Περί Κορωνοϊοῦ καί Θείας Μεταλήψεως

Share:

Τοῦ κ. Δ. Κ. Ἀναγνώστου, Θεολόγου

Τέτοιες ὧρες δέν εἶναι εὔκολο νά τοποθετεῖται κανείς ἐπί τέτοιων θεμάτων. Χρειάζεται σύνεση καί γνώση, ὥστε ἡ τοποθέτηση νά εἶναι χρήσιμη, τουλάχιστον γιά καλό καί ἐπωφελῆ προβληματισμό. Θεωρῶ ὅτι γιά θέματα ἐπιστημονικά καί ἐκκλησιαστικά-θεολογικά χρειάζεται ὅσοι ὁμιλοῦν νά εἶναι γνήσιοι φορεῖς καί ἐκπρόσωποι τῆς ἐπιστήμης καί τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἀντιστοίχως, καί νά μή συγχέονται τά πεδία καί τά ὅρια ἀμφοτέρων. Ἔτσι, οὔτε οἱ δημοσιογράφοι (καί δή προχειρολογοῦντες ὡς π.χ. ὁ κ. Δ. Οἰκονόμου καί ἡ κ. Μ. Ἀναστασοπούλου τοῦ τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ ΣΚΑΪ κ.ἄ.), οὔτε ὅμως καί κάποιοι ἁπλῶς θρησκευτικοί ἀξιωματοῦχοι χωρίς ὀρθόδοξο φρόνημα καί θεολογία (π.χ. ὁ γνωστός Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς κ. Ἐλπιδοφόρος κ.ἄ.) διαθέτουν ἐγκυρότητα, ὥστε νά τοποθετοῦνται δημοσίως καί νά λαμβάνονται σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν. Προσωπικῶς στήν πλευρά τῆς Ἐπιστήμης ἔχω ἐκτιμήσει μία, μέχρι στιγμῆς, τοποθέτηση συνετή καί μέ σεβασμό (σπάνιος συνδυασμός), τήν ὁποία ἐξέφρασε ὁ ἁρμόδιος ἐκπρόσωπος τοῦ Ἰστιτούτου Παστέρ. Ἀνέφερε χαρακτηριστικά, ἀπαντώντας περί τοῦ ἄν μεταδίδεται ὁ ἐν λόγῳ ἰός ἤ ἄλλος ἀπό τή συμμετοχή στή Θεία Μετάληψη, ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀπαντήσει ἔγκυρα ἐπ’ αὐτοῦ, διότι δέν ὑπάρχουν στατιστικά στοιχεῖα ἤ σχετικές μελέτες. Ἀκούστηκε, ἐπίσης, μία ἄλλη φωνή σοβαροῦ ἐπιστήμονος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρθηκε σέ μία μελέτη μέ στατιστικό δεδομένο, μᾶλλον τή μοναδική, πού ἔγινε στήν Ἀμερική καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία σέ δεῖγμα 680 περίπου περιπτώσεων διαπιστώθηκε ὅτι ὅσοι κοινωνοῦσαν δέν διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο ἀπό ὅσους δέν κοινωνοῦσαν, καθώς ὅτι ἡ ὅποια μεταδοτικότητα ἀπό τή συμμετοχή στήν Θ. Κοινωνία, σέ δύσκολες περιστάσεις εἶναι πάντως πολύ μικρή. Ὑπάρχουν, ὡστόσο, εὔλογες ἀπορίες γιά τό πῶς καί ποῦ ἔγινε αὐτή ἡ μελέτη, ἀλλά δέν εἶναι τῆς παρούσης.

