Προβλήματα της από 1/4/20 απόφασης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου

Share:

Του Κυριάκου Κυριαζόπουλου

Εισαγωγή

Η από 1-4-2020 απόφαση της Διαρκούς Συνόδου υποστηρίζει ρητά τη νέα κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Παιδείας – Θρησκευμάτων και Υγείας, η οποία παραβιάζει την ελευθερία της λατρείας όλων των θρησκευμάτων, περιλαμβανομένης και της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, όπως απέδειξα με τα προηγηθέντα δύο άρθρα μου στη Ρομφαία με τίτλους:

1 – «Η προσωρινή απαγόρευση της λατρείας των θρησκευμάτων, για την προστασία της δημόσιας υγείας, παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία», το οποίο δημοσιεύθηκε μετά την έκδοση της πρώτης κοινής υπουργικής απόφασης η οποία απαγόρευσε πλήρως τη λατρεία μέχρι τις 30-3-2020, και

2 – «Γιατί η Κυβέρνηση επιμένει να παραβιάζει την ελευθερία της λατρείας και γιατί ο Αρχιεπίσκοπος την υποστηρίζει;», το οποίο δημοσιεύθηκε μετά την έκδοση της δεύτερης κοινής υπουργικής απόφασης η οποία εκ νέου απαγόρευσε πλήρως τη λατρεία μέχρι τις 11-4-2020.

Η εν λόγω απόφαση της Διαρκούς Συνόδου εντάσσεται σε μια εκκοσμικευμένη συνήθεια των συνοδικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό, να υποτάσσονται σχεδόν πάντοτε στα κελεύσματα της κρατικής εξουσίας – όπως και η Διοικούσα Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας υποτασσόταν στον Τσάρο, κατά το πρότυπο των κονσιστορίων των κρατικών προτεσταντικών εκκλησιών των υποταγμένων στα αντίστοιχα κράτη – με τις πρόσφατες εξαιρέσεις δύο Αρχιεπισκόπων, δηλ. του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α΄ (παρά το γεγονός ότι αναδείχθηκε επί χούντας των συνταγματαρχών) και του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος, ως πρόεδρος, θεωρείται εύλογο να κατευθύνει τις αποφάσεις των συνοδικών οργάνων. Δηλαδή τα συνοδικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, από την πραξικοπηματική ανακήρυξη της αυτοκεφαλίας της το 1833 από τον Ρωμαιοκαθολικό Βασιλιά Όθωνα και τους Προτεστάντες Αντιβασιλείς του (Κόμη Άρμανσπεργκ, Φον Μάουερ και Φον Χάιντεκ), εκδηλώνουν κατά κανόνα συμπεριφορά θεραπαινίδας της κρατικής εξουσίας.

Η ίδια απόφαση της Διαρκούς Συνόδου επικαλείται άσχετα προς τις συντρέχουσες περιστάσεις της επιδημίας, δηλαδή της μολυσματικής ασθένειας, από τον κορωναϊό, χωρία ομιλιών του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του νέου Οσίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη, προτρέποντας «όλους να ησυχάζουν, να ασκούνται στη σιωπή και την εντονότερη προσευχή». Ο σκοπός της διαφαίνεται ότι είναι να επιβάλει ψευδο-θεολογικό και διοικητικό πειθαναγκασμό των Αρχιερέων, των λοιπών κληρικών, των μοναχών και των λαϊκών, που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, και στη νέα κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Παιδείας – Θρησκευμάτων και Υγείας. Σημειωτέον ότι και η νέα αυτή κοινή υπουργική απόφαση απαγορεύει την ελευθερία της λατρείας αντίθετα προς το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων ακόμη και σε περίπτωση επιβολής κατάστασης έκτακτης δημόσιας ανάγκης (public emergency) για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Η συγκεκριμένη απόφαση της Διαρκούς Συνόδου επιβάλλει επιτακτικά αναγκαστική σιωπή και άκριτη υπακοή προς τους Αρχιερείς, λοιπούς κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, και μάλιστα ορίζει αντισυνταγματικά και αντίθετα προς το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων τα εξής: «… δεν επιτρέπει πλέον σε κανέναν απολύτως, Αρχιερέα, Ιερέα, Διάκονο, Μοναχό ή άλλον εργάτη της Εκκλησίας, να προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις ή εμφανίσεις στα μέσα της Γενικής Ενημερώσεως και το Διαδίκτυο…».

