσταση δημιουργήθηκε ακόμη στις αρχές του 20ου αι. από τον Πατριάρχη Μελέτιο (Μεταξάκη).

Η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αποτέλεσε βάση για μια καινούργια κρίση. Όμως οι ιδέες σχετικές με την αναγέννηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας διαλύθηκαν και με στόχο να «επιβιώσουν», οι Φαναριώτες αναγκάστηκαν να τροποποιήσουν την στρατηγική τους. Ως τέτοια επιλέχθηκε η διεθνοποίηση της δραστηριότητας της Κωνσταντινούπολης στηριζόμενη στην ιδέα του πρωτείου του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ως εκ τούτου, οι Φαναριώτες με ενεργό τρόπο δέχονταν τη βοήθεια από την πλευρά των δυτικών χωρών, οι οποίες προσπαθούσαν να ζητήσουν από την Τουρκία το ειδικό καθεστώς για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, και ας είχε περιορισμένα δικαιώματα.

Από τότε η λογική της επιβίωσης (όπως και του προσανατολισμού προς τις δυτικές χώρες) αποτέλεσε μια από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις στην πολιτική του Φαναρίου.

Ακριβώς κατά τα χρόνια της θητείας του Μελετίου ως Πατριάρχη, εμφανίστηκαν οι προπαγανδιστικές δηλώσεις ότι η Κωνσταντινούπολη «είναι το κέντρο όλης της Ορθοδοξίας

Ακριβώς κατά τα χρόνια της θητείας του Μελετίου ως Πατριάρχη, εμφανίστηκαν οι προπαγανδιστικές δηλώσεις ότι η Κωνσταντινούπολη «είναι το κέντρο όλης της Ορθοδοξίας», «η κοινή φωνή της Εκκλησίας», «η Μητέρα Εκκλησία και το κέντρο όπου καταλήγουν και ξεκινάνε όλες οι Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες», ενώ ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης είναι ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο, ο Προκαθήμενος των Προκαθημένων όλων των Ορθόδοξων Εκκλησιών».

Εκτός από τους ιστορικούς και κανονιστικούς ισχυρισμούς για το πρωτείο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο άρχισε με επιθετικό τρόπο να δηλώνει και να διαδίδει την διοικητική του επίδραση σε όλο τον κόσμο, με την ίδρυση νέων μητροπόλεων και με την κατάσχεση των ξένων.

Ως το πιο λαμπερό παράδειγμα της επιθετικότητας των Φαναριωτών μπορεί να αναφερθεί η στάση τους όπως και οι ενέργειές τους απέναντι στην Ρωσική Εκκλησία. Έχοντας εκμεταλλευτεί τις διώξεις της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από τους μπολσεβίκους, η Κωνσταντινούπολη κατέβαλε προσπάθειες να την καταστρέψει εντελώς – απέσπασε την Φινλανδική Εκκλησία, έδωσε αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Πολωνίας, και υποστήριξε τους Ρώσους «Ανακαινιστές».

Με αυτόν τον τρόπο, «ο πόλεμος» της Κωνσταντινούπολης εναντίον της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μόνο εκδίκηση λόγω της μη συμμετοχής στην Σύνοδο της Κρήτης, ενώ αποτελεί πολύχρονη στρατηγική με στόχο την εξάλειψη κάθε εναλλακτικού κέντρου επίδρασης στην Ορθοδοξία εκτός από το Φανάρι. Για αυτό το λόγο η Κωνσταντινούπολη δεν θα σταματήσει μέχρι που να καταστρέψει ολοκληρωτικά την πολυεθνική Ρωσική Εκκλησία: μετά από την Φινλανδία, την Εσθονία, την Ουκρανία, θα προσπαθήσει να διαπράξει το ίδιο στην Λευκορωσία, την Μολδαβία, το Καζαχστάν κ.ά.

Η Κωνσταντινούπολη δεν θα σταματήσει μέχρι που να καταστρέψει ολοκληρωτικά την πολυεθνική Ρωσική Εκκλησία.

