ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

Τὸ κρεμμυδάκι

«Ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Ματθ. ιθ΄ 21). Εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν θέλῃς νὰ εἶσαι τέλειος πήγαινε, πώλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ μοίρασέ τα εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ θὰ ἔχῃς θησαυρὸν εἰς τοὺς οὐρανούς. Καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσῃς.

Αὐτὴ εἶναι ἡ τέλεια ἀγάπη.

  • ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς συμβουλεύει:

«Ὁ Χριστὸς λέγει νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό «μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας», τὸν πλησίον δέ, «ὅπως τὸν ἑαυτό μας», πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἴσο μέ τό, «μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας». Γιατὶ ἄν τηρῆται αὐτὸ τελείως, οὔτε δοῦλος, οὔτε ἐλεύθερος θὰ ὑπῆρχε, οὔτε ἄρχοντας, οὔτε ἀρχόμενος, οὔτε πλούσιος, οὔτε πτωχός, οὔτε μικρός, οὔτε μέγας, οὔτε ὁ διάβολος θὰ ἦταν ποτὲ γνωστός».

Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ρίζα, ἡ πηγή καί ἡ μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Γιατί πράγματι σάν ρίζα κάνει νά βλαστήσουν ἄπειρα κλαδιά ἀρετῆς, σάν πηγή βγάζει πολλά νερά καί σάν μητέρα σφίγγει μέσα στήν ἀγκαλιά της ἐκείνους, πού καταφεύγουν σ᾿ αὐτήν. Αὐτό ἀκριβῶς γνωρίζοντας καί ὁ μακάριος Παῦλος ὀνόμασε τήν ἀγάπη καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

  • Φίοντορ Ντοστογιέφσκι ἀναφέρει κάτι χαριτωμένο:

«Mία φορά κι ἕνα καιρό, ζοῦσε μία κακιά γυναίκα, σωστή μέγαιρα. Πέθανε κι οὔτε ἕνα καλό δέν εἶχε κάνει στή ζωή της. Τήν ἅρπαξαν τό λοιπόν οἱ διαβόλοι καί τήν πετάξανε στὴ φλογισμένη λίμνη. Τότε ὁ φύλακας-ἄγγελός της κάθισε καί σκέφτηκε: «Πρέπει νὰ θυμηθῶ καμιά καλοσύνη της, γιά νά πάω νά τήν πῶ στό Θεό». Θυμήθηκε, καί μία καί δύο πάει καί λέει στό Θεό: «Αὐτή, τοῦ λέει, ἔβγαλε ἕνα κρεμμυδάκι φρέσκο ἀπ’ τό περιβόλι καί τό ’δωσε σέ μία ζητιάνα». Κι ὁ Θεός ἀπαντάει: «Πάρε λοιπόν τό ἴδιο ἐκεῖνο κρεμμυδάκι, καὶ πήγαινε πάνω ἀπ’ τή λίμνη. Βάστα τό κρεμμυδάκι ἀπ’ τή μία ἄκρη κι ἄς πιαστῆ αὐτή ἀπ’ τήν ἄλλη. Τότε τράβα την. Ἄν τά καταφέρης νά τήν τραβήξης ἀπ’ τή λίμνη, τότε ἄς πάη στόν Παράδεισο. Ὅμως ἄν σπάση τό κρεμμυδάκι, θά πῆ πώς καλά εἶναι ἐκεῖ πού εἶναι».

Ἔτρεξε ὁ ἄγγελος στή γυναίκα καί τῆς λέει: «Πιάσου γερά ἀπ’ τό κρεμμυδάκι καί ’γώ θά σέ τραβήξω». Κι ἄρχισε νά τήν τραβάη προσεχτικά. Τήν εἶχε βγάλει ὁλάκερη σχεδόν ἀπ’ τή λίμνη, μά μόλις εἶδαν οἱ ἄλλοι ἁμαρτωλοί πώς τήν τραβᾶνε ἔξω, γαντζώθηκαν ὅλοι πάνω της, γιά νά βγοῦν κι αὐτοί μαζί της. Μά ἡ γυναίκα ἦταν κακιά, σωστή μέγαιρα, κι ἄρχισε νά τούς κλωτσάη: «Ἐμένα θέλουν νά βγάλουν κι ὄχι ἐσᾶς. Δικό μου εἶναι τό κρεμμυδάκι κι ὄχι δικό σας».

Μόλις τό ’πε αὐτό, τό κρεμμυδάκι ἔσπασε. Κι αὐτή ξανάπεσε στή λίμνη καί καίγεται ἐκεῖ πέρα ὥς τά σήμερα. Ὁ ἄγγελος ἔβαλε τά κλάματα κι ἔφυγε.

