ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

Αἱ ὑπερβολαὶ καὶ ἡ ὑπερηφάνεια

«Μείζονα δὲ δίδωσιν χάριν· διὸ λέγει· ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσιν χάριν». (: Ἐὰν ὅμως διακό­ψωμεν τὴν πρὸς τὸν κόσμον φιλίαν, ὅσον περισσότερον μᾶς ἀγαπᾷ καὶ μᾶς ποθεῖ ὁ Θεός, τόσον μεγαλυτέρα θὰ εἶναι ἡ χάρις ποὺ θὰ μᾶς δίδῃ. Διὰ τοῦτο λέγει ἡ Γραφή· ὁ Θεὸς ἀντιτάσσεται πρὸς τοὺς ὑπερηφάνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τὰς ἡδονάς των περιφρονοῦν τὸ θέλημά του καὶ προτιμοῦν τὸν κόσμον παρὰ τὸν Θεόν. Εἰς τοὺς ταπεινοὺς δέ, ποὺ ἀπαρνοῦνται τὰς ἡδονάς των καὶ τὸν κόσμον χάριν τοῦ Θεοῦ, δίδει χάριν).

  • Τί εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια; Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐξηγεῖ:

«Ἀρχὴ τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ πρώτη προβολὴ καὶ παρακίνηση πρὸς τὸ κακό, κι ὁπωσδήποτε εἶναι κι ἡ ρίζα καὶ τὸ ὑπόβαθρο τοῦ κακοῦ».

«Γιατὶ ὑπερηφανεύεσαι, ἀφοῦ εἶσαι ἄνθρωπος, συγγενὴς τῆς γῆς, ὁμοούσιος μὲ τὴ στάχτη, καὶ στὴ φύση καὶ στὴ γνώμη καὶ στὴν προαίρεση τῶν πραγμάτων; Σήμερα εἶσαι πλούσιος, αὔριο φτωχός. Σήμερα ὑγιής, αὔριο ἄρρωστος. Σήμερα χαρούμενος, αὔριο λυπημένος. Σήμερα σὲ δόξα, αὔριο σὲ ἀτιμία. Σήμερα νέος, αὔριο γέρος. Μήπως στέκεται τίποτα ἀπ’ τὰ ἀνθρώπινα σταθερά; Δὲν μιμεῖται τὸ δρόμο τῶν ρευμάτων τῶν ποταμῶν; Μόλις δηλαδὴ φαίνεται, μᾶς ἐγκαταλείπει γρηγορότερα κι ἀπ’ τὴ σκιά. Γιατί λοιπὸν ὑπερηφανεύεσαι, ἄνθρωπε, ὁ καπνός, ἡ ματαιότητα; Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅμοιος μὲ τὴ ματαιότητα. Οἱ μέρες του εἶναι σὰν τοῦ χορταριοῦ. Ξηραίνεται τὸ χορτάρι καὶ πέφτει τὸ ἄνθος του».

Οἱ ὑπερβολὲς εἶναι ἐπικίνδυνες νὰ πέσουμε σὲ ὑπερηφάνεια, ἄν ὁ ζῆλος μας δὲν εἶναι κατ’ ἐπίγνωση.

  • Στὸ Γεροντικὸ διαβάζουμε σχετικά:

«ΚΑΠΟΙΟΣ ἀρχάριος μοναχὸς ἀπὸ τὴ Θηβαΐδα, χωρὶς νὰ συμβουλευθῆ κανένα, ἔκανε ὑπερβολικὲς ἀσκήσεις. Γρήγορα ὅμως, κυριεύθηκε ἀπὸ λογισμοὺς ὑπερηφανείας.

– Ἔφτασες σὲ μεγάλα μέτρα, τοῦ ψιθύρισε ὁ διάβολος, ποὺ ἄλλος κανένας δὲν μπορεῖ νὰ φτάση σὲ τόσο λίγο χρόνο. Σοῦ ἀξίζει νὰ πάρης τὸ χάρισμα τῶν θαυμάτων, γιὰ νὰ δοξάζεται ἐξ αἰτίας σου ὁ Οὐράνιος Πατήρ.

Παρακαλοῦσε λοιπὸν στὴν προσευχή του τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώση αὐτὸ τὸ χάρισμα. Μία μέρα σκέφτηκε νὰ συμβουλευθῆ τὸ γείτονά του Ἀναχωρητή, ἕνα πολὺ διακριτικὸ καὶ ἅγιο Γέροντα. Ἦταν οἰκονομία Θεοῦ, γιὰ νὰ μὴ χάση τοὺς κόπους του. Τοῦ φανέρωσε τὶς σκέψεις του καὶ τὴν προσευχὴ ποὺ ἔκανε, γιὰ νὰ τὸν ἀξιώση ὁ Θεὸς νὰ κάνη θαύματα. Ὕστερα τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν συμβουλέψη. Ὁ Γέροντας τὸν ἄκουγε συλλογισμένος. Κατάλαβε εὐθὺς τὴν ἀρρώστια, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπασχε ἡ ψυχὴ τοῦ ἀδελφοῦ, ἀλλὰ σώπαινε. Ἐκεῖνος πάλι ἐξακολουθοῦσε νὰ τὸν παρακαλῆ νὰ τοῦ εἰπῆ τὴ γνώμη του καὶ νὰ τοῦ δώση μία καλὴ συμβουλή. Ἀφοῦ ἔμεινε πολλὴ ὥρα σιωπηλὸς ὁ Γέροντας, τέλος ἀποφάσισε νὰ μιλήση:

– Διστάζω, τέκνον, νὰ σὲ συμβουλέψω, τοῦ εἶπε, γιατί εἶμαι βέβαιος πὼς δὲ θὰ θέλησης νὰ μ’ ἀκούσης.