Ανάλογη αποσύνθεση η Κωνσταντινούπολη μπορεί να πραγματοποιήσει και σε σχέση με την Εκκλησία της Σερβίας και γενικά οποιασδήποτε Εκκλησίας που πρόκειται να βρεθεί στο δρόμο της. Σ ‘αυτό το σημείο είναι σκόπιμο να τονιστεί ότι η Κωνσταντινούπολη προσπαθεί να υποτάξει τις νεοδημιουργηθείσες αυτοκεφαλίες με την βοήθεια των λεγόμενων Τόμων που επιβάλλονται, όπου αναφέρονται τα ιδιαίτερα «προνόμια» της Κωνσταντινούπολης. Ο ουκρανικός «τόμος» υπό αυτές τις συνθήκες αποτελεί ένα λαμπερό παράδειγμα. Η Αυτοκεφαλία τέτοιων Εκκλησιών με αυτόν τον τρόπο αποκτά έναν σχετικό χαρακτήρα.

Ευτυχώς, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα το Φανάρι δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει και να ολοκληρώσει όπως πρέπει τα σχέδια του, έτσι ώστε η κρίση είχε πάλι παγώσει. Όμως το έργο του Μεταξάκη βρήκε τη συνέχεια και την εξέλιξή του.

Το 1948 ένας από τους οπαδούς του Μελετίου, ο Αθηναγόρας (Σπύρου), έγινε Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, με την ενεργό υποστήριξη των ΗΠΑ. Συνέχισε όλες τις πρωτοβουλίες και ιδέες του Μεταξάκη. Ειδικά, ξεκίνησε την προετοιμασία για την Πανορθόδοξη Σύνοδο και άνοιξε δρόμο προς τον ριζοσπαστικό Οικουμενισμό. Μετά από αυτά τα γεγονότα η πορεία της Κωνσταντινούπολης δεν έχει αλλάξει.

Η παγίδα της Κρήτης

Μετά από πολλά χρόνια προετοιμασίας ακριβώς η Σύνοδος της Κρήτης αποτέλεσε το αποκορύφωμα των παπικών σχεδίων της Κωνσταντινούπολης. Παρά το γεγονός ότι στη Σύνοδο δεν παρουσιάστηκαν τέσσερις Εκκλησίες, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος κατάφερε εν μέρει να φτάσει στον κυριότερο στόχο του – να επιβάλει το νέο μοντέλο των διορθόδοξων σχέσεων.

Κατά την αναλυτική μελέτη του κανονισμού της Συνόδου της Κρήτης μπορεί κανείς να επιβεβαιωθεί ότι η Σύνοδος σημαντικά περιορίζει την αρχή της συνοδικότητας και καθιερώνει την δικτατορία των Οικουμενικών Πατριαρχών.

Πρώτον, η Κωνσταντινούπολη αποκτά το αποκλειστικό δικαίωμα να συγκαλεί τις Πανορθόδοξες Συνόδους, παρ’όλο που καμία από τις Οικουμενικές Συνόδους δεν του έχει παραχωρήσει τέτοιο δικαίωμα (η ιστορία μας δείχνει ότι οι Σύνοδοι πάντα συγκαλούνταν από τους αυτοκράτορες, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων όταν έπρεπε να εκθρονίσουν τους ίδιους τους πατριάρχες).

Δεύτερον, προκαλεί απορία η διαδικασία της εξετάσεως των εγγράφων που υποβάλλονται για την έγκριση της Συνόδου. Σύμφωνα με την π. 2 του αρ. 11 δεν εξετάζεται όλο το έγγραφο ενώ μόνο οι τροποποιήσεις του οι οποίες δύναται να εγκριθούν αποκλειστικά με την συναίνεση (με τέτοιο τρόπο η Κωνσταντινούπολη αποκτά το καθολικό δικαίωμα αρνησικυρίας για οποιεσδήποτε αλλαγές).

Κατά την διαδικασία αυτή που προβλέπει την εξέταση των εγγράφων η Κωνσταντινούπολη αποκτά το καθολικό δικαίωμα αρνησικυρίας για οποιεσδήποτε αλλαγές.

Τρίτον, για να μπορέσει κανείς να υποβάλλεις κάποιο ζήτημα με στόχο την εξέταση στην Σύνοδο είτε για να αποκτήσει δικαίωμα ομιλίας στη Σύνοδο, πρέπει να περάσει από το «στόμα» της ειδικής επιτροπής και στη συνέχεια να λάβει την άδεια του Επικεφαλής της Συνόδου (δηλ. του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως).

