ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

Ἁπλότης, εὐθύτης

Ἁπλότης εἶναι τὸ νὰ μὴ θεωρῆ κανεὶς τὸν ἑαυτόν του σπουδαῖο. Αὐτὴ ἡ ἁπλότης ἁγιάζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν καθιστᾶ ἀπρόσβλητο ἀπὸ τὰ βέλη τοῦ διαβόλου. Ἁπλοὶ καὶ εὐθεῖς ὅπως ὁ Κύριος «Χρηστὸς καὶ εὐθὺς ὁ Κύριος» (ψαλμωδίες). Ἁπλότης σημαίνει καὶ ταπείνωση καὶ πραότης. Λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος «ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 12).

Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τονίζει:

«• Ἡ ἁπλότης εἶναι μία συνήθεια καὶ συμπεριφορὰ τῆς ψυχῆς ἀποίκιλη, ποὺ δέν κινεῖται σὲ κανένα κακὸ λογισμό. Ἡ ἀκακία εἶναι μία γλυκεῖα καὶ χαρούμενη ψυχικὴ κατάστασις, ἀπηλλα-γμένη ἀπὸ κάθε κακὴ σκέψι καὶ ὑπόνοια.

  • Πρῶτο γνώρισμα τῆς παιδικῆς ἡλικίας εἶναι ἡ ἀποίκιλη ἁπλότης. Ὅσο τὴν εἶχε αὐτὴν ὁ Ἀδὰμ δέν ἀντίκρυσε στόν ἑαυτὸ του οὔτε ψυχικὴ γυμνότητα οὔτε σωματικὴ ἀσχημοσύνη.
  • Καλὴ βέβαια καὶ ἀξιομακάριστη εἶναι ἡ ἁπλότης πού ἔχουν μερικοὶ ἐκ φύσεως. Ὄχι ὅμως τόσο, ὅσο ἡ ἁπλότης πού ἀποκτήθηκε μὲ κόπους καὶ ἱδρῶτες καὶ μὲ μετεγκεντρισμὸ τῆς πονηρᾶς φύσεως. Διότι ἡ μὲν πρώτη εἶναι σκεπασμένη καὶ προφυλαγμένη ἀπὸ πολυποίκιλες μεταβολὲς καὶ πάθη, ἐνῶ ἡ δευτέρα γίνεται πρόξενος τῆς τελείας ταπεινοφροσύνης καὶ πραότητος. Καὶ ἡ μία δέν ἔχει πολὺ μισθό, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἔχει ἄπειρο καὶ ἀπροσμέτρητο».
  • Στὸ βιβλίο «Νέος Εὐεργετινός» ὁ μακαριστὸς σοφὸς Γέροντας Γαβριὴλ Διονυσιάτης († 1983) περιγράφει ἕνα ἀξιοθαύμαστο γεγονὸς ἁπλότητος.

«Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ παλιὰ Κοινόβια τῆς Παλαιστίνης, πῆγε γιὰ νὰ μονάση ἕνας νέος χωρικὸς καὶ ἀγράμματος, ἁπλούστατος στοὺς τρόπους, ἀλλὰ εἶχε φυσικὴ ἀγαθότητα, συμπάθεια καὶ εὐσπλαγχνία πρὸς ὅλους. Ἤθελε λοιπὸν παρὰ τὴν τάξη τοῦ κοινοβίου, νὰ δίδη ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὰ κοινὰ πράγματα, ποὺ ἀπαγορευόταν. Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς, γιὰ νὰ τὸν προφυλάξη ἀπὸ τὴν παρακοή, τὸν διώρισε φύλακα καὶ προσμονάριο στὴν Ἐκκλησία καὶ τοῦ ἔδωσε δίπλα ἕνα κελλί, ποὺ θὰ μένη, γιὰ νὰ τρώη, νὰ κοιμᾶται, ἀλλὰ νὰ φροντίζη καὶ τὸν ναό. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ ἡγούμενος καὶ τὸν ρώτησε πῶς πηγαίνει μὲ τὴν διακονία του. Μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν εὐχή σας, ἀπάντησε ὁ ἁπλὸς ὑποτακτικὸς καλὰ πηγαίνω, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ βοηθήσης νὰ καταλάβω γιὰ ποιὸ φταίξιμο ἔχετε ἐσταυρωμένον ἐκεῖνον τὸν νέον ἐκεῖ ἐπάνω δείχνοντας τὸν Γολγοθᾶ τοῦ ἱεροῦ Τέμπλου. Ὁ ἡγούμενος μειδιάσας ὀλίγο γιὰ τὴν ἁπλότητα καὶ ἀμάθεια τοῦ ὑποτακτικοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ τὸν κάνη πιὸ προσεκτικὸ στὴν διακονία του, τοῦ εἶπε, ὅτι καὶ ἐκεῖνος (ὁ εὑρισκόμενος στὸν Σταυρὸ ἦταν ὅπως καὶ αὐτὸς στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ναοῦ καί, ἐπειδὴ τὴν ἔκαμε μὲ ἀμέλεια, τὸν ἐτιμώρησε νὰ μείνη κρεμασμένος ἐπὶ 40 ἡμέρες ἐκεῖ ἐπάνω καὶ νὰ προσέχης καὶ σὺ μὴ πάθης τὰ ἴδια.

Ὅταν ἀνεχώρησε ὁ ἡγούμενος, ὅλη ἡ σκέψη καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ὑποτακτικοῦ ἦταν στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ ὅσες φορὲς ἔμενε μόνος του τὸν παρηγοροῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε ὅτι θὰ παρακαλέση τὸν ἡγούμενο νὰ τὸν συγχωρήση καὶ νὰ τὸν κατεβάση ἐνωρίτερα, γιὰ νὰ ἐργάζωνται μαζὶ καὶ ἀνελύετο σὲ δάκρυα. Ὅποτε ἔπαιρνε τὸ λίγο φαγητό του καλοῦσε καὶ τὸν ἐσταυρωμένο νὰ κατέβη νὰ φάγουν μαζί.

