Πίστις και πολιτική

Share:

Τὸ «πολιτικῶς ὀρθὸν» κατὰ τὸν Μέγαν Βασίλειον

Ὁ «Ο.Τ.» στὸ ὑπ’ ἀριθ. 2320/11-9-2020 φύλλο του ἐδημοσίευσε τὸ περισπούδαστον ἄρθρον τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασ. Βολουδάκη μὲ τίτλο «Ἡ διαδρομὴ τοῦ «πολιτικῶς ὀρθοῦ» ὡδήγησεν εἰς τὴν ναομαχίαν».

Ὄντως ἐκεῖ ὡδήγησε ἡ κρατοῦσα σήμερον ἀντίληψις περὶ τοῦ «πολιτικῶς ὀρθοῦ», τούτου ὅμως νοουμένου κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ σοφιστῆ διαβόλου, ὁ ὁποῖος σοφιστικῶς τὸ στηρίζει στὴν φιλοοσοφία. Ἀλλὰ πρὸς ἄρσιν τυχὸν παρανοήσεως πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ γνήσια φιλοσοφία δὲν εἶναι ὑπηρέτρια τοῦ διαβόλου. Ἀντιθέτως, κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνὸν ἀπὸ τὴν φιλοσοφίαν λαμβάνουμε τοὺς «δούλους τῆς ἀληθείας λόγους» καὶ τοὺς χρησιμοποιοῦμε «πρὸς τὴν τῶν κακομάχων καὶ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως ἀνατροπήν», δηλαδὴ γιὰ νὰ ἀποκρούσουμε λογικῶς τὸν διάβολον (P.G. 94/532). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ σύγγραμμά του «ΠΗΓΗ ΓΝΩΣΕΩΣ» πολλὰ διδάγματα τοῦ Ἀριστοτέλη περιέχει. Ὡς «δόκιμοι τραπεζῖται», λέει, παίρνουμε ἀπὸ τὴν φιλοσοφία ὅ,τι εἶναι γνήσιο «χρυσάφι» καὶ ἀπορρίπτουμε ὅ,τι εἶναι «κίβδηλον». Τὴν ἰδίαν περίπου γνώμην ἔχουν καὶ ἄλλοι μεγάλοι Ἅγιοι.

Ἄλλωστε, ἂν τὸ καλοεξετάσουμε τὰ «Πολιτικά» τοῦ Ἀριστοτέλη, τὰ «Ἠθικά» του, τὰ «Ἠθικά» τοῦ Πλουτάρχου, ἡ «Πολιτεία», οἱ «Νόμοι» καὶ τὰ ἄλλα ἔργα τοῦ Πλάτωνος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀληθὴς διδασκαλία περὶ τοῦ «Πολιτικῶς ὀρθοῦ», διδασκαλία ἄκρως ἀντίθετη πρὸς κρατοῦσαν σήμερον προαναφερθεῖσαν δαιμονικὴν ἀντίληψιν. Ὁ δὲ Πυθαγόρας ἐδίδασκε τὸ «Ἕπου Θεῷ καὶ ὁμοιοῦσθαι αὐτῷ». Πάντα ταῦτα συμφωνοῦν κατὰ τὸ πλεῖστον μὲ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

Ἰδοὺ πῶς ἀντιλαμβάνεται ὁ «οὐρανοφάντωρ» Ἅγιος τὸ «Πολιτικῶς ὀρθόν». Στὸν θαυμάσιον ΙΕ΄ λόγον του «Περὶ ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας»(P.G. 32/ 1305) διαβάζουμε:

