ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

Οἱ Τρεῖς Γέροντες

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης (Α΄ Ἰω. ε΄ 4, 5) τονίζει:

«ὅτι πᾶν τὸ γεγεννηµένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τὸν κόσµον· καὶ αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσµον, ἡ πίστις ἡµῶν. Τίς ἐστιν ὁ νικῶν τὸν κόσµον εἰ µὴ ὁ πιστεύων ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ;»

(: Διότι κάθε τι πού ἔχει ἀναγεννηθῆ ἀπό τόν Θεό, νικᾶ τόν κόσμο, πού μέ τήν ἀντίδρασή του μᾶς ἐμποδίζει νά τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή εἶναι ἡ νίκη πού νίκησε ὁριστικά τόν κόσμο, ἡ πίστη μας. Αὐτή εἶναι φῶς πού διαλύει τήν πλάνη πού ὑπάρχει στόν κόσμο, καί δύναμη νέας πνευματικῆς καί ἁγίας ζωῆς, ἀντίθετης μέ τήν ἀχρειότητα τοῦ κόσμου.

Ποιός ἄλλος νικᾶ τά θέλγητρα καί γενικότερα τήν ἀντίδραση καί τόν πόλεμο τοῦ κόσμου ἐναντίον τῆς ἀλήθειας, παρά ἐκεῖνος πού μέ πραγματική ἀφοσίωση πιστεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος;).

  • Ἀναφέρεται στὸ ἔργο τοῦ Λέοντος Τολστόϊ τὸ ἑξῆς συγκλονιστικό:

Σὲ κάποια θαλασσινὴ ἐκδρομή, ποὺ συμμετεῖχε καὶ κάποιος Δεσπότης ἐπισκέφθηκαν καὶ ἕνα μικρὸ νησάκι, ὅπου ἀσκήτευαν τρία Γεροντάκια. Ὅταν βγῆκε στὴ ξηρὰ ὁ Δεσπότης οἱ τρεῖς Γέροντες μὲ ἄπειρο σεβασμὸ προσκυνοῦνε τὸν Δεσπότη. Τότε μὲ κατάνυξη τοὺς ἐρωτᾶ ὁ Δεσπότης:

«- Ἐσεῖς ἐδῶ, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἤρθατε καὶ ζεῖτε μόνοι σας, μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ σώσετε τὴν ψυχή σας καὶ νὰ μπορῆτε νὰ προσεύχεσθε στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἐμένα μὲ στέλνει Ἐκεῖνος ἐδῶ, γιατὶ εἶναι Πανάγαθος, γιὰ νὰ διδάξω τὸ ποίμνιό Του καὶ νὰ σᾶς φωτίσω.

Τὰ γεροντάκια κοιτᾶνε τὸ ἕνα τὸ ἄλλο καὶ χαμογελοῦν.

 – Πέστε μου πῶς σώζεστε καὶ πῶς ὑπηρετεῖτε τὸν Θεό; ρωτᾶ ὁ Δεσπότης.

Χαμογελοῦν ξανὰ οἱ γέροντες καὶ ὁ γεροντότερος ἀνάμεσά τους ἀποκρίνεται: δὲν ξέρουμε νὰ ὑπηρετοῦμε τὸν Θεό. Μόνο τὸν ἑαυτό μας ὑπηρετοῦμε, τὸν ἑαυτό μας τρέφουμε.

– Πῶς λοιπὸν προσεύχεσθε; ρώτησε πάλι ο Δεσπότης.

– Ἔτσι προσευχόμαστε, ἀποκρίθηκε ὁ γεροντότερος: «Τρεῖς ἐσεῖς, τρεῖς ἐμεῖς, συγχώρεσέ μας».

Μόλις πρόφερε τὰ λόγια αὐτά, γύρισαν κι οἱ ἄλλοι δύο πρὸς τὸ μέρος του καὶ ἐπανέλαβαν: «Τρεῖς ἐσεῖς, τρεῖς ἐμεῖς, συγχώρα μας!».

Γέλασε ὁ Δεσπότης.

– Αὐτὴ εἶναι ἡ προσευχὴ γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα, ἀλλὰ δὲν εἶναι σωστή! εἶπε. Σᾶς ἀγάπησε ἡ καρδιά μου, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Βλέπω πὼς θέλετε νὰ Τοῦ ἀρέσετε, ἀλλὰ δὲν ξέρετε πῶς νὰ Τὸν ὑπηρετήσετε. Δὲν πρέπει νὰ προσεύχεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἀκοῦστε πῶς ὅρισε ὁ Θεὸς στὸ Εὐαγγέλιό Του νὰ προσευχόμαστε.

Κι ἄρχισε νὰ τοὺς διηγῆται καὶ νὰ τοὺς ἐξηγῆ πῶς ὁ Θεὸς παρουσιάστηκε στοὺς ἀνθρώπους, τοὺς μίλησε γιὰ τὸν Θεό – Πατέρα, τὸν Θεό – Υἱὸ καὶ τὸν Θεό – Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τοὺς εἶπε: Ὁ Θεὸς – Υἱὸς κατέβηκε στὴ γῆ, γιὰ νὰ σώση τοὺς ἀνθρώπους κι ἔτσι δίδαξε σὲ ὅλους πῶς νὰ προσεύχωνται. Ἀκοῦστέ με καὶ ἐπαναλάβετε ὕστερα ἀπὸ μένα. Καὶ εἶπε τὸ «Πάτερ ἡμῶν».