Βέβαια, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αποτελεί μια πρόοδο η πρόταση της Διαρκούς Συνόδου προς την Κυβέρνηση να μην γίνεται λειτουργία μόνο στο Ναό όπου αυτή μεταδίδεται τηλεοπτικά ή ραδιοφωνικά, αλλά να τελούνται σε όλους τους Ναούς οι ακολουθίες και οι θείες λειτουργίες, κεκλεισμένων των θυρών, και να κοινωνούν οι κληρικοί στους Ναούς και οι μοναχοί στις Μονές. Ταυτοχρόνως, αυτή η πρόταση αποτελεί, απαγορευμένη από το Σύνταγμα και από διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διάκριση σε βάρος των λαϊκών, για το λόγο ότι δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο θα μπορούν να κοινωνούν οι κληρικοί και μοναχοί και όχι οι λαϊκοί, δεδομένου ότι όλοι αποτελούν μέλη της Εκκλησίας, ευρισκόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες της επιδημίας του κορωναϊού.

Κατωτέρω θα εξετάσουμε:

1 – αν εναρμονίζεται με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε περιπτώσεις μολυσματικών ασθενειών (ή επιδημιών) ο ψευδο-θεολογικός πειθαναγκασμός, από την ανωτέρω απόφαση της Διαρκούς Συνόδου, των Αρχιερέων, λοιπών κληρικών, μοναχών και λαϊκών λαϊκούς που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε αναγκαστική σιωπή και άκριτη υπακοή στο θέμα της πλήρους απαγόρευσης της λατρείας και από τη νέα κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Παιδείας – Θρησκευμάτων και Υγείας), και

2 – αν εναρμονίζεται με την ελευθερία της θεολογικής έκφρασής τους, η οποία αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο διοικητικός πειθαναγκασμός, από την ως άνω απόφαση της Διαρκούς Συνόδου, για αναγκαστική σιωπή και άκριτη υπακοή των Αρχιερέων, των λοιπών κληρικών των μοναχών και των λαϊκών που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο θέμα της πλήρους απαγόρευσης της λατρείας και από τη νέα κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Παιδείας – Θρησκευμάτων και Υγείας).

Α. Ο ψευδο-θεολογικός πειθαναγκασμός, από την ανωτέρω απόφαση της Διαρκούς Συνόδου, των Αρχιερέων, λοιπών κληρικών, μοναχών και λαϊκών που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε αναγκαστική σιωπή και άκριτη υπακοή στο θέμα της πλήρους απαγόρευσης της λατρείας και από τη νέα κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Παιδείας – Θρησκευμάτων και Υγείας

Κατά τη γνήσια παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η πίστη, η αγάπη και η ελπίδα στο Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, στον Θεάνθρωπο Χριστό, και η αγάπη προς τον πλησίον, προβλέπουν τη χρήση, στη συλλογική και δημόσια λατρεία της Εκκλησίας, άρα με την παρουσία των πιστών – εννοείται: όσων δεν έχουν προσβληθεί από τη μολυσματική ασθένεια και τηρούν τα προβλεπόμενα υγειονομικά μέτρα που αρμόζουν σε αυτήν την περίσταση – κατά το Μέγα Ευχολόγιο (του εκδοτικού οίκου «Αστήρ»):