Αυτές οι λεπτομέρειες αποτέλεσαν αιτία για την οποία η Εκκλησία της Βουλγαρίας αρνήθηκε να πάρει μέρος στη Σύνοδο. Τον Ιούνιο 2016 ο Μητροπολίτης Γαβριήλ Λοβτσάνσκι εξήγησε τις ενέργειες της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Βουλγαρίας με τον ακόλουθο τρόπο:

«Μας καλούν στη Σύνοδο όπου όλα είναι ήδη αποφασισμένα. Ναι, πραγματικά, μέχρι τώρα – μέχρι την τελευταία στιγμή δηλαδή – δεν είχαμε συγκεκριμένη απόφαση – εάν θα πάμε στη Σύνοδο. Τώρα όμως, τουλάχιστον, είναι φανερή η αλήθεια».

Σύμφωνα με τα λόγια του Μητροπολίτη Γαβριήλ, τα πρόχειρα κείμενα των εγγράφων της Συνόδου της Κρήτης είχαν ετοιμαστεί ακόμη πριν ψηφιστεί ο κανονισμός της. Οι εκπρόσωποι των Εκκλησιών είχαν την άποψη ότι θα έχουν τη δυνατότητα να τροποποιήσουν είτε να απορρίψουν εντελώς τα κείμενα κατά την Σύνοδο. Αυτός και ήταν ο λόγος που υποχώρησαν κάτω από την πίεση των Φαναριωτών. Όμως μετά το ψήφισμα του κανονισμού αυτό έγινε σχεδόν αδύνατον.

«Υπήρχε ελπίδα, ότι αυτά τα πράγματα θα μπορέσουν να ξαναεξεταστούν κατά την Σύνοδο. Τελικά από την Σύναξη ψηφίζονται οι κανονισμοί – και σας το έχω πει – οι οποίοι δεν επιτρέπουν να γίνουν τροποποιήσεις κατά τη Σύνοδο».

Σε αυτό το σημείο πρέπει να συμπληρωθεί επίσης ότι οι επιτροπές σχετικές με την προετοιμασία των εγγράφων περνούσαν τον αντίστοιχο έλεγχο – και σε περίπτωση της ανανέωσης του πλαισίου της Κρήτης, θα συνεχίσουν να περνάνε από τον έλεγχο των Φαναριωτών. Μερικές πηγές τονίζουν ότι στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τη Σύνοδο είχαν απορρίψει ανοιχτά τις παρατηρήσεις μιας σειράς από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες και επίμονα προσπαθούσαν να επιβάλλουν την δική τους εκδοχή των κειμένων, μέχρι και την πλαστογράφηση των υπογραφών μερικών εκπροσώπων των Εκκλησιών στα έγγραφα.

Μέχρι και τώρα παραμένει μυστήριο το γεγονός, τι ήταν αυτό που κινητοποίησε τις περισσότερες Τοπικές Εκκλησίες να συμφωνήσουν και να δεχτούν τέτοιους δικτατορικούς κανονισμούς και να πάνε στη Σύνοδο. Κάτω από ποια υπνωτική επίδραση έχασαν από τα μάτια τους τον φανερό κίνδυνο που είχε σχέση με την χορήγηση αδικαιολόγητων προνομίων στην Κωνσταντινούπολη; Έχουμε την εντύπωση ότι μόλις τώρα αρχίζουν να συνειδητοποιούν την καταστροφή που έχει γίνει στην Κρήτη.

Εκείνες οι Εκκλησίες που επιθυμούν να διατηρήσουν την συνοδική αρχή στην Ορθοδοξία, γεγονός που στην ουσία σημαίνει τη διατήρηση της ίδιας της Ορθοδοξίας, είναι υποχρεωμένες να θέσουν το ζήτημα σχετικά με την επανεξέταση και αναθεώρηση του κανονισμού των Πανορθόδοξων συνόδων.

Σήμερα υπάρχουν όλες οι αιτιολογίες ώστε να απορριφθεί ο κανονισμός της Κρήτης.

Πρώτον, επειδή δεν είχε υπογραφεί από την Εκκλησία της Αντιόχειας (υπό αυτήν την προϋπόθεση μπορεί επίσης να θέσουν το ζήτημα σχετικά με την νομιμότητα της Συνόδου, διότι σύμφωνα με τον κανονισμό η Σύνοδος μπορεί να συγκαλείτε αποκλειστικά και μόνο κατά τη συμφωνία όλων των Εκκλησιών χωρίς καμία εξαίρεση).

