ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Share:

Καποδιστριακὸν ἄγος ὁ κομματισμός*

Γράφει ὁ κ. Θεόδωρος Ν Κορμπίλας, Ὑποστ/γος ΕΛ.ΑΣ. ἐ.ἀ.

Περίφημο εἶναι τὸ «Κυλώνειον ἄγος», ποὺ ἀναφέρουν ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Θουκυδίδης, ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ὁ Πλούταρχος. Τὸ ὑπενθυμίζω :

Τὸ 616 ἢ 612 π. Χ. ὁ Ἀθηναῖος ὀλυμπιονίκης Κύλων ἀποπειράθηκε βιαίως νὰ γίνει τύραννος τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἀπέτυχε. Οἱ ὀπαδοί του, γιὰ νὰ σώσουν τὴν ζωή τους, κατέφυγαν ὡς ἱκέτες σ’ ἕνα θεϊκὸ βωμό. Οἱ Ἀθηναῖοι, παρὰ ταῦτα, τοὺς ἐθανάτωσαν. Τὸ αἷμα, ποὺ χύθηκε, θεωρήθηκε φρικτὸ ἀνοσιούργημα καὶ μόλυσμα γιὰ ὅλη τὴν Ἀθήνα, ποὺ θὰ ἐπέφερε ἐναντίον της τὴν θεϊκὴ κατάρα καὶ γι’ αὐτὸ ἔγιναν τότε διάφοροι καθαρμοί. Ταῦτα ἀπὸ εὐσέβεια πρὸς ψεύτικους θεούς.

Πρὸς τὸ «Κυλώνειον ἄγος» ἀντιστοιχεῖ ὁ φόνος τοῦ Καποδίστρια, ὁ ὁποῖος, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Κύλωνα, ἔγινε Κυβερνήτης τῶν Ἑλλήνων μὲ τὴν θέλησή τους καὶ ἀποδείχθηκε μέγιστος Ἐθνικός τους εὐεργέτης, ἀγαθοεργὸς καί εὐσεβέστατος Κυβερνήτης.

Παρὰ ταῦτα, μία Κυριακή, τὴν 27/10/1831, ὅταν πατοῦσε τὸ κατώφλι τῆς ἐκκλησίας, γιὰ νὰ εἰσέλθει καὶ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τοὺς Ἕλληνες, οἱ Ἕλληνες ἐκεῖ ἀκριβῶς στὸν ἱερὸ χῶρο τὸν ἐσκότωσαν ἀγρίως. Τὸ ἁγνὸ αἷμα του ἐπότισε τὴν Ἑλληνικὴ γῆ καὶ μεταβλήθηκε σὲ μίασμα καὶ «ἄγος» γιὰ τὴν πατρίδα μας, ἀπείρως χειρότερο ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ «Κυλώνειον ἄγος», γιατί ἤτανε αἷμα δικαίου Κυβερνήτη. Ἔκτοτε «φωνὴ αἵματος βοᾶ» συνεχῶς, ἀλλὰ ἐμεῖς κουφαθήκαμε καὶ δὲν τὸ ἀκοῦμε. Εἶναι τὸ αἷμα τοῦ ἀδικοσκοτωμένου ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ, ποὺ μᾶς ζητάει «καθαρμοὺς» καὶ μεῖς καθαρμοὺς δὲν κάνουμε.

Οἱ συνετοὶ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι τότε ἔκαναν καθαρμούς. Ἀπὸ τοὺς ἀσύνετους καὶ ἀγνώμονες Νεοέλληνες οὐδείς καθαρμὸς ἔγινε. Ἡ τιμωρία τῶν δύο δραστῶν δὲν μπορεῖ νὰ θεωρεῖται οὐσιαστικὸς καθαρμός, γιατί καὶ αὐτοὶ ὑπῆρξαν θύματα τοῦ μεγάλου φονιᾶ, ποὺ προετοίμασε τὸ ἀνοσιούργημα. Οἱ δράστες ἁπλῶς βρήκανε τὴν εὐκαιρία καὶ τὸ ἐξετέλεσαν. Ὁ μεγάλος φονιὰς μετὰ τὸν φόνο τιμήθηκε καί ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα πηδαλιουχεῖ τὸν πολύπαθο «Τιτανικό» μας, τὸν ὁποῖον ἔφερε σήμερα στὸ χεῖλος τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς. Τὸ διαβολικό του ὄνομα εἶναι «κόμμα».