1 – Του Κανόνα εις την Αγία Τριάδα και εις πάντας τους Αγίους εις απειλήν λοιμικής ασθενείας (σε ήχο πλάγιο του δ΄, κατά το «Αρματηλάτην Φαραώ»), ο οποίος είναι διατυπωμένος σε πληθυντικό αριθμό, διότι ψάλλεται από τους ψάλτες ως εκπροσώπους όλης της Εκκλησίας επί παρουσία των μελών της Εκκλησίας (σελ. 543-547),

2 – Της Ευχής εις Λοιμικήν Νόσον, η οποία είναι επίσης διατυπωμένη σε πληθυντικό αριθμό, διότι απαγγέλλεται από τον Ιερέα ως εκπρόσωπο όλης της Εκκλησίας, επί παρουσία των μελών της (σελ. 548-553). Είναι μια ευχή δημόσιας εξομολογήσεως και μετανοίας αρχόντων και αρχομένων. Δεν νοείται ευχή μετανοίας ακόμη και ιδιωτικής, χωρίς τη φυσική παρουσία του μετανοούντος που γονατίζει στο πετραχήλι του πνευματικού.

3 – Της ενδεικτικά αναφερόμενης 39ης Ομιλίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (PG 151, 485496, ΕΠΕ, τομ. 10ος, σελ. 490-509), η οποία εκφωνήθηκε σε λιτανεία που έγινε για την τότε ασυνήθη και γενική πληγή του θανάτου (σε επιδημία). Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, δεν προέτρεψε τους πιστούς της Θεσσαλονίκης, να κλειστούν στα σπίτια τους για να μην μολυνθούν από την επιδημία, αλλά τους κάλεσε στη λιτανεία στην οποία προεξήρχε με αφορμή την επιδημία που ξέσπασε τότε, και με αφορμή την οποία εκφώνησε τη συγκεκριμένη Ομιλία του.

Και ο Κανόνας και η Ευχή θεωρούν ως αιτία της εκάστοτε μολυσματικής ασθένειας τις γενικευμένες, ανεξομολόγητες αμαρτίες των μελών της Εκκλησίας – εξυπονοουμένων και των αμαρτιών των μη μελών της που διαπράχθηκαν κατά παράβαση του νόμου της συνειδήσεως – και καλούν σε ειλικρινή μετάνοιά τους, προκειμένου να μη μολυνθούν από τη νόσο, να θεραπευθούν και να μη πεθάνουν αν ήδη μολύνθηκαν.

Ορισμένοι ύμνοι του ανωτέρω Κανόνα μας δίνουν μια ποιητική αίσθηση της αγωνίας της μολυσματικής ασθένειας και της ανάγκης αποφυγής της ή θεραπείας από αυτήν, όπως κατωτέρω:

«Εις πέλαγος αχανές, ασθενειών περικείμεθα, και λοιμικής συμφοράς, χειμάζει τα κύματα. Κυβερνήτα Κύριε, βοηθείας χείρα, επεκτείνας νυν διάσωσον» (1ος ύμνος της 6ης ωδής).

«Φλογίζει η κάμινος αμέτρων πόνων, και κατακαίει με, πυρετού λοιμικής με, η φλόξ απαύστως η αναιδέστατος. Αλλά τη δρόσω του ελέους σου, Σώτερ ανάψυξον ψάλλοντα, Ευλογητός ο Θεό ο των Πατέρων ημών» (1ος ύμνος της 7ης ωδής).

«Οδυνηρώς στενάζομεν, από κλίνης οδύνης ημών, και από λοιμώδους ασθενείας κράζομεν, προς σε τον φιλάνθρωπον. Τα της καρδίας όμματα, νυν αναπετώντες, την υγείαν αιτούμεν. Επίσκεψαι ημάς Σώτερ, και ανάστησον ψάλλειν, Λαός υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας (1ος ύμνος της 8ης ωδής).