Δεύτερον, επειδή ο κανονισμός δεν είχε εγκριθεί κατά την ίδια την Σύνοδο, και για αυτό το λόγο δεν μπορεί και δεν πρέπει να κρίνεται ως κάποιο «δόγμα»

Η Ουνία παρελαύνει

Εκτός από τον κίνδυνο της διαλύσεως του συνοδικού συστήματος της Ορθοδοξίας, υπάρχει άλλος ένας κίνδυνος, ο οποίος δεν είναι πάντα και τόσο ορατός, λόγω των διαφωνιών που γίνονται γύρω από κάποια ειδικά θέματα. Αυτό μπορεί να φανεί σε κάποιον παράδοξο, όμως ο στόχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου να γίνει «πρώτος άνευ ίσων» στον ορθόδοξο κόσμο είναι πολύ στενά δεμένος με τα οικουμενιστικά του σχέδια που αποσκοπούν στην σύναψη της καινούργιας Ουνίας με την παπική «εκκλησία».

Αυτό αποδεικνύεται από μια σειρά στοιχείων, και μάλιστα δεν έχει σχέση μόνο με τις κοινές λειτουργίες των Φαναριωτών με τους παπικούς που γίνονται όλο και πιο συχνά το τελευταίο διάστημα είτε με τις δηλώσεις σχετικά με την αναπόφευκτη «ένωση των Εκκλησιών». Πολλές φορές πρόκειται όχι για τις διαδικασίες, που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά, όμως είναι κομβικές και για αυτό απαιτούν την ιδιαίτερη προσοχή μας.

Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την προαναφερθείσα Σύνοδο της Κρήτης ψηφίστηκε το έγγραφο με τον τίτλο «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο». Πολλοί εμπειρογνώμονες είχαν αναφέρει, ότι εκτός από την καθιέρωση του δικαιώματος να συγκαλεί τις Συνόδους, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε επίσης ως έναν από τους κυρίαρχους στόχους του το ψήφισμα αυτού του κειμένου.

Οι αόριστες και διφορούμενές έννοιες διπλής σημασίας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουν την μεταμόρφωση της ορθόδοξης θεολογίας και να νομιμοποιήσουν τον ριζοσπαστικό οικουμενισμό αφού απορριφθεί η χρήση των εννοιών του σχίσματος και της αίρεσης όσον αφορά τους ετερόδοξους χριστιανούς.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε μερικές παραγράφους του αναφερόμενου κειμένου (την 9η και την 10η), οι οποίες σχετίζονται με την διαδικασία οργάνωσης διαλόγου με τους ετερόδοξους.

Τέτοιος διάλογος παρουσιάζεται ως κάτι δεδομένο, που μπορεί να ακυρωθεί αποκλειστικά με την συναίνεση! Δηλαδή και σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιείται η διεστραμμένη λογική, ίδια όπως και στην περίπτωση σχετικά με το ψήφισμα για τις τροποποιήσεις στα κείμενα. Αυτό σημαίνει ότι είναι σχεδόν αδύνατον να ασκηθεί η επιρροή στο αποτέλεσμα του διαλόγου, αφού την τελευταία λέξη πάντα θα την έχει το Φανάρι. Ακόμα και αν κάποιες Εκκλησίες παρατήσουν αυτή την διαδικασία, ο διάλογος θα συνεχιστεί.

Εκτός τούτου, η Κωνσταντινούπολη δίνει ιδιαίτερη σημασία στην επιτροπή η οποία πραγματοποιεί και διοργανώνει τον διάλογο με τους παπικούς. Κατά την άποψή της, όλα τα έγγραφα, που αποτελούν το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής της επιτροπής, είναι απαραίτητα για όλες τις Τοπικές Εκκλησίες, παρ’ όλο που δεν είναι κατανοητό, από ποια στιγμή η εκπροσώπηση σε τέτοιες επιτροπές, άρχισε να συμβολίζει τη συμμετοχή σε κάτι πιο σημαντικό και σπουδαίο από τη θεωρητική συζήτηση.

Έχοντας υπό τον έλεγχο αυτή την επιτροπή, το Φανάρι στην ουσία οδηγεί τις Τοπικές Εκκλησίες προς την αναγνώριση του πρωτείου του Πάπα της Ρώμης.