Οἱ γέροντες τὸ ἐπαναλάβαιναν, κι αὐτό, ὥσπου ἔδυσε ὁ ἥλιος. Ἐκεῖνοι ἔβαζαν ὅλη τους τὴ θέληση καὶ τὴ δύναμη νὰ τὰ λένε σωστὰ καὶ ὁ Δεσπότης δὲν παραιτοῦνταν ἀπὸ τὴν προσπάθειά του, ὥσπου νὰ ἀκούση νὰ λένε σωστά, ἄψογα τὴν προσευχή. Ἔτσι τὴν εἶπαν καὶ τὴν ξαναεῖπαν χίλιες φορές. Ὅταν βράδιασε καὶ πρόβαλε τὸ φεγγάρι πάνω ἀπὸ τὸ πέλαγος, ὁ Δεσπότης ἑτοιμάστηκε κι ἀφοῦ ξαναευλόγησε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς ἔδωσε τὴν συμβουλή του πῶς νὰ προσεύχωνται, ἔφυγε γιὰ τὸ καράβι. Μόλις πάτησε τὸ πόδι του στὴν κουβέρτα, σήκωσαν πανιὰ κι ἄγκυρα καὶ ξεκίνησαν. Ὁ Δεσπότης κάθισε στὴν πρύμνη κι ἀγνάντευε τὸ νησάκι, ἔβλεπε ἀμυδρὰ τὶς τρεῖς σιλουέττες ποὺ σιγά – σιγὰ χάθηκαν. Χάθηκε καὶ τὸ νησάκι. Καθὼς ὁ Δεσπότης ἔβλεπε στὴν θάλασσα, ξαφνικὰ κάποιο φῶς ἄρχισε νὰ ἀναπηδᾶ ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀπὸ τὰ κύματα. Πάνω στὴ φωτεινὴ γραμμὴ τοῦ φεγγαριοῦ κάτι γυαλίζει. Νὰ εἶναι πουλί; Νὰ εἶναι βάρκα μέ πανί αὐτό ποὺ ἀσπρίζει;

ーΒάρκα μέ πανί θά εἶναι, εἶπε ὁ Δεσπότης προσηλωμένος. Θά μᾶς κυνηγάη, ἀλλά σάν πολύ γρήγορα τρέχει.

Ξανασκέφτεται:

ーΠουλί θά εἶναι. Βάρκα ὄχι, δέν εἶναι. Μήπως εἶναι ψάρι. Μοιάζει γιά ἄνθρωπος, μά πολύ μεγάλος εἶναι… Κι ἔπειτα, πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά περπατήσει πάνω στή θάλασσα;’’

Σηκώθηκε ὁ Δεσπότης, πλησίασε στήν κουπαστή, ἔσκυψε καί λέει στόν ἑαυτό του:

ーΤί νἆναι αὐτό; Τί εἶναι, ἀδερφούλη μου; Τά τρία γεροντάκια τρέχουν πάνω στή θάλασσα, ἀσπρίζουν καί γυαλίζουν τά ἄσπρα τους γένεια, τό καράβι σά νά κοντοστέκεται, κι αὐτά, ὅλο καί πλησιάζουν.

Ὁ τιμονιέρης τούς βλέπει, ξαφνιάζεται, ἀφήνει τό τιμόνι, μπήγει φωνή δυνατή:

ーΘεέ μου! Οἱ γέροντες πάνω στή θάλασσα τρέχουν πίσω μας σά νἆναι στή στεριά!

Οἱ ἐπιβάτες ἄκουσαν τίς φωνές του, πετάχτηκαν ἀπό τά στρώματα, τρέξανε στή γέφυρα νά ἰδοῦν τί συμβαίνει. Βλέπουν τούς τρεῖς γέροντες νά κρατιοῦνται ἀπό τό χέρι καί νά τρέχουν πάνω στά κύματα χωρίς κἄν νά κινοῦνται καί μονάχα ὁ ἀκρινός κάτι νά γνέφη μέ τό χέρι σάν νά τούς λέει «σταθεῖτε».

Δέν πρόλαβε τό καράβι νά σταματήση καί οἱ τρεῖς γέροντες ἦρθαν πλάϊ, σήκωσαν τό κεφάλι καί εἶπαν μέ μιά φωνή στό Δεσπότη:

ーΞεχάσαμε, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, τί μᾶς δίδαξες. Ὅσο ἐπαναλαβαίναμε τήν προσευχή, τή θυμόμασταν. Τήν ἀφήσαμε γιά λίγο, μᾶς ξέφυγε μιά λέξη καί τότε ὅλα ξηλώθηκαν, τήν ξεχάσαμε. Τίποτε πιά δέν θυμόμαστε. Μάθε την μας πάλι.

Σταυροκοπήθηκε ὁ Δεσπότης, κοίταξε τούς γέροντες, καί εἶπε:

Ἀρκεῖ. Εἰσακούεται ἀπό τόν Θεό κι ἡ δική σας προσευχή, γέροντες. Δέν εἶμαι ἐγώ ἄξιος νά σᾶς διδάξω. Προσευχηθεῖτε καί γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς.

Κι ἔσκυψε στά πόδια τῶν γερόντων κι ἐκεῖνος. Ἔφυγαν περπατῶντας πάνω στή θάλασσα. Ὥς τό χάραμα, ὁ δρόμος τους φεγγοβολοῦσε.

Previous Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Next Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