Ορισμένα αποσπάσματα της ως άνω Ευχής είναι χαρακτηριστικά των αιτίων της μολυσματικής ασθενείας και των θεολογικών προϋποθέσεων αποφυγής της, όπως κατωτέρω:

«… τας θείας σου εντολάς ταύτας παραβάντες, και των ορέξεων ημών και των θελημάτων οπίσω γενόμενοι, πάσαν αμαρτίαν επιμελώς καθ’ εκάστην διενεργούμεν, καταλαλιάν, βλασφημίαν, μνησικακίαν, επιορκίαν, ψευδολογίαν, αισχρολογίαν, δόλον, έριν, φθόνον, και πάσαν αθέμιτον αισχρουργίαν φυσικήν τε και παρά φύσιν, και ήν ουδέ εν αλόγοις ζώοις εστίν ευρείν, ταύτην ασεβέστατα καινοτομούμεν».

«Εξέλιπον εν ματαιότητι αι ημέραι ημών, της βοηθείας της σης γεγυμνώμεθα, … τη κακία παλαιωθέντες, … πάντες εξεκλίναμεν, άμα ηχρειώθημεν, ουκ έστιν ο συνιών, ουκ έστιν έως ενός, Ιερείς και λαός εξέστημεν επί το αυτό». Προσοχή! Η Ευχή αναφέρεται στις αμαρτίες και των Ιερέων και του λαού, ως αιτιών της μολυσματικής νόσου, και ο Ιερέας την διαβάζει εξ ονόματος και επί παρουσία και των λοιπών Ιερέων και του λαού.

«Σήμερον περιίσταται τοις πατράσι και ταις μητράσι χορός παίδων, χορός υιών, χορός άλλων συγγενών και συνήθων, ως στενοχωρείσθαι τας οικίας τω πλήθει, συναγομένων εν οίς τε κατά φατρίας και συγγενείας. Και αύριον, άπαιδες, έρημοι, ελεεινοί, περιηρημένοι, και ώσπερ ηκρωτηριασμένοι τα καιριώτατα, και αθρόως την ελπίδα πάσαν αποβαλλόμενοι και της ζωής και του γήρως, και της διαδοχής της εις έπειτα γενεάς, και πάντων ομού των φυσικών, και των φιλτάτων, και των αναγκαιοτάτων στερούμενοι».

«Εξεπλάγημεν ουν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τω μεγέθει της αφορήτου ταύτης συμφοράς και της μάστιγος. Και μικρού εξέστημεν εαυτών, και απορία και αμηχανία περιέσχεν ημάς, και φόβος και τρόμος ανεκδιήγητος ήλθεν εφ’ ημάς, και εκάλυψεν ημάς σκιά θανάτου, και απειρήκαμεν και απεγνώκαμεν παντάπασιν».

«Και το δη χείριστον, ότι ουδέ διάραι τα όμματα ημών εις τον ουρανόν, ουδέ ανοίξαι το στόμα ημών, και εύξασθαι ενώπιόν σου τολμώμεν οι τάλανες, τω κέντρω του συνειδότος πληττόμενοι. Αλλά τα έργα ημών τα πονηρά, και πάσης ακαθαρσίας ανάμεστα, προ οφθαλμών έχοντες, αισχύνη τα πρόσωπα καλυπτόμενοι, αναξίους εαυτούς της σης βοηθείας και της σης αντιλήψεως κρίνομεν, τούτο μόνον, συντετριμμένοι και τεταπεινωμένοι, και κατησχυμμένοι βοώντες προς σε τον αγαθόν Θεόν. Δίκαιος εί, Κύριε, και δικαία η κρίσις σου κατά πάντα, ά επήγαγες ημίν…αλλά και ταύτην την καθ’ ημών επιφερομένην μάστιγα, φιλάνθρωπον πλέον, ή δικαίαν είναι ομολογούμεν… Αντίθες την άβυσσον των οικτιρμών σου τω πλήθει των ημετέρων κακών. Σοί μόνω αμαρτάνομεν, Κύριε, αλλά και σοί μόνω λατρεύομεν… Δέξαι, φιλάνθρωπε, την κοινήν ταύτην συντριβήν ημών, και καρδιακόν πόνον, ως εδέξω…». Προσοχή! Ο Ιερέας, εξ ονόματος των πιστών που πρέπει να είναι παρόντες, ικετεύει ρητά τον Άγιο Τριαδικό Θεό να δεχθεί την κοινή συντριβή και τον κοινό καρδιακό πόνο για τις αμαρτίες όλων μας, δηλαδή την κοινή μετάνοια όλων των μελών της Εκκλησίας.