Μία μέρα τόσο πολὺ λυπήθηκε ἡ καρδιά του ἀπὸ συμπάθεια, ὥστε πῆρε τὸ φαγητό του πῆγε μπροστὰ στὸ ἱερὸ τέμπλο καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ κατέβη ἀπὸ τὸν Σταυρὸ νὰ φάη καὶ τὸν βεβαίωνε ὅτι δὲν θὰ τὸ ἔλεγε στὸν ἡγούμενο καὶ νὰ μὴ φοβᾶται, διαφορετικὰ ἂν δὲν κατέβη ἀπὸ τὸν Σταυρὸ οὔτε αὐτὸς θὰ φάη, ἀλλὰ θὰ μείνη ἐκεῖ ἄγρυπνος, νηστικὸς καὶ θὰ κλαίη, ὥσπου νὰ κατέβη. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! Ὢ τῆς μεγάλης εὐσπλαγχνίας σου Δέσποτα! Κατέβηκε ἡ ἄπειρος Μεγαλειότης, ὁ Κύριος τῆς δόξης ἀπὸ τὸν Σταυρό, καὶ πῆγε κοντὰ στὸν ἁπλό, πρᾶο καὶ ταπεινὸ ὑποτακτικὸ καὶ μὲ γλυκεῖα φωνὴ τοῦ εἶπε:

«Νὰ μὴ στενοχωρεῖσαι καὶ κλαίεις δι’ ἐμέ, διότι ἐγὼ μόνος μου ἀνέβηκα καὶ ἐκρεμάσθην εἰς τὸν Σταυρὸν διὰ πταίσματα ἄλλων καὶ ὄχι ὡς σοῦ εἶπεν ὁ ἡγούμενος, ἀλλὰ σὺ νὰ ἐπιμελῆσαι τὴν διακονίαν σου, καὶ ἐπειδὴ τόσον μὲ ἐσυμπάθησες, εἰς ὀλίγας ἡμέρας θὰ σὲ πάρω καὶ θὰ ὑπάγωμεν πρὸς τὸν Πατέρα μου, ὅστις ἔχει ἄπειρα καὶ ἀνεκδιήγητα ἀγαθὰ καὶ θὰ μένωμεν πάντοτε ἐκεῖ εἰς ἐκκλησίαν ἀσυγκρίτως καλλιτέραν».

Ἀφοῦ τὸν ἀσπάσθηκε ἀνέβηκε πάλι στὸν Σταυρό. Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες τὸν βρῆκε πάλι ὁ ἡγούμενος καὶ ἀστειευόμενος τὸν ρώτησε ἂν κάνη καλὰ τὸ διακόνημά του, διαφορετικὰ θὰ τὸν κρεμάση καὶ αὐτόν. Αὐτὸς ἔβαλε μετάνοια καὶ παρακαλοῦ­σε τὸν ἡγούμενο νὰ κρεμάση αὐτὸν ἀντὶ τοῦ ἄλλου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπταιξε σὲ τίποτα. Καὶ πῶς ἐσὺ τὸ γνωρίζεις αὐτό; Τοῦ λέγει ὁ ἡγούμενος. Μοῦ τὸ εἶπε, πάτερ, ὁ ἴδιος, ἀπαντᾶ ὁ ὑποτακτικὸς καὶ λάθος ἔκανα πού σοῦ τοῦ εἶπα, καὶ σὲ παρακαλῶ μὴ θυμώσης μαζί μου.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ ἡγούμενος ἔμεινε ἔκπληκτος καὶ κατάλαβε πὼς ἐπρόκειτο περὶ θείας ὀπτασίας καὶ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι τὸν ὑποτακτικὸ καὶ ἀφοῦ ἔμαθε μὲ λεπτομέρεια ὅλα, τοῦ εἶπε: «Πές, τέκνον μου, πὲς τοῦ εὐλογημένου συναδέλφου σου νὰ λάβη καὶ ἐμένα στὴν οἰκία τοῦ Πατρός του, γιὰ νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ μαζί σας». Ἀμέσως ὁ ὑποτακτικὸς μετέφερε στὸν Ἐσταυρωμένο τὴν παράκληση τοῦ ἡγουμένου καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ἀκούει φωνὴ ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο ποὺ ἔλεγε: «Πὲς στὸν Γέροντά σου, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος ἀκόμη· νὰ φροντίση νὰ ἑτοιμασθῆ, ὅπως πρέπει, καὶ τότε θὰ τὸν καλέσω καὶ αὐτόν».

Σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ὁ ἁπλὸς καὶ συμπαθὴς ὑποτακτικὸς σὲ λίγες ἡμέρες ἀπῆλθε πρὸς «τὴν ἡτοιμασμένην αὐτῷ Βασιλείαν», στὰ ἀγαπητὰ σκηνώματα τοῦ Κυρίου, ὁ δὲ ἡγούμενος ἐγκατέλειψε τὴν ποιμαντορία τοῦ Κοινοβίου καὶ ἐπιδόθηκε ὁλόκληρος στὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς του καὶ ἐντὸς μικροῦ χρόνου ἀπῆλθε καὶ αὐτὸς στὴν αἰώνια ἀνάπαυση τῶν δικαίων, τὴν ὁποία μακάρι καὶ ἐμεῖς νὰ ἐπιτύχουμε, μὲ τὴν χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ, πρὸς στὸν ὁποῖον πρέπει δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Previous Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Next Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