Ναί, τὸ «κόμμα» ἔκοψε τὸ νῆμα τῆς ζωῆς τοῦ Καποδίστρια καὶ στὸ βωμὸ τοῦ  «κόμματος»  ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα χιλιάδες Ἕλληνες θυσιαστήκανε, ἐδεινοπάθησαν καὶ δεινοπαθοῦν. Πρὸ τοῦ Καποδίστρια ἡ ἀπαίσια αὐτὴ λέξη οὐδέποτε εἶχε τὴν σημασία πολιτικῆς μερίδος. Ὡς παράγωγο τοῦ ρήματος κόπτω κατὰ τὰ παλαιότερα λεξικὰ ἐσήμαινε κάτι τὸ «κεκομμένον, κεχωρισμένον μέρος ἀπὸ τινος, τμῆμα, κομμάτιον».

Ἐπὶ κυβερνήσεως Καποδίστρια ἡ Ὕδρα καὶ ἡ Μάνη ἔγιναν κυριολεκτικῶς κόμμα, γιατί εἶχαν ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν νομιμότητα, ἐσχημάτισαν δική της κυβέρνηση ὑπὸ τὸ ὄνομα «Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή», καὶ μὲ σφοδρότητα ἐστράφησαν ἐναντίον τοῦ Καποδίστρια, γιὰ νὰ τὸν ἐξοντώσουν πολιτικὰ ἢ καί φυσικά, ὅπερ καὶ ἐπέτυχαν. Μετὰ τὴν δολοφονία του ἡ ἴδια μερίδα μετονομάσθηκε «Συνταγματικὸν Κόμμα».

Καὶ ναὶ μὲν ἤτανε «κόμμα», ὑποτίθεται συνταγματικό, πράγματι ὅμως τοῦ Διαβόλου, ποὺ πανηγύριζε γιὰ τὸν φόνο, καθυβρίζοντας καὶ βλαστημώντας τὸ θῦμα του μὲ τὴν ἐφημερίδα, ποὺ ἐξέδιδε τότε στὴν Ὕδρα.

Τὸ τί ἐσήμαινε «κόμμα» φάνηκε πρὸ τοῦ φόνου, ὅταν αὐτὸ στὸν Ναύσταθμο τοῦ Πόρου ἔκαψε τὴν ἀκριβοπληρωμένη φρεγάτα «Ἑλλάδα» καὶ τὴν κορβέτα «Ὕδρα», πράξη ὡς φαίνεται προφητική, ἀφοῦ τὸ ἴδιο κομματικὸ «πῦρ» καίει σύμπασα τὴν Ἑλλάδα μας σήμερα. Καὶ τότε τὸ «κόμμα», στὴ θέση τοῦ Καποδίστρια ἔφερε τοὺς Γερμανοὺς (Βαυαρούς), ποὺ μᾶς ἐκυβέρνησαν τυραννικά, ἀλλὰ καὶ τώρα πάλι ἔφερε τοὺς Γερμανοὺς καὶ τοὺς διεθνεῖς τοκογλύφους, ποὺ μᾶς κυβερνοῦν τυραννικώτερα.

Ἔκτοτε τὸ διαβολικὸ αὐτὸ ὄνομα ἐπεκράτησε καὶ διαιωνίζει τὸ «Καποδιστριακὸν ἄγος». Ἐπεκράτησε καὶ σημαίνει αὐτὸ ποὺ οἱ ξένοι δημοκρατικοὶ λαοὶ ὀνομάζουν «μέρος» (part). Ἔτσι τὸ ὀνομάζανε καὶ οἱ Ἀθηναῖοι στὴ Δημοκρατία τοῦ Περικλέους. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε στὸν «Ἐπιτάφιον» τοῦ Περικλέους καὶ συγκεκριμένα στὴ φράση, ποὺ καταδεικνύει τὸ οὐσιωδέστερο χαρακτηριστικό τῆς δημοκρατίας, ἡ ὁποία φράση λέει: «Οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον εἰς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ’ ἀρετῆς προτιμᾶται». (=Τὸ πλεονέκτημα τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν δὲν τὸ ἔχει ἕνα «μέρος» τοῦ λαοῦ, δηλαδὴ μία λαϊκὴ μερίδα, ἀλλὰ ἐκλέγονται καὶ τὸ ἔχουν ὅσοι διακρίνονται γιὰ τὴν ἀρετὴ τους) (Θουκ. Β, 37).

Ἡ λέξη «κόμμα», κατὰ τὰ λεξικά, ἔχει καὶ ἄλλες σημασίες, ποὺ ταιριάζουν στὰ πολιτικά μας πράγματα. Κατ’ ἀρχαία ἔννοια «κόμμα», ἐλέγοντο «τὰ ἄχυρα ἐν τῷ ἁλωνίζειν». Νά, λοιπόν, ποὺ τὰ «ἄχυρα» (νόει ἀχυρανθρώπους) τὰ βλέπουμε στὴν πολιτική. Καὶ «ἐν τῷ ἁλωνίζειν» (νόει προεκλογικὴ βαβούρα) καὶ «ἐν τῷ λιχνίζειν» (νόει ἐκλογὲς) πάλιν «ἄχυρα» βλέπουμε καὶ ἐλάχιστο ἢ καθόλου καρπό.