Στην 39η Ομιλία του ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Ας αντιληφθούμε λοιπόν, αδελφοί, και από αυτό το πλήθος και το μέγεθος των αμαρτημάτων μας, ας επιστραφή ο καθένας από τα σαρκικά του φρονήματα και ας στραφή προς τον Κύριο. Ας μετανοήσωμε από ψυχή, ας απομακρυνθούμε από την πονηρή συνήθεια και την αμαρτητική γνώμη, για να σταματήσωμε τη θεία οργή και την μετατρέψωμε σε έλεος. Ας ιατρεύσωμε την κακία μας, για να μην καταστραφούμε από την κακία».

«Είναι λοιπόν φοβερό πράγμα ο θάνατος, είτε επερχόμενος είτε αναμενόμενος, αλλά είναι πολύ φοβερώτερο το να μη επιστρέφωμε από τις αμαρτίες μας. Διότι τούτο εδώ μεν αυξάνει την τιμωρία, κι’ έπειτα από εδώ παραπέμπει στα ατελείωτα κολαστήρια, που είθε να μη λάβη κανείς μας πείρα αυτών. Αν δηλαδή τα εδώ δεινά φαίνωνται αφόρητα, ενώ παρέρχονται και μόνο το σώμα εγγίζουν, τί είναι εκείνα, που μαζί με το σώμα τιμωρούν και την ψυχή και δεν παρουσιάζουν ποτέ προσδοκία απαλλαγής; Αλλά ας μετανοήσωμε εμείς, αδελφοί, κι’ ας επιστρέψωμε δεικνύοντας τη μετάνοια με έργα και λόγια, και ας προσπέσωμε στον Θεό με συντετριμμένη καρδιά, λέγοντας προς αυτόν, «Κύριε, να μη μας ελέγξης στο θυμό σου μήτε να μας παιδεύσης στην οργή σου» (Ψαλμ.37, 1), αλλά μεταχειρίσου μας σύμφωνα με το έλεός σου και όχι όπως αξίζομε».

«Διότι ‘επιστρέψατε προς εμέ κι’ εγώ θα επιστρέψω προς σας, λέγει ο Κύριος, και δεν πρόκειται να ενθυμούμαι πλέον τις αμαρτίες σας»’ (Ζαχ. 1, 3), εάν εμείς πάντως ή αποφύγωμε αυτές ανεπιστρέπτως ή εξιλεώσωμε το θείο δι’ εξομολογήσεως και μετανοίας με έργα που ισοσταθμίζει τα παραπτώματά μας, εξευμενίζοντάς το για μας με την ενεργό ταπείνωση. Έτσι θα μπορέσωμε, με την ανοχή της φιλανθρωπίας του Θεού που αναπληρώνει τις ελλείψεις μας, να απαλλαγούμε τώρα μεν από αυτήν τη θεία οργή και από αυτόν τον πρόωρο και γενικό θάνατο και την δι’ αυτού πανωλεθρία, στον μέλλοντα δε αιώνα να επιτύχωμε την αθάνατη ζωή…».

