Σεβ. Ἀβύδου: Τό Φανάρι εἶναι «πρῶτον ἄνευ ἴσων»

Share:

Τοῦ κ. Παναγιώτου Κατραμάδου

Ἐτρίτωσε τὸ κακὸν εἰς τὸ Πατριαρχεῖ­ον Κων/λεως. Ἕως σήμερα ἦτο γνωστὸν ὅτι προπαγανδισταὶ τῆς κακοδόξου θεωρίας «πρῶτος ἄνευ ἴσων» διὰ τὸν Κων/λεως ἦσαν ὁ Σεβ. Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας καὶ ὁ Σεβ. Ἀμερικῆς κ. Ἐλπιδοφόρος Λαμπρινιάδης. Προσ­φάτως, τὴν δόξαν αὐτῶν ἐζήλευσε καὶ ὁ Θεοφ. Ἀβύδου κ. Κύριλλος Κατερέλλος, ὁ ὁποῖος ἀπεφάσισε νὰ ἀκολουθήση τὰ βήματά των. Συνέγραψε, λοιπόν, πόνημα μὲ τὸν τίτλον «Ὁ Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὸ Πηδάλιο καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας», τὸ ὁποῖον ἐξέδωσεν ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης. Τὸ ὅλον ἐγχείρημα ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς κακοδόξου θεωρίας μὲ ἀφορμὴν τὸ «Οὐκρανικόν». Συγκεκριμένα γράφει (ὅσα εἶναι ἔντονα εἶναι ὑπογραμμίσεις τοῦ ἰδίου!):
«Θὰ πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ τονισθεῖ καὶ νὰ εἶναι σαφὲς ὅτι τὸ πρωτεῖο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἀποδίδεται ἀπὸ τοὺς ἱ. κανόνες σὲ πρόσωπο, ἀλλὰ στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐκφραζόμενο, βεβαίως, ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε κατέχοντα τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος, ὅμως λειτουργεῖ πάντοτε συνοδικά. Στὸ πλαίσιο οἱασδήποτε ἐκφράσεως τῆς συνοδικῆς λειτουργίας, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως λειτουργεῖ πάντοτε ὡς πρῶτος μεταξὺ ἴσων, εἴτε λειτουργεῖ σὲ τοπικό, εἴτε σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ταυτόχρονα, ὅμως, διὰ τῶν ἱ. κανόνων καὶ τῆς δισχιλιετοῦς κανονικῆς παραδόσεως, ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπέκτησε τὸ προνόμιο νὰ δέχεται ἐκκλήτους, νὰ χορηγεῖ τὸ αὐτοκέφαλο σὲ νέες Ἐκκλησίες, νὰ συγκαλεῖ πανορθοδόξους συνόδους καὶ νὰ προΐσταται αὐτῶν. Σὲ ὅλες τὶς παραπάνω λειτουργίες ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δὲν λειτουργεῖ καὶ δὲν ἀποφασίζει ἀπὸ μόνος του, ἀλλὰ λειτουργεῖ συνοδικὰ ἔχοντας τὴ σύμφωνη γνώμη τῆς περὶ αὐτὸν Ἱερᾶς Συνόδου. Οὐδέποτε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἵσταται ὑπεράνω τῆς συνοδικῆς λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ συνέπεια, τὸ ἐρώτημα ἐὰν ὁ Πατριάρχης λειτουργεῖ ὡς πρῶτος μεταξὺ ἴσων ἢ ὡς πρῶτος ἄνευ ἴσων δὲν ἔχει ἀντίκρυσμα στὸ πνεῦμα, τὸ γράμμα καὶ τὴ λογικὴ τῶν ἱ. κανόνων.