Έχοντας υπό τον έλεγχο αυτή την επιτροπή, το Φανάρι στην ουσία οδηγεί τις Τοπικές Εκκλησίες προς την αναγνώριση του πρωτείου του Πάπα της Ρώμης.

Από το 2006 μετά το γεγονός που ο επικεφαλής της επιτροπής – μετά από την μακρά διακοπή στη λειτουργία της – έγινε ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), το κύριο θέμα των συζητήσεων περιορίστηκε αποκλειστικά στο ζήτημα του πρωτείου του επικεφαλής του Βατικανού. Και τον Ιούνιο μήνα φέτος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος στην επιστολή του στον Πάπα Φραγκίσκο έκανε δήλωση για την ολοκλήρωση του εγγράφου με κύριο θέμα το πρωτείο των Παπών της Ρώμης. Ως προθεσμία υποβολής ορίζεται ο Νοέμβριος της επόμενης χρονιάς.

Δεύτερον, την παραμονή της Συνόδου της Κρήτης ο συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής επί τού Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, ο Αρχιεπίσκοπος Ιωβ (Γκέτσα) (ο οποίος άλλαξε στη θέση αυτή τον Ζηζιούλα το 2016), δημοσίευσε το σχετικό άρθρο, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως δήλωση-πρόγραμμα της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Στο άρθρο αυτό λοιπόν ο Αρχιεπίσκοπος έκανε δήλωση ότι μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαίο-Καθολικής Εκκλησίας δεν υπάρχει σχίσμα, ενώ μόνο η ρήξη κοινωνίας!

Ισχυρίζεται ότι μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαίο-Καθολικής Εκκλησίας δεν υπάρχει σχίσμα, ενώ μόνο η ρήξη κοινωνίας!

Αυτά τα δύο γεγονότα δείχνουν ότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ετοιμάζει την Ουνία με την Καθολική Εκκλησία σε μορφή της αποκατάστασης της ευχαριστιακής κοινωνίας και της αναγνώρισης του πρωτείου του Πάπα της Ρώμης βασιζόμενος σε μια φόρμουλα που θα προετοιμαστεί μέχρι την επόμενη χρονιά.

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, πώς γίνεται να συνδέονται οι ισχυρισμοί περί του πρωτείου και η παραχώρηση αυτού του πρωτείου στη Ρώμη;

Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει καμία αντίφαση.

Πρώτον, η επιθετική επιβολή της ιδέας ότι είναι υποχρεωτικό να υπάρχει στην Εκκλησία ένα μονοπρόσωπο πρωτείου, αποτελεί την ενδιάμεση φάση στην πορεία προς την Ουνία με τους παπικούς. Οι Φαναριώτες μας διδάσκουν ότι τέτοιο πρωτείο αποτελεί κάτι φυσιολογικό για την Εκκλησία, άρα αυτό σημαίνει ότι το πρωτείο του Πάπα της Ρώμης κατά την άποψή τους δεν πρέπει να δημιουργήσει αντίρρηση και αγανάκτηση σε περίπτωση αποκατάστασης της ενότητας με τους παπικούς.

Δεύτερον, κατά πάσα πιθανότητα μεταξύ της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες συμφωνίες, οι οποίες θα αφήσουν για τον δεύτερο από αυτούς τον ρόλο του «Πρώτου» στον ορθόδοξο κόσμο. Κάτι παραπάνω δεν χρειάζεται. Ως εκ τούτου στην αρχική φάση το πρωτείο της Ρώμης θα εκφραστεί σε πολύ αόριστες μορφές ώστε να μην προκληθεί άμεση απόρριψη από την πλευρά των Τοπικών Εκκλησιών. Υπάρχει πιθανότητα ότι οι Φαναριώτες μπορεί να δηλώσουν ότι η Ρώμη δήθεν μεταβιβάστηκε στην Ορθοδοξία και όχι η Κωνσταντινούπολη εισήχθη στην Ουνία με την Ρώμη.