Β. Ο διοικητικός πειθαναγκασμός, από την ως άνω απόφαση της Διαρκούς Συνόδου, των Αρχιερέων, των λοιπών κληρικών, των μοναχών και των λαϊκών που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, για αναγκαστική σιωπή και άκριτη υπακοή στο θέμα της πλήρους απαγόρευσης της λατρείας από τη νέα κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Παιδείας – Θρησκευμάτων και Υγείας

Οι Αρχιερείς, οι λοιποί κληρικοί, οι μοναχοί και οι λαϊκοί που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, εκτός της ιδιότητας του κληρικού ή του μοναχού ή του λαϊκού, είναι και πολίτες που απολαμβάνουν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία αναγνωρίζονται και προστατεύονται από το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, απολαμβάνουν και του ανθρώπινου δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης, περιλαμβανομένης και της θεολογικής έκφρασης. Σημειωτέον ότι στη θεολογία μόνον τα δόγματα που περιέχονται στην Αγία Γραφή, την Ιερά Παράδοση και τους Δογματικούς Όρους των Οικουμενικών Συνόδων απολαμβάνουν του λεγόμενου αλαθήτου, δηλαδή του ύπατου κύρους. Αντιθέτως, όλα τα λοιπά θέματα είναι θεολογούμενα, δηλαδή επιδέχονται πολλαπλών ερμηνειών, στα πλαίσια της θεολογικής πολυφωνίας που αφορά τα θεολογούμενα.

Το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του. Το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναγνωρίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς επέμβαση δημόσιων αρχών και άσχετα από σύνορα. Το άρθρο 19 παρ. 2 αναγνωρίζει επίσης ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, το οποίο περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και της μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, ανεξάρτητα από σύνορα, προφορικά, γραπτά, σε έντυπα, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής του.

Ως περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης το Σύνταγμα προβλέπει τους νόμους του Κράτους (αρθ. 14 παρ. 1). Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρει ως σκοπούς του περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης 1) την εθνική ασφάλεια, 2) την εδαφική ακεραιότητα, 2) τη δημόσια ασφάλεια, 3) τη δημόσια τάξη, 4) την πρόληψη του εγκλήματος, 5) τη δημόσια υγεία, 6) τη δημόσια ηθική, 7) την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων, 8) την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών, 9) τη διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (αρθ. 10 παρ. 2). Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αναγράφει ως σκοπούς του περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης 1) τον σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων, 2) την εθνική ασφάλεια, 3) τη δημόσια τάξη, 4) τη δημόσια υγεία, 5) τη δημόσια ηθική (αρθ. 19 παρ. 3).

Εξάλλου οι Αρχιερείς, λοιποί κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, απολαμβάνουν και του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, ανεξάρτητα από την ανωτέρω ελευθερία της έκφρασης. Δηλαδή απολαμβάνουν της ελευθερίας της θρησκευτικής έκφρασης και μόνον δυνάμει της θρησκευτικής ελευθερίας. Και συγκεκριμένα, η ελευθερία της θρησκευτικής έκφρασης εμπεριέχεται στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης ή των θρησκευτικών πεποιθήσεων, η οποία ελευθερία δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό, σε αντίθεση προς την ελευθερία της εκδήλωσης θρησκείας, η οποία υπόκειται στους νόμιμους περιορισμούς. Αυτοί οι νόμιμοι περιορισμοί στην ελευθερία εκδήλωσης θρησκείας προβλέπονται από το άρθρο 13 παρ. 2 του Συντάγματος (δημόσια τάξη, χρηστά ήθη) και από το άρθρο 9 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και από το άρθρο 18 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (δημόσια ασφάλεια, δημόσια τάξη, δημόσια υγεία, δημόσια ηθική, δικαιώματα και ελευθερίες των άλλων).

Για να περιοριστεί νόμιμα είτε η ελευθερία της έκφρασης είτε η ελευθερία εκδήλωσης θρησκείας πρέπει το περιοριστικό μέτρο: α) να προβλέπεται από τυπικό νόμο (της Βουλής) ή από κανονιστική πράξη της κρατικής διοίκησης (ή ουσιαστικό νόμο), β) να επιδιώκει έναν ή περισσότερους από τους προβλεπόμενους και εξαντλητικά απαριθμούμενους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, και γ) να είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία, δηλ. να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας, αλλιώς να είναι το λιγότερο επιβαρυντικό περιοριστικό μέτρο για την επιδίωξη του επιδιωκόμενου από την κρατική εξουσία σκοπού δημοσίου συμφέροντος.