Τὸ ἐρώτημα κατὰ τοὺς ἱ. κανόνες ὀφείλει, κατὰ συνέπεια, νὰ μετατεθεῖ στὸ ἐὰν ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὄχι ὁ Πατριάρχης εἶναι πρῶτος μεταξὺ ἴσων ἢ πρῶτος ἄνευ ἴσων. Ἡ ἀπάντηση στὸ πραγματικὸ καὶ ἀληθὲς αὐτὸ ἐρώτημα εἶναι ὅτι, ἐὰν ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως λειτουργεῖ στὸ πλαίσιο τῆς συνοδικῆς λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας (στὸ πλαίσιο τῆς Πενταρχίας πρὶν τὴν ἀποκοπὴ τῆς Ρώμης ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν Πατριαρχῶν ἢ στὸ πλαίσιο μιᾶς παν­ορθοδόξου ἢ μείζονος Συνόδου κατὰ τὴ δεύτερη χιλιετία μὲ τὴ δημιουργία 14 αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν), λειτουργεῖ ὡς ἴσος πρὸς ἴσους. Ὅταν, ὅμως, ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀσκεῖ τὰ ἀνωτέρω ἰδιαίτερα προνόμια ποὺ ἀπεδόθησαν σ’ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ἱ. κανόνες καὶ τὴν κανονικὴ παράδοση, τότε δὲν ὑπάρχει ἐξίσωση οὔτε ἰσοπέδωση μὲ τοὺς ἄλλους θρόνους καὶ ἡ «ὑπεροχὴ» τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ἀδιαμφισβήτητη.
Κατὰ συνέπεια, τὸ δίλημμα Primus cum paribus ἢ Primus sine paribus ποὺ τίθεται τελευταῖα καὶ στὸ ὁποῖο τὸ κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας κάνει ἀναφορά, ἀφορᾶ τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὄχι τὸ πρόσωπο τοῦ ἑκάστοτε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ ὁδηγεῖται κανεὶς στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δὲν εἶναι ποτὲ πρῶτος ἄνευ ἴσων, διότι ἀκόμα καὶ ὅταν ἀσκεῖ τὰ ἰδιαίτερα προνόμια τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, λειτουργεῖ συνοδικά, ὄχι αὐθαίρετα μόνος του, ἐνεργοποιώντας καὶ ἐκφράζοντας τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Primus sine paribus εἶναι μόνον ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὄχι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ μόνο στὴν περίπτωση ποὺ ἀσκοῦνται τὰ ἀνωτέρω μνημονευθέντα ἐξαιρετικὰ προνόμια τοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου (κατὰ πολὺ περισσότερο ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δὲν διαθέτει πρωτεῖο ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἔρεισμα καὶ ἀναγωγὴ τριαδολογική). Αὐτὴ εἶναι ἡ παρακαταθήκη τῶν ἱ. κανόνων καὶ τῆς πατερικῆς καὶ κανονικῆς παραδόσεως ποὺ σκοπίμως διαστρέφεται ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας. Ἐὰν δὲν ἰσχύει τὸ τελευταῖο, τότε ἰσχύει κάτι, τὸ ὁποῖο εἶναι ἐξ ἴσου ἀσύγγνωστο: οἱ συντάξαντες τὸ κείμενο (ἐνν. τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας) εἶναι ἀδαεῖς τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καὶ τοῦ ὀρθοδόξου κανονικοῦ δικαίου».
Ὑπέρτερος τῶν Περγάμου-Ἀμερικῆς
Τὸ κείμενον αὐτὸ ἔχει δύο σκοπούς. Ὁ πρῶτος εἶναι ἐμφανής: προδήλως ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ συνοδικοῦ κειμένου «περὶ πρωτείου» τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τῆς 26ης Δεκεμβρίου 2013 μὲ σκοπὸν νὰ καταδείξη «ὑπέρτερον» ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ δεύτερος εἶναι κεκρυμμένος: μὲ ἔμμεσον τρόπον ὁ Θεοφιλέστατος καταφέρεται κατὰ τῶν Σεβ. Περγάμου καὶ τῶν Σεβ. Ἀμερικῆς διὰ τὴν μέθοδον ποὺ ἐπέλεξαν, διὰ νὰ θεμελιώσουν τὴν θεωρίαν τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων».