Κατ’ ἄλλη, ἐπίσης ἀρχαία ἔννοια, «κόμμα» σημαίνει «χάραγμα, τύπωμα νομίσματός τινος, τὸ κεκομμένον, κεχαραγμένον νόμισμα, μονέδα, κέρμα, λιανά…», συνήθως κάλπικα. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἀρχαία παροιμία «ἀνὴρ πονηροῦ κόμματος», δηλαδή, ὅπως τὸ κίβδηλον νόμισμα, ἀχρείου χαρακτῆρος, δολίου, κάλπικου. Ἐδῶ ἡ λέξη πάει «γάντι» μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἀλήθεια, στὴν πλεινότητά τους τί εἴδους «νομίσματα» εἶναι αὐτὰ ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὶς κάλπες μας; Χρυσὰ νομίζονται πολλὰ καὶ ἀποδεικνύονται κάλπικα.

Κατ’ ἄλλη ἔννοια, ἡ λέξη, οὖσα μάλιστα συνώνυμος τῆς λέξεως «χάραγμα», ἐνθυμίζει τὸ ἔργον τοῦ Σατανᾶ, ποὺ εἶναι νὰ κομματιάζει καὶ νὰ διαλύει. Ἐντεῦθεν καὶ οἱ δημώδεις ἐκφράσεις «κομμάτια νὰ γίνω», «ἂς πάει στὰ κομμάτια» κ.λπ. Ἐντεῦθεν ἀλληλοσπαραγμοί, ἐμφύλιοι πόλεμοι, ἐθνικοὶ διχασμοί, ἀλληλοφαγομάρα.

Τὸ «Καποδιστριακὸν ἄγος» ἐπεσώρευσε στὴν πατρίδα μας πάμπολλα δεινά. Θὰ πρέπει, ἐπὶ τέλους, νὰ ἀρχίσουμε τοὺς καθαρμούς, γιὰ νὰ τὸ ἐξαλείψουμε. Καί ἐπειδὴ φορέας τῆς μολυσματικῆς αὐτῆς νόσου, ποὺ εἶναι γνωστὴ καὶ ὡς «κομματισμός», εἶναι τὸ «κόμμα», ἂς ἀρχίσουμε μὲ τὴν μετονομασία του. Ἂς βροῦμε ἕνα ὄνομα ποὺ θὰ λειτουργεῖ ὡς «διδασκαλικὸν ὄργανον καὶ διακριτικόν τῆς οὐσίας» τοῦ πολιτεύματος τῆς δημοκρατίας. (Πλάτων. Κρατύλος 388 Β). Ἀκολούθως ἂς βροῦμε τρόπους καθαρμοῦ καὶ ἐξυγιάνσεως τοῦ πάσχοντος φορέως.

Διαθέτουμε καὶ «γιατροὺς» καὶ «γιατρικά». Ὅσοι κρατᾶμε τὴν πίστη τῶν προγόνων μας ἔχουμε τοὺς Ἁγίους μας καί τὰ διδά-γματά τους. Ὅσοι εἶναι ὀλιγόπιστοι ἢ ἄπιστοι ὀρθολογιστὲς ἔχουν τοὺς ἀρχαίους μας σοφούς. Ἂς τὰ χρησιμοποιήσουμε. Ἂς συνειδητοποιήσουμε τὴν σοβαρότητα τῆς νόσου καὶ ἂς προσέξουμε τὴν διάγνωση, ποὺ ἔχουν κάνει προγενέστεροι ἡμῶν σπουδαῖοι Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ἰδοὺ τί ἔχουν διαγνώσει:

Ὁ Ἐμμ. Ροΐδης (1836 -1904), δίνοντας ὁρισμὸν εἰς τὸ «κόμμα», λέει ὅτι εἶναι «ὁμὰς ἀνθρώπων εἰδότων νὰ ἀναγιγνώσκωσι καὶ ἀλληλογραφῶσιν, ἐχόντων χεῖρας καὶ πόδας ὑγιεῖς, ἀλλὰ μισούντων πᾶσαν ἐργασίαν, οἵτινες ἑνωμένοι ὑπὸ ἕνα οἱονδήποτε ἀρχηγόν, ζητοῦσι νὰ ἀναβιβάσωσι αὐτόν, διὰ παντὸς μέσου εἰς τὴν ἕδραν τοῦ πρωθυπουργοῦ, ἵνα παρέχῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα νὰ ζήσουν χωρὶς νὰ σκάπτωσιν». Ἐπίσης, λέει ὅτι «ἡ πολιτικὴ παρ’ ἡμῖν δύναται νὰ ὁμοιωθῆ πρὸς τὰ ἐκμυζῶντα πᾶσαν ἰκμάδα τοῦ ἐδάφους ἀδηφάγα ἐκεῖνα φυτά, παρὰ τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ βλαστήση»1. (Βλέπε «Ἡ πολιτικὴ ἐν Ἑλλάδι ρητορεία»).