Συμπέρασμα

Όσον αφορά το πρώτο από τα ανωτέρω διατυπωθέντα ερωτήματα, από τη σύγκριση της ανωτέρω απόφασης της Διαρκούς Συνόδου με τη γνήσια παράδοση της Εκκλησίας σε περίπτωση επιδημίας, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι προβληματικές: α) η υιοθέτηση από τη Διαρκή Σύνοδο ενός εκκοσμικευμένου απομονωτισμού του τύπου «ο σώζων εαυτόν από τον κορωναϊό, σωθήτω» (ή μένουμε σπίτι από αγάπη) υπό το πρόσχημα της αγαπολογίας για την υγεία του εαυτού και του πλησίον, αντί του τονισμού της πάγιας παράδοσης της δημόσιας λατρείας και πνευματικότητας της Εκκλησίας και ειδικότερα της δημόσιας μετανοίας σε περίπτωση επιδημίας, και β) η προβολή των ποσών τα οποία η Διαρκής Σύνοδος ή επιμέρους Μητροπολίτες – όπως και πολιτικοί που διαφημίζουν τις φιλανθρωπίες τους – παρέχουν ως φιλανθρωπία σε αρμόδιους οργανισμούς, για την αντιμετώπιση της επιδημίας, αντί της εντολής του Χριστού, σε περίπτωση φιλανθρωπίας, «Μη γνώτω η αριστερά σου τί ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. 6, 3).

Από τη γνήσια παράδοση της Εκκλησίας πληροφορούμαστε ότι, σε περίπτωση μολυσματικής ασθένειας (ή επιδημίας), η Εκκλησία εντείνει τη συλλογική και δημόσια μυστηριακή και πνευματική της ζωή, και μάλιστα με λιτανείες, δηλαδή δημόσιες λατρευτικές πορείες του κλήρου και του λαού, που επακολουθούν την τέλεση της θείας λειτουργίας και τη μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων από τους πιστούς, κατά την πάγια εκκλησιαστική πράξη, με έμφαση τόσο στην ειλικρινή μετάνοια τόσο τη δημόσια όσο και την ιδιωτική, λαμβανομένων υπόψη, βεβαίως, των απαραίτητων υγειονομικών μέτρων. Τούτο προκύπτει ενδεικτικά τόσο από το Μέγα Ευχολόγιο όσο και από την αναφερόμενη 39η Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.

Στην ανωτέρω απόφαση της Διαρκούς Συνόδου δεν φαίνεται να λαμβάνεται καμία ποιμαντική μέριμνα για τους ασθενείς από κορωναϊό, είτε νοσηλεύονται κατ’ οίκο, είτε σε δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα, σε κοινούς θαλάμους ή σε μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ). Θεολογικά και ποιμαντικά θα έπρεπε να προβλέπεται η δυνατότητα εξομολογήσεως και λήψεως της θείας κοινωνίας από εντεταλμένους ιερείς και για τους ασθενείς που πάσχουν από κορωναϊκό. Μπορεί η Διαρκής Σύνοδος να αναλάβει το κρίμα των θανάτων συνανθρώπων μας από κορωναϊό, οι οποίοι θα ήθελαν να μεταλάβουν το λεγόμενο viaticum, δηλ. τη θεία κοινωνία πριν τον θάνατό τους από την εν λόγω μολυσματική ασθένεια;