Ὁ Θεοφιλέστατος ὡς Καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς, ὅταν γράφη ὅτι τὸ «πρωτεῖον» δὲν «μπορεῖ νὰ ἔχει ἔρεισμα καὶ ἀναγωγικὴ τριαδολογική», ἐλέγχει τὸν ὁμόλογόν του Καθηγητὴν Σεβ. Περγάμου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑποστηρίξει τὸ «παγκόσμιον πρωτεῖον» τοῦ Κων/λεως, ἑδράζον αὐτὸ εἰς τὸ -κακόδοξον βεβαίως- «πρωτεῖον»(!) τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἔναντι τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!
Ὁ Θεοφιλέστατος, ἐπίσης, γράφων ὅτι τὸ «πρωτεῖον» δὲν ἀποδίδεται «σὲ πρόσωπο, ἀλλὰ στὸ θρόνο» ἢ (δὶς) ὅτι «ὁ θρόνος τῆς Κων/λεως καὶ ὄχι ὁ Πατριάρχης εἶναι πρῶτος» ἀσκεῖ κριτικὴν εἰς τὸν συνάδελφόν του Πανεπιστημιακὸν Σεβ. Ἀμερικῆς, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν γνωστὴν μελέτην του «Primus sine paribus» ἀναφέρει ὅτι «αὐτὸ τοῦτο τὸ πρόσωπον τοῦ ἑκάστοτε Ἀρχιεπισκόπου Κων/λεως» εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ «πρωτείου ἄνευ ἴσων»!
Ἑπομένως, ὁ Θεοφιλέστατος ἂν ἐπιτύχη τὸν σκοπόν του θὰ ἀναδειχθῆ ὑπέρτερος δύο διασήμων Ἱεραρχῶν καὶ Ἐπισκόπων, ἐνισχύων τὴν θέσιν του εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Κων/λεως, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ οἱ τρεῖς ἀνήκουν.
Δυστυχῶς, διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ οἱ τρεῖς Ὀρθόδοξοι(;) Ἱεράρχαι ἀλλὰ καὶ Καθηγηταὶ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνον ἠστόχησαν περὶ τὴν πίστιν καὶ τοὺς ἱ. κανόνας, ἀλλὰ ἐπιπλέον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζουν – ἀκόμη καὶ ἂν μὲ κάθε μέσον οἰκοδομηθῆ – δὲν δύναται νὰ σταθῆ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἂν χρειάζωνται μελέται ἐπὶ μελετῶν, διὰ νὰ πείσουν περὶ τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων» αὐτὸ σημαίνει ὅτι κανεὶς μέχρι σήμερα δὲν ἐπίστευεν ὅτι ὑφίσταται κάτι τέτοιο καὶ ἄρα οὔτε πρόκειται νὰ ὑπάρξη. Ματαιοπονοῦν, ἀλλὰ προσκαίρως ἐμβάζουν εἰς περιπετείας τὴν Ἐκκλησίαν. Τὸ καλὸν ἀπὸ ὅλον αὐτὸ εἶναι ὅτι εἰς τὸ τέλος θὰ ὠθήσουν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸ νὰ καταδικάση ἅπαξ καὶ διαπαντὸς τὰ ὑπερφίαλα φληναφήματά των, ὅπως ἔγινε πάντοτε εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν, ὅπου οἱ Πατέρες δὲν ἐφείσθησαν οὔτε τοῦ πρώτου Πατριαρχείου τῆς Ρώμης. Τελικῶς, ἐργάζονται ἀκουσίως διὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως, τοῦ ἔχοντος ὡς διαφαίνεται ὅμοιον κατάληξιν μὲ αὐτὸ τῆς Ρώμης.
