Πως να γίνουμε τέλειοι;

Share:

Διαβάζουμε στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο: «έφη αυτώ ο Ιησούς· ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ και δεύρο ακολούθει μοι (Ματθ. ιθ  21).

Δηλαδή, εάν θέλης να είσαι τέλειος, πήγαινε, πώλησε ο,τι έχεις και μοίρασέ τα στους πτωχούς, και θα έχης θησαυρό στους ουρανούς και έλα να με ακολουθήσης. Αυτό ακριβώς έκαναν και οι άγιοι της Εκκλησίας μας. Να λοιπόν γιατί οι άγιοι της Εκκλησίας μας έγιναν τέλειοι. Να γιατί απολαμβάνουν τα κάλη του παραδείσου.

  • Κάποτε ένας αδελφός συμβουλεύθηκε τον Όσιο Θεόδωρο της Φέρμης και του λέγει: «Θέλω να φέρω σε πέρας τις εντολές του Κυρίου».

Και τότε του λέγει ο Όσιος για τον Αββά Θεωνά, ο οποίος είχε πη: «Θέλω να φέρω σε πέρας ο,τι καλό μου εμπνέει ο Θεός». Πηγαίνει λοιπόν στο αρτοποιείο και φτιάχνει ψωμιά. Και όταν του τα ζήτησαν οι φτωχοί, τους τα δίνει όλα. Του ζητούν και άλλοι, οπότε τους δίνει τα ζεμπίλια και το ρούχο που φορούσε. Μπαίνει ύστερα στο κελλί του, ζωσμένος με το μαφόρι. Αλλά και έτσι, πάλι κατηγορούσε τον εαυτό του, και έλεγε ότι δεν είχε εφαρμόσει πέρα ως πέρα την εντολή του Θεού.

  • Αλλά και ο Όσιος Σεραπίωνας, ενώ βάδιζε στον δρόμο κάποιος πτωχός του ζήτησε ελεημοσύνη. Δεν είχε όμως να του δώση κάτι και του έδωσε το πανωφόρι του, αν και το κρύο ήταν δριμύτατο και αυτός έμεινε μόνο με το εσωτερικό του ρούχο.

Αφού προχώρησε πιο πέρα συνάντησε άλλο γυμνό, που έτρεμε από το κρύο. Έτσι τον λυπήθηκε και του έδωσε και το εσωτερικό του ρούχο και έμεινε τελείως γυμνός. Μόνο ένα Ευαγγέλιο κρατούσε, για να διαβάζη.

Όταν τον συνάντησε κάποιος αδελφός τον ρώτησε…, ποιός τον έγδυσε. Αυτός του απάντησε: «Αυτό το Ευαγγέλιο», εννοώντας με αυτό ότι ήθελε να εφαρμόση όσα σε αυτό δίνει εντολή ο Κύριος και έδωσε ο,τι και εάν είχε, για να μη γίνη ανυπάκουος αυτού.

Μετά από λίγο πούλησε και το Ευαγγέλιο και μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς.

Όταν ρωτήθηκε από τον μαθητή του, το Ευαγγέλιο που το έδωσε, απάντησε: «Πίστεψέ με, παιδί μου, ότι για να κάνω το θέλημα του Δεσπότου, που λέγει, πώλησε ο,τι έχεις και δώστα στους φτωχούς, έτσι και εγώ έδωσα όχι μόνον τα υπόλοιπα πράγματά μου, αλλά και αυτόν τον Δεσπότη πούλησα και μοίρασα το αντίτιμο στους φτωχούς».

  • Στη Γερμανική κατοχή είχε τελειώσει σχεδόν η προμήθεια του σιταριού της Ι. Μονής Φιλοθέου και οι Πατέρες αποφάσισαν να κόψουν τη φιλοξενία.

Ένας ευλαβής Γέροντας ο Γερο – Σάββας, όταν το έμαθε πολύ λυπήθηκε και παρακαλούσε την Γεροντία να μη το κάνουν αυτό, γιατί θα λυπήσουν τον Χριστό, και θα φύγη η ευλογία από την Μονή.

Τους έλεγε δε και πολλά παραδείγματα από την Αγία Γραφή, όπως της Σωμανίτιδος χήρας με τον Προφήτη Ηλία κ.α. και τελικά τον άκουσαν. Κάθε λίγο και λιγάκι όμως ενοχλούσαν τον Γέρο – Σάββα και του έλεγαν.

– Το αλεύρι τελείωσε. Τι θα γίνη;

Ο Γέροντας τους απαντούσε:

– Πατέρες μου, αυτό το λίγο που υπάρχει ακόμη, ας το φάμε μαζί με τον κόσμο, και η Παναγία δεν θα μας αφήση.

Είχαν απομείνει πια μόνο είκοσι πέντε οκάδες σιτάρι στην αποθήκη της Ι. Μονής και τίποτε άλλο και άρχισαν οι Πατέρες να διαμαρτύρωνται στο Γέρο – Σάββα κάπως πειραχτικά.

– Ε Γέρο – Σάββα, τελείωσε το σιτάρι. Τι γίνεται τώρα;

Το ευλαβέστατο και πιστό Γεροντάκι απαντούσε:

– Μη χάνετε, ευλογημένοι, την ελπίδα σας στη Γλυκοφιλούσα μας. Αλέστε και αυτές τις εικοσιπέντε οκάδες σιτάρι, κάντε το ψωμί και μοιράστε το στους Πατέρες και στους λαϊκούς και ο Θεός θα φροντίση για όλους μας σαν καλός Πατέρας.

Μόλις λοιπόν τελείωσε το ψωμί τους, πριν ακόμη πεινάσουν, έφθασε ένας καπετάνιος από την Καβάλα στη Ι. Μονή Φιλοθέου και ζήτησε ξυλεία να ανταλλάξη με σιτάρι. Βλέποντας οι Πατέρες τόσο ολοζώντανη την πρόνοια της Παναγίας, που φρόντισε σαν καλή Μάνα τα παιδιά της, δόξασαν όλοι τον Θεό. Περισσότερο φυσικά απ’ όλους δόξασε τον Θεό και ευχαρίστησε την Παναγία ο Γέρο – Σάββας, ο οποίος και την ευχαριστούσε συνέχεια με την αγία του ζωή.

Έλεγε μετά στους Πατέρες ο Γέροντας:

– Δεν σας έλεγα, ευλογημένοι, ότι η Παναγία δε θα μας αφήση;

 

 

Previous Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Next Article

My desire was to be received through Baptism

Διαβάστε ακόμα