Επίσης, η ίδια συνοδική απόφαση δεν λαμβάνει καμία ποιμαντική μέριμνα για την πνευματική ενίσχυση των πιστών, εν μέσω της επιδημίας, μέσω της λήψεως της θείας κοινωνίας από τους ιερείς των Ναών. Πώς είναι σίγουρη η Διαρκής Σύνοδος ότι, κατά την απόδοση της Μεγάλης Εορτής του Πάσχα, το μεσονύκτιο της 26ης προς την 27η Μαϊου, θα έχουν αρθεί τα περιοριστικά μέτρα της Κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του κορωναϊού, ώστε από τώρα να δίνει ραντεβού με τους πιστούς για να τους κοινωνήσει τότε και όχι τώρα, ενώ ομολογεί, κατά αντιφατικό τρόπο, ότι οι πιστοί δεν μολύνονται από κορωναϊό, όταν κοινωνούν Σώμα και Αίμα Χριστού; Μήπως ενόψει της απόδοσης της εορτής του Πάσχα η Διαρκής Σύνοδος πρόκειται να δώσει ραντεβού, για τη μετάληψη των πιστών, για την Πεντηκοστή ή για την Κοίμηση της Θεοτόκου ή για άλλη μεταγενέστερη εορτή ή απόδοση εορτής; Μπορεί ακόμη η Διαρκής Σύνοδος να αναλάβει το κρίμα των θανάτων συνανθρώπων μας από αιτίες άσχετες προς τον κορωναϊό, οι οποίοι θα ήθελαν να μεταλάβουν το λεγόμενο viaticum, δηλ. τη θεία κοινωνία πριν τον θάνατό τους, αλλά δεν μπορούν να το πράξουν, δεδομένου ότι το ραντεβού για την μετάληψη των πιστών δόθηκε από την ανωτέρω συνοδική απόφαση για την απόδοση της εορτής του Πάσχα στα τέλη του Μαϊου;

Όσον αφορά το δεύτερο από τα ανωτέρω διατυπωθέντα ερωτήματα, από την ανωτέρω απόφαση της Διαρκούς Συνόδου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες νόμιμες προϋποθέσεις περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης των Αρχιερέων, των λοιπών κληρικών, μοναχών και λαϊκών που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εξάλλου η ελευθερία της θρησκευτικής έκφρασης προστατεύεται πρωτίστως από την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης ή των θρησκευτικών πεποιθήσεων, η οποία δεν υπόκειται σε περιορισμούς. Κατά συνέπεια, η εν λόγω απόφαση της Διαρκούς Συνόδου στερείται νομιμότητας ως προς τη συγκεκριμένη διαταγή της, πράγμα το οποίο είναι ιδιαιτέρως σοβαρό, αν ληφθεί υπόψη ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.

Η τυχόν υποβολή των διατασσομένων Αρχιερέων, λοιπών κληρικών, μοναχών και λαϊκών που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε πειθαρχικά μέτρα, σε περίπτωση παραβάσεως της ανωτέρω αποφάσεως της Διαρκούς Συνόδου, θα συνιστούσε αυθαίρετη και καταχρηστική άσκηση εξουσίας μη προβλεπόμενης από τυπικό ή ουσιαστικό κρατικό νόμο, προσβαλλόμενη ενώπιον των αρμόδιων κρατικών δικαστηρίων. Κατόπιν των ανωτέρω, νομίμως οι Αρχιερείς, λοιποί κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί που εξαρτώνται υπηρεσιακά από διοικητικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, εκφράζουν γνώμες για το θέμα της απαγόρευσης της λατρείας και από τη νέα κοινή υπουργική απόφαση, έστω και αν αυτές οι γνώμες έρχονται σε αντίθεση προς την ανωτέρω απόφαση της Διαρκούς Συνόδου.

Σημείωση: Ο κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος είναι Καθηγητής (επ.) του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ., δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και Θεολόγος*

romfea.gr

Previous Article

Ὁ Ναυπάκτου ἀπαντᾶ εἰς Περγάμου καὶ Μεσογαίας

Next Article

Η Ορθοδοξία σε καθεστώς, κεκλεισμένων των… στομάτων

Διαβάστε ακόμα