Ἡ “τραγικότης” τῶν ἐπιχειρημάτων
Ὁ Θεοφιλέστατος, διὰ νὰ ἀποφύγη τὰς αἰτιάσεις τῆς Μόσχας ἀλλὰ καὶ τὰς ὑπερβολὰς τοῦ Σεβ. Ἀμερικῆς διατείνεται ὅτι τὸ – ἀμάρτυρον εἰς τοὺς ἱ. κανόνας διὰ τοῦτο καὶ ἀνύπαρκτον – «πρωτεῖον» δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Κωνσταντινουπόλεως προσωπικῶς, ἀλλὰ εἰς τὴν ἕδραν αὐτοῦ, τῆς ὁποίας αὐτὸς εἶναι ὁ ἐκφραστής. Τὸ ἴδιο λέγει καὶ ὁ Πάπας, δὲν εἶναι αὐτὸς ὡς πρόσωπον, ἀλλὰ ἡ ἕδρα του ποὺ τὸν ἀναδεικνύει: δὲν εἶμαι ἀλάθητος παρὰ μόνον ὅταν ὁμιλῶ «ex cathedra», κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἀξιώματός μου ὡς ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὰς συνεχεῖς δηλώσεις τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ὅτι ἄνευ τῆς Κων/λεως οἱ Ὀρθόδοξοι θὰ εἴμεθα ὡς «πρόβατα μὴ ἔχοντες ποιμένα».
Ὁ Σεβ. Ἀβύδου πιστεύει ὅτι ἀποφεύγει τὴν ἐκτροπὴν πρὸς τὸν παπισμόν, τονίζων ἐπανειλημμένως εἰς τὸ κείμενόν του ὅτι ὁ Πατριάρχης Κων/λεως ἀσκεῖ τὸ «πρωτεῖον» πάντοτε μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι αὐτὸ γίνεται εἰς τὸ πλαίσιον τῆς συνοδικῆς λειτουργίας. Ἂν κρίνωμεν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, δηλ. ὅτι δὲν συγκαλεῖται ποτὲ ἡ Ἱεραρχία τοῦ Φαναρίου, ὅτι ἡ σύνθεσις τῆς ΔΙΣ τοῦ Φαναρίου εἶναι ἐπιλεγμένη ἀπὸ τὸν Πατριάρχην καὶ ὄχι αὐτοδικαίως βάσει ὁρισμένης σειρᾶς καὶ ὅτι – ὡς μαρτυροῦν οἱ συμμετέχοντες – ἀποφασίζει δικτατορικῶς, τότε μᾶλλον εἶναι δημοκρατικώτερος ὁ Πάπας, ποὺ ὑποτάσσεται εἰς τὸ κοκλάβιον.
Ἂς ἀφήσωμεν ὅμως τὴν πραγματικότητα καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ἂν αὐτὸ ποὺ λέγη ὁ Θεοφιλέστατος εἶναι ὀρθόν. Ὅποιος ἀναγνώσει προσεκτικὰ τὸ κείμενον τοῦ Θεοφιλεστάτου, θὰ παρατηρήση ὅτι τὸ «συνοδικὸν πλαίσιον» ποὺ ἐπικαλεῖται τὸ ταυτίζει μὲ τὴν «περὶ τὸν Πατριάρχην Ἱερὰν Σύνοδον». Δηλαδή, ἀποδίδει εἰς τὴν Ἱ. Σύνοδον τοῦ Κωνσταντινουπόλεως (τὴν ΔΙΣ! ἢ ἔστω ὁλόκληρον τὴν Ἱεραρχίαν) τὸ «προνόμιον» νὰ ἀποφασίζη διὰ ζητήματα εἴτε παγκοσμίου ἐπιπέδου εἴτε ἄλλης δικαιοδοσίας. Τί εἶναι ἡ «Πατριαρχικὴ Σύνοδος», μία σύνοδος σοφῶν ποὺ ἀποφασίζει δι’ ὅλους; Ἔχει περισσότερον Ἅγιον Πνεῦμα;
Ὡσαύτως, εἶναι ψευδὲς αὐτὸ ποὺ γράφει ὅτι «οὐδέποτε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἵσταται ὑπεράνω τῆς συνοδικῆς λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας», διότι ἂν αὐτὸς μὲ τὴν