«Καλὸν ἀεὶ τὸ χεῖρον ὑπὸ τοῦ κρείττονος ἄγεσθαι· πολλάκις γὰρ ἀκρισίᾳ δήμου τὸν χείριστον εἰς ἀρχὴν προεστήσατο». Μὲ ἄλλα λόγια λέει ὅτι πολλάκις οἱ πολίτες ἀπὸ ἀνοησία τους ὡς ἄρχοντα ἐκλέγουν τὸν χείριστον. Καὶ συνεχίζει λέγοντας: «Θὰ πρέπει οἱ πολίτες νὰ ψηφίζουν, γιὰ νὰ γίνεται ἄρχοντας, ἕνας ποὺ διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, κατὰ κοινὴν μαρτυρίαν, ὡς πρὸς τὴν σύν­εσιν, τὴν ἠθικὴν εὐστάθειαν καὶ τὸν ἄμεμπτον βίον, ἔτσι ὥστε τὸ ἰδικόν του ἰδιωτικὸν ἠθικὸν ἀγαθὸν νὰ γίνει διὰ τῆς μιμήσεως κοινὸν ἀγαθὸν πάντων τῶν ἀρχομένων. Διότι σύμφωνα μὲ τὸ ἦθος τῶν ἀρχόντων πλάττεται καὶ τὸ ἦθος τῶν ἀρχομένων. Καὶ ὅπως πολλοὶ ζωγράφοι, ὅταν ζωγραφίζουν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον παράγουν εἰκόνες, ποὺ ἔχουν ὁμοιότητα μεταξύ τους, ἔτσι καὶ τὰ πολλὰ ἤθη τῶν ἀρχομένων παίρνουν ὁμοιότητα ἀπὸ τὸ ἦθος τοῦ ἀγαθοῦ ἄρχοντος.» Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ λέει γιὰ τοὺς ἀρχομένους.

Ἰδοὺ τώρα τί λέει γιὰ τοὺς ἄρχοντας. Διαβάζουμε:

«Τὸν προεστῶτα δὲ μὴ ἐπαιρέτω τὸ ἀξίωμα (= Δὲν πρέπει τὸ ἀξίωμα νὰ κάνει ὑπερήφανο τὸν ἄρχοντα), ἵνα μὴ ἐκπέσῃ τοῦ μακαρισμοῦ τῆς ταπεινοφροσύνης». Ἀλλὰ τί πρέπει νὰ ἰσχύει , ὅταν κατέχουμε κάποιο ἀξίωμα; Τότε, λέει, μᾶς ἀρκεῖ νὰ θεωροῦμε ὡς μόνον τιμητικὸν ἀξίωμα τὸ ὅτι εἴμαστε «Δεσπότου δοῦλοι», δηλαδὴ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἀπηχεῖ τὸν λόγον τοῦ Ἀπ. Παύλου ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες εἶναι «διάκονοι Θεοῦ» (Ρωμ. 13, 4).

Σὲ ἕνα τέτοιον ἄρχοντα δὲν τοῦ ἁρμόζει, λέει, νὰ στηρίζει τὶς ἐλπίδες του σὲ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον στὸν Θεό. Εἶναι δὲ μακάριος ὁ ἄρχων ἐκεῖνος «ὁ καύχημα ἔχων τὸν Θεόν, ὁ δυνάμενος λέγειν κατὰ τὸν Ἀπόστολον “ἐμοὶ δέ μοι γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μὴ ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ”». Συνεχίζοντας πιὸ κάτω λέει: «Ὁ γὰρ ἀληθῶς ἄρχων οὐκ ἐκ τῶν ἔξωθεν συμβόλων γνωρίζεται», π.χ. ἀπὸ τὴν στολήν. Εἶναι ἀληθινός, ἐὰν ἔχει τὴν ἀρετὴν τοῦ ἄρχειν. Ἐὰν ὅμως ἄρχεται ἀπὸ ἡδονὲς ἢ ἐπιθυμίες, τότε εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας καὶ «ἀνεπιτήδειος πρὸς τὸ ἄρχειν καθίσταται». Ἀλλοῦ (P.G. 136/1032) ἀποφαίνεται: «Τὰ τῶν ἀρχόντων κακὰ συμφορὰ τοῖς ἀρχομένοις γίνεται».

Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Τὰ ὡς ἄνω διδάγματα τοῦ Μεγ. Βασιλείου, γιὰ τὸ «πολιτικῶς ὀρθόν», γιὰ τὸ ὅτι εἶναι μέγα τιμητικὸν ἀξίωμα τὸ νὰ λέγεται καὶ νὰ εἶναι ἕνας ἄρχων «δοῦλος τοῦ Θεοῦ», συμπίπτουν μὲ τὰ διδάγματα τῆς ἔξωθεν φιλοσοφίας;

Στὸ ἐρώτημα ἀπαντᾶ καταφατικῶς ὁ Πλάτων, μὲ τὴν 8ην συμβουλευτικήν του Ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς Συρακουσίους, ὅπου διαβάζουμε τὰ ἑξῆς:

«Καὶ ἡ δουλεία καὶ ἡ ἐλευθερία ἀποτελοῦν “πάγκακον” (=μέγιστον κακόν), καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη, ὅταν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ μέτρου. Μέσα ὅμως στὰ ὅρια τοῦ μέτρου ἀποτελοῦν “παν­άγαθον” (= τὸ μέγιστον καλό). Μέσα στὰ ὅρια τοῦ μέτρου βρίσκεται ἡ δουλεία στό Θεό. Ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ μέτρου βρίσκεται ἡ δουλεία στοὺς ἀνθρώπους»…

Παραδεχθῆτε, ὦ Συρακόσιοι, πρῶτον ἀπ’ ὅλα ὡς νόμους ὄχι ἐκείνους, ποὺ σᾶς φαίνονται ὅτι θὰ σᾶς προτρέψουν πρὸς χρηματισμὸν καὶ πλοῦτον καὶ ἐπιθυμίες, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ τρία ἀγαθά, ποὺ ὑπάρχουν, δηλαδὴ τὴν ψυχήν, τὸ σῶμα καὶ τὰ χρήματα, νὰ ἔχετε σὲ πρώτη καὶ ὑψίστην ἐκτίμησιν τὴν ἀρετὴν τῆς ψυχῆς, σὲ δεύτερη τὴν ἀρετὴν τοῦ σώματος, βάλλοντάς την κάτω ἀπὸ τὴν ἀρετὴν τῆς ψυχῆς, καὶ σὲ τρίτην καὶ ὑστάτην ἐκτίμησιν τὰ χρήματα, κάτω καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἀπὸ τὴν ψυχήν.

Καὶ ὁ νόμος, ποὺ θὰ ἀπεργάζετο αὐτά, θὰ ἦτο θεσμοθετημένος σὲ σᾶς κατὰ τρόπον ὀρθὸν καὶ θὰ καθιστοῦσε πράγματι εὐτυχεῖς ὅσους θὰ τὸν ἐχρησιμοποιοῦσαν. Ὅποιος λόγος ὅμως ὀνομάζει τοὺς πλουσίους εὐτυχεῖς εἶναι καὶ ὁ ἴδιος ἄθλιος, ὄντας λόγος ἀνόητος, ἀνοήτων γυναικῶν καὶ παιδιῶν, καὶ ὅσους τὸν πιστεύουν τοὺς καθιστᾶ τέτοιους…».

Ἰδοὺ τὸ ὄντως «πολιτικῶς ὀρθόν», ἐκφραζόμενον ἀπὸ ἕνα μεγάλον Ἅγιον καὶ ἀπὸ ἕνα μεγάλον φιλόσοφον.

Θεόδωρος Ν. Κορμπίλας

Ὑποστ/γος ΕΛ.ΑΣ. ἐ. ἀ. – Ἱεροψάλτης

Previous Article

Επήλθε ο καιρός να αποκαταστήσουμε την διασαλευθείσα ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων

Next Article

Ο ΜΑΣΟΝΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΙΣΜΟΥ – 4ον

Διαβάστε ακόμα