Ὁ Ἀνδρέας Λασκαράτος (1811-1901) στὸ βιβλίο του «Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος» λέει περὶ τοῦ ἐκλογέως ὅτι εἶναι «ὂν ὁλοκλήρως ἀνίδεο τῶν ἠθικοπολιτικῶν συμφερόντων… ποὺ γυρεύει τὸ ἰδιαίτερον ἀτομικὸν συμφέρον…».

Ἐπίσης, λέει γιὰ τὸν ὑποψήφιον βουλευτήν: «Στάς Ἀθήνας ὁ εἰς τὸν τόπον του μεγαλέμπορος ἐκλογικῶν ψήφων παρουσιάζεται μεταπράτης, ἀλλὰ θησαυροῦ μεταπράτης, ἐπειδὴ φέρνει χιλιάδες ψήφους συμπυκνωμένες εἰς μίαν μόνην, ἀλλὰ πολύτιμον ψῆφον, δυναμένη νὰ συντέλεση εἰς τὴν στερέωσιν ἢ εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου.

Ὁ Ἀλέξ. Παπαδιαμάντης (1851 -1911) στὸ διήγημά του «Οἱ χαλασοχώρηδες», περιγράφοντας τὸν «ἐπιφανῆ» πολιτικὸ λέει:

«Τὸ τέρας τὸ καλούμενον «ἐπιφανὴς» τρέφει τὴν φυγοπονίαν, τὴν θεσιθηρίαν, τὸν τραμπουκισμόν, τὸν κουτσαβακισμόν, τὴν εἰς τοὺς νόμους ἀπείθειαν. Πλάττει αὐλὴν ἐξ ἀχρήστων ἀνθρώπων, στοιχείων φθοροποιῶν, τὰ ὁποῖα τὸν περιστοιχίζουσι, παρασίτων, τὰ ὁποῖα ἀποξῶσι ἐξ αὐτοῦ, παχυνόμενα ἐπιβλαβῶς, σηπόμενα ζῳύφια βλαβερά, ὕδατα λιμνάζοντα, παράγοντα ἀναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα τὴν ἀκαθαρσίαν…».

Ἐπίσης φρονεῖ ὅτι μὲ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821 δὲν ἐλευθερωθήκαμε, ἀλλὰ «ἁπλῶς   μετηλλάξαμε τυράννους, τοὺς ὁποίους διὰ τῶν ἐκλογῶν φανταζόμεθα ὅτι ἀντικαθιστῶμεν τάχα συχνότερον». Γι’ αὐτὸ καὶ συμβουλεύει τὸ Πυθαγορικὸν «κυάμων ἀπέχεσθαι» (=ἀποχὴν ἀπὸ τὶς κάλπες).

Ὁ Πολύβ. Δημητρακόπουλος (1864 -1922) ἀποφαίνεται ἐπιγραμματικὰ στὴ «Σιδηρᾶ Διαθήκη» του: «Πολιτική μὲ κόμμα – ἔθνος μὲ τελείαν» (=μὲ χωρὶς μέλλον).

Σημείωσις:

  1. Ἀλλοῦ γράφει: «Ὡς οἱ Ἰνδοὶ διαιροῦνται εἰς φυλάς, οὕτω καὶ οἱ Ἕλληνες διαιροῦνται εἰς τρεῖς τοιαύτας: α) Εἰς συμπολιτευομένους, ἤτοι ἔχοντας κοχλιάριον καὶ βυθίζοντας αὐτὸ εἰς τὴν χύτραν τοῦ προϋπολογισμοῦ. β) Εἰς ἀντιπολιτευόμενους, ἤτοι μὴ ἔχοντας κοχλιάριον καὶ ζητοῦντας ἐν παντὶ τρόπῷ νὰ εὕρωσι τοιοῦτον. γ) Εἰς ἐργαζομένους, ἤτοι οὔτε ἔχοντας κοχλιάριον, οὔτε ζητοῦντας τοιοῦτον, ἀλλὰ εἶναι ἐπιφορτισμένοι νὰ γεμίζωσι τὴν χύτραν διὰ τοῦ ἱδρῶτος των».

* Ὡς ἀπάντησις εἰς ὅσα ἀνιστόρητα καί ὑβριστικά ἐγράφησαν διά τόν Καποδίστριαν ἀπό μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Ἑορτασμοῦ.

Previous Article

Διανοούμενοι φανερὰ ἢ κεκαλυμμένα διαδίδουν τὴν πλάνην τῆς μετεμψυχώσεως

Next Article

Τὰ τζαμιὰ τῆς Θρᾴκης ἀνακαινίζονται

Διαβάστε ακόμα