«Η τελευταία μάχη είναι η πιο δύσκολη»

Λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα προαναφερθέντα, καλούμαστε να προχωρήσουμε σε μερικά πρακτικά συμπεράσματα:

  1. Πρέπει να θυμόμαστε ότι ο συμβιβασμός δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα και η Κωνσταντινούπολη δεν θα σταματήσει στο δρόμο της διαλύσεως της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως επίσης θα συνεχίσει την διαδικασία καθιέρωσης της αποκλειστικότητας της εξουσίας της στον Ορθόδοξο κόσμο. Ο μόνος και μοναδικός τρόπος να σταματήσουμε τους φαναριώτες στους αντίστοιχους τομείς είναι ο καταδικασμός των θεολογικών λαθών. Η αρχή αυτής της διαδικασίας δύναται να γίνει από την Σύνοδο των Αρχιερέων της Εκκλησίας μας, κατά την οποία είναι απαραίτητο να τεθεί το θέμα για την παράνομη απονομή από την Κωνσταντινούπολη του τίτλου «πρώτου άνευ ίσων» όπως και για τα «προνόμια» να δέχεται εφέσεις από τους κληρικούς άλλων Τοπικών Εκκλησιών.
  2. Δεν πρέπει να δέχονται και να συμφωνούν με την διοργάνωση της Πανορθόδοξης συνέλευσης με βάση τις προϋποθέσεις που προτείνει το Φανάρι, διότι το Φανάρι είναι μια από τις πλευρές τις σύγκρουσης και έτσι δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ένας από τους διοργανωτές της εξέτασης των δράσεων του στην Ουκρανία. Η επιστροφή στο πλαίσιο της Κρήτης θα είναι λάθος. Χρειάζεται καινούργιος κανονισμός, καινούργιοι κανόνες της αλληλεπίδρασης των Τοπικών Εκκλησιών. Το πιο κερδοφόρο σενάριο θα μπορούσε να είναι η διεξαγωγή της Πανορθόδοξης συνέλευσης με επικεφαλής την τρίτη πλευρά.
  3. Πρέπει να ξεκινήσει η εξέλιξη της θεολογικής κριτικής της νέας εκκλησιολογίας του Φαναρίου. Στις ημέρες μας η θεολογία δεν γίνεται να παραμένει μόνο στους τοίχους των γραφείων των επιστημόνων, ενώ να έχει την πρακτική σημασία της υποστήριξης της ορθόδοξης πίστεως. Δηλαδή, συγκεκριμένα, χρειάζεται να δοθεί η προσοχή στην ανάλυση της μοντερνιστικής θεολογίας του μητροπολίτη Ιωάννη (Ζηζιούλα), τα αδύναμα σημεία της οποίας είναι ολοφάνερα και αποτελούν το βολικό στόχο για την κριτική. Χρειάζεται επίσης να δημιουργούνται διεθνή πλαίσια για τον θεολογικό διάλογο, εναλλακτικά σε αυτά, που ελέγχονται από τους Φαναριώτες.
  4. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας πρέπει να εκφράσει ξεκάθαρα τις εκκλησιολογικές αρχές, που να είναι κατανοητές σε όλες τις Τοπικές Εκκλησίες, και τις οποίες αυτή η ίδια θα μπορούσε να στήσει σαν τη σημαία, γύρω από την οποία θα ενωθούν όλοι οι αντίπαλοι του «παπισμού» της Κωνσταντινούπολης. Αυτές οι αρχές πρέπει να είναι οι εξής: η πραγματική ανεξαρτησία των Τοπικών Εκκλησιών που να μην εξαρτάται από τις επιθυμίες της Κωνσταντινούπολης, η εκτίμηση προς τα κανονικά όρια των Εκκλησιών – και το πιο σημαντικό – το πρωτείο της αληθινής και όχι ψεύτικης συνοδικότητας στην Εκκλησία. Συγκεκριμένα, πρέπει να καθιερωθεί το δικαίωμα της κάθε Τοπικής Εκκλησίας να μπορέσει να παίρνει πρωτοβουλία σχετικά με την διεξαγωγή της Πανορθόδοξης Συνόδου.

Αλεξέϊ Σμιρνώφ

η αναλυτική ομάδα του TG-καναλιού «Πραβμπλόγκ»,

για την ιστοσελίδα «Pravoslavie.ru»

Previous Article

Η νέα κυβέρνηση απογοητεύει τους Χριστιανούς πολίτες

Next Article

Ο «επίτιμος Πατριάρχης» Φιλάρετος, όπως τον αποκαλεί το Φανάρι, καταγγέλλει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο

Διαβάστε ακόμα