Ὁ ἀδελφὸς τότε ἔδωσε ὑπόσχεση, πὼς θὰ ἔκανε ὅ,τι τοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας, σὰν νὰ τοῦ τὸ ἔλεγε ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

— Πάρε αὐτὰ τὰ νομίσματα, τοῦ εἶπε τότε ἐκεῖνος καί τοῦ ἔδωσε λίγα χρήματα ποὺ εἶχε ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό του. Κατέβα στὴν πόλη κι’ ἀγόρασε δέκα λίτρες κρέας, δέκα ψωμιὰ καὶ δέκα λίτρες κρασί.

Ὁ ἀδελφὸς ἀπόρησε. Τί τὰ ἤθελε ὅλα αὐτὰ ὁ Ἀναχωρητής; Μὰ δὲ μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ, γιατί εἶχε δώσει ὑπόσχεση νὰ τὸν ὑπακούση. Ἔφυγε στενοχωρημένος. Πῶς νὰ πήγαινε, μοναχὸς αὐτός, ν’ ἀγοράση κρασὶ καὶ κρέας; Τί θὰ λέγανε εἰς βάρος του οἱ ἄνθρωποι;

Μὲ πολλὴ ντροπὴ ἔκανε τὰ παράδοξα ψώνια καὶ τὰ πῆγε στὸν Ἀναχωρητή.

— Μοῦ ἔδωσες ὑπόσχεση, τοῦ θύμισε ἐκεῖνος, πώς θὰ κάνης ὅ,τι σοῦ εἰπῶ.

Ὁ νέος εἶχε ἤδη μετανοήσει γιὰ τὴν ὑπόσχεση, μὰ τώρα πιὰ δὲ μποροῦσε νὰ κάνη ἀλλοιῶς.

— Πάρε αὐτὰ τὰ τρόφιμα στὸ κελλί σου, τὸν πρόσταξε ὁ Γέροντας, καὶ τρῶγε κάθε μέρα ἕνα ψωμί, μία λίτρα κρέας καὶ πίνε ἄλλη μία κρασί. Ὅταν τελειώσουν, ἔλα πάλι νὰ μὲ ἰδῆς.

Ἀπαρηγόρητος ὁ ἀδελφός, γύρισε στὸ κελλί του. Ὕστερα ἀπὸ τόση νηστεία νὰ καταντήση νὰ τρώη κρέας καὶ νὰ πίνη κρασί; Γιατί μοῦ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ Γέροντας; συλλογιζόταν. Τοῦ ἐρχόταν ἡ ἐπιθυμία νὰ παρακούση, ἀλλὰ τὸν συγκρατοῦσε ἡ ὑπόσχεση ποὺ εἶχε δώσει, χωρὶς νὰ τὸν βιάση κανείς. Ὅταν ἔφτανε ἡ ὥρα νὰ φάγη, ἔβρεχε τὸ ψωμί του μὲ τὰ δάκρυά του. Ἔλεγε τὸν ἑαυτό του ἄθλιο καὶ ἁμαρτωλὸ καὶ θεωροῦσε ὅλα αὐτὰ ἐγκατάλειψη Θεοῦ. Βλέποντας ὁ Θεὸς τὴν ταπεινωσύνη του, τὸν φώτισε νὰ καταλάβη ἀπὸ ποῦ τοῦ ἦρθε ἡ τιμωρία. Ὕστερα ἀπὸ δέκα μέρες πῆγε πολὺ συντριμμένος στὸν Ἅγιο Γέροντα. Ἀπόρησε ἐκεῖνος, ὅταν τὸν εἶδε χλωμὸ κι’ ἀδύνατο, παρ’ ὅλη τὴν καλοφαγία.

— Παιδί μου, τοῦ εἶπε μὲ πολὺ καλωσύνη, εὐχαρίστησε τὸν Φιλάνθρωπο Θεό, ποὺ δὲν ἄφησε τὸ πνεῦμα τῆς ὑπερηφανείας νὰ σὲ κυριέψη καὶ νὰ σὲ ὁδηγήση στὴν καταστροφή. Ὁ διάβολος ἔχει αὐτὸ τὸ τέχνασμα πρόχειρο. Ὅταν δὲν κατορθώση νά ρίξη τὸν ἀγωνιστή σὲ ἀμέλεια καὶ ὀκνηρία, τὸν ρίχνει σὲ ὑπερβολές, γιὰ νὰ τὸν παραδώση ὑστέρα αἰχμάλωτο στὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ τώρα θὰ σοῦ φανερώσω τί εἶδα, ὅταν πρωτοῆρθες ἐδῶ. Δύο δαίμονες μὲ μορφὴ πιθήκων σὲ ἀκολουθοῦσαν καὶ καθένας προσ­παθοῦσε νὰ σὲ τραβήξη μὲ τὸ μέρος του. Ἦσαν τὰ πνεύματα τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφάνειας. Τώρα ἔχουν ἐξαφανισθῆ. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ζητᾶς ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κάνης θαύματα, ποὺ δεν εἶναι τόσο σημαντικό, νὰ τὸν εὐχαριστῆς ποὺ σὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο καὶ ὠφελιμώτερο θαῦμα.

Ὁ ἀδελφὸς εὐχαρίστησε τὸν Γέροντα γιὰ τὶς καλές του συμβουλὲς καὶ γύρισε στὸ κελλί του διορθωμένος.

Previous Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Next Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