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Ἐκκλησίας, θά εἶχα, ὡς θεολόγος, νά ἀναφέρω, χωρίς βεβαίως διεκδίκηση κανενός ἀλαθήτου, τά ἑξῆς: Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τή δική της λογική, πού δέν εἶναι κοσμική, οὔτε ὑλιστική, ἀλλά θεολογική. Αὐτήν τήν ἐκφράζουν αὐθεντικῶς μόνον οἱ Ἅγιοί της, ὡς ἀπλανεῖς ὁδηγοί στήν Ἀλήθεια. Γιά τήν Ἐκκλησία, λοιπόν, δέν τίθεται θέμα διλήμματος ἤ ἐρεύνης ἤ ἀποφάνσεως περί μεταδοτικότητος ἀσθενειῶν ἀπό τή συμμετοχή στή Θεία Κοινωνία. Ποτέ ἡ Ἐκκλησία δέν θά παύσει νά τελεῖ τό μυστήριο τοῦτο “εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν τήν αἰώνιον”, ἀλλά καί νά τό μεταδίδει “εἰς ὑγείαν ψυχῆς τε καί σώματος” σέ κάθε πιστό πού τό ζητᾶ καί προσέρχεται σ’ αὐτό, τηρώντας τίς ἀπαραίτητες πνευματικές καί κανονικές προϋποθέσεις πού θέτει ἡ διδασκαλία καί Παράδοσή της. Οὔτε εἶναι δυνατόν ἡ Ἐκκλησία νά προτρέπει νά μή συμμετέχουν οἱ πιστοί στό Μυστήριο τῆς Ζωῆς γιά κανένα λόγο καί σέ καμμία συγκυρία. Οὔτε, ἐπίσης νά τούς ἀποτρέπει νά ἐκκλησιάζονται. Ὁ θάνατος ἀλλοῦ παραμονεύει καί αὐτό τό γνωρίζουν ὅσοι ἔχουν ὑγιές ἐκκλησιαστικό φρόνημα. Ἄλλο, ὅμως, εἶναι καί δέν εἶναι καθόλου ὑποκριτικό, ἐφ’ ὅσον δέν ὑποκρύπτει ἤ δηλώνει ἄρνηση τῶν προηγουμένων, ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία συμπαρισταμένη σέ μία δοκιμασία γιά τήν ὑγεία τοῦ πιστοῦ λαοῦ π.χ. ἐπιδημίας ἤ ἐνσκήψεως λοιμοῦ κ.λπ., πρᾶγμα πού ἦταν συχνό φαινόμενο σέ παλαιές ἐποχές, ἀφ’ ἑνός μέν νά συστήνει οἱ ἀσθενοῦντες νά προσέχουν ὥστε (καί) νά μή ἐπιβαρύνουν τήν ὑγεία τῶν ἀδελφῶν τους, παραμένοντας κατά τίς ἰατρικές ὁδηγίες κατ’ οἶκον, πρός ἀποφυγήν τυχόν μεταδόσεως ἀσθενειῶν ἐκ τοῦ συγχρωτισμοῦ στίς πολυπληθεῖς ἐκκλησιαστικές λατρευτικές συνάξεις καί οἱ ὑγιαίνοντες μέ ἐπικεφαλῆς τούς Ποιμένες καί λειτουργούς νά προσεύχονται γιά ἐκείνους (τούς “ἐν ἀσθενείαις κατακειμένους” καί “δι’ εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντες”, κατά τίς ἱερές εὐχές τῶν Ἀκολουθιῶν).[Σημείωση: Προκαλεῖ πάντως ἔκπληξη καί ἀπορία πῶς καί γιατί κάποιοι ἀναζητοῦν εὐκαιρία νά πλήξουν τήν Ἐκκλησία καί τήν Παράδοσή μας, ὡς νά εἶναι οἱ ἴδιοι ξένοι πρός τόν λαό καί τίς Παραδόσεις του. Ἔτσι ἀκόμη καί τά αὐτονόητα τά ἐκμεταλλεύονται γιά νά προκαλέσουν ἐντυπώσεις. Ὀφείλω ὅμως νά ἐπισημάνω καί τήν ἀδικαιολόγητη ἔνταση μερικῶν ὑπερασπιστῶν τῆς Πίστεως, οἱ ὁποῖοι παρασύρονται καί ἀντιπαρατίθενται, ἐξυπηρετώντας ἔτσι τή συντήρηση μιᾶς ἀνωφελοῦς συζητήσεως καί, ἀκουσίως, τήν προαγωγή τῶν ὑστεροβουλιῶν. Δέν πρέπει νά χάνεται ἡ ψυχραιμία ἤ καλύτερα ἡ ὀφειλόμενη ἠρεμία καί σύνεση τῶν Χριστιανῶν. Οὔτε πρέπει, ἀφελῶς, νά δεχόμαστε ὅτι εἶναι ζήτημα τὸ αὐτονόητο, ὅπως εἶναι π.χ. ὅτι ὁ ἀσθενῶν οἰκουρεῖ!!!]

Ἄλλωστε τά ἱερά Μυστήρια (Θ. Εὐχαριστία, Εὐχέλαιο, Ἁγιασμός, ἀκόμη καί Βάπτισμα καί Γάμος) μεταδίδονται καί τελοῦνται κατ’ οἶκον, ὅταν συντρέχει λόγος, πρακτικῆς φύσεως (δυσχέρεια μεταβάσεως, ἐπιβάρυνση ὑγείας πρός θάνατον κ.λπ.). Ὅλα αὐτά τά ἔχει προβλέψει καί ἀντιμετωπίσει ἡ Ἐκκλησία ἀπό αἰώνων καί ἔχει συσσωρευμένη σοφή πεῖρα πρακτικῶν ἐνδεδειγμένων καί ἁγιασμένων, θά λέγαμε.

Πάντως, ἡ σχετική συζήτηση στά λεγόμενα μέσα μαζικῆς ἐπικοινωνίας εἶναι ἀπογοητευτικά (ἴσως καί ἀναμενόμενα) ἐνδεικτική τῆς ἐπιπολαιότητος, προχειρότητος, συγχύσεως καί ἰδεοληψίας ἤ προκαταλήψεως, τά ὁποῖα δυστυχῶς ἐνδημοῦν, σέ μεγαλύτερο τοῦ δικαιολογημένου (λόγῳ ἀπαιδευσίας καί ἀνοησίας) ποσοστοῦ, στή χώρα μας καί τόν δημόσιο λόγο, εἰδικῶν καί μή. Τά σκῆπτρα κατέχουν ἐκπρόσωποι τοῦ πολιτικοῦ καί δημοσιογραφικοῦ χώρου, ὡς συνήθως. Γιά ὅλα, λοιπόν, τά ἀνωτέρω οἱ διαχρονικές συστάσεις τῶν ἀληθινά σοφῶν, καί κατ’ ἄνθρωπον καί κατά Θεόν, ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἄς ἔχουν τή θέση καί ἐφαρμογή τους στήν καθημερινή μας ζωή: Πορευόμαστε χωρίς πανικό ἤ ἄγχος, ἀφοῦ “ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν” (Πράξ. 17,28) ἀλλά καί “ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν. ἐάν τε οὖν ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν” (Ρωμ. 14, 8). Ἀκοῦ­με καί βλέπουμε τά πάντα ἀλλά διακρίνουμε καί ἐπιλέγουμε ἐκ πάντων τά συμφέροντα γιά τή σωτηρία μας, ἐφοδιαζόμαστε πνευματικά, ἰδιαιτέρως στίς πονηρές ἡμέρες μας, μέ προσευχή καί προσοχή!

Previous Article

Περί της Περιτομής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού 

Next Article

«Η δοκιμή του εμβολίου στον άνθρωπο είναι ανήθικη»!!!