  • Ὅσιος Ζωσιμᾶς τῆς Σιβηρίας (στὸ ὁμώνυμο βιβλίο του, ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου) μᾶς λέγει: «Ὁ Ἠλίας Βερχόφσκι, ἀδελφὸς τοῦ ὁσίου Ζωσιμᾶ τῆς Σιβηρίας, ἔπειτα ἀπὸ διάφορες πικρὲς ἐμπειρίες περιπλανήσεων, στερήσεων καὶ συμφορῶν, γέμισε συμπόνια, εὐσπλαγχνία καὶ στοργὴ γιὰ τοὺς φτωχούς καὶ τοὺς δυστυχισμένους. Τοὺς πλησίαζε, τοὺς παρηγοροῦσε μὲ λόγια ἀγάπης, τοὺς φιλοξενοῦσε ὅσο ἤθελαν, καὶ ὕστερα, ὅταν ἔφευγαν, τοὺς φιλοδωροῦσε μ’ ἕνα ποσὸ χρημάτων ἀνάλογο τῶν ἀναγκῶν τους.

Ἄν συναντοῦσε φτωχὸ καὶ δὲν εἶχε χρήματα μαζί του, τοῦ ἔδινε τὸ μαντήλι ποὺ εἶχε στὸν λαιμό του.

Κάποτε, στὴ διάρκεια τοῦ χειμώνα, ἕνας ἐξαθλιωμένος μονόχειρας στρατιώτης χτύπησε τὴν πόρτα του. Ἦταν ντυμένος μὲ ἐλάχιστα κουρελόρουχα κι ἔτρεμε ἀπὸ τὸ κρύο. Ὁ Ἠλίας τὸν ἔβαλε μέσα, εἶπε νὰ τοῦ φέρουν φαγητό, κι ἔστειλε νὰ ρωτήσουν ἂν κανεὶς στὸ σπίτι εἶχε παραπανίσιο πανωφόρι.Ἤθελε νὰ τὸ δώση στὸν ξεπαγιασμένο στρατιώτη. Ὅλοι, ὅμως, ἀποκρίθηκαν πὼς εἶχαν ἀπὸ ἕνα μονάχα. Ὁ Ἠλίας ἀναστέναξε, μονολογώντας: “Ἐγώ, ὁ ἁμαρτωλός, ἔχω δύο πανωφόρια, ἕνα παλιὸ γιὰ πρόχειρο κι ἕνα καινούργιο γιὰ καλό. Ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου μᾶς εἶπε: «Ὅποιος ἔχει δύο χιτῶνες, ἂς δώση τὸν ἕνα σ’ αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει» (Λουκ. 3:11). Ἂς δώσω, λοιπόν, στὸν στρατιώτη τὸ παλιὸ πανωφόρι μου… Μὰ πάλι… τολμῶ νὰ ντύσω τὸν Χριστὸ μὲ κουρέλια; Ὄχι! Ἑπομένως, στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, πρέπει νὰ προσφέρω τὸ καινούργιο σ’ αὐτὸν τὸν φτωχό”. Καὶ πράγματι, ἔδωσε στὸν στρατιώτη τὸ καλό του πανωφόρι.

Ἀργότερα, ὅμως, ἡ γυναίκα του ἔμαθε τυχαῖα πὼς ὁ στρατιώτης ἐκεῖνος ἦταν μέθυσος καὶ εἶχε πουλήσει τὸ πανωφόρι σ’ ἕνα καπηλειὸ γιὰ πενταροδεκάρες. Φρόντισε, λοιπόν, νὰ τὸ ἀγοράση πάλι καὶ νὰ τὸ ἐπιστρέψη στὸν σύζυγό της.

– Ἄλλη φορά, τοῦ εἶπε, θὰ πρέπη νὰ εἶσαι πιὸ προσεκτικός, ὅταν δίνης ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς. Χρειάζεται διάκριση γιὰ τὸ τί θὰ προσφέρης καὶ σὲ ποιόν.

– Ὁ Χριστὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ τοῦ ἔδωσα τὸ πανωφόρι, ἀποκρίθηκε ὁ Ἠλίας. Καὶ πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι Αὐτὸς δέχτηκε τὸ δῶρο μου, παρόλο ποὺ ἦρθε πάλι πίσω σ’ ἐμένα χάρη στὸ δικό Του ἔλεος καὶ στὴ δική σου φροντίδα.

Previous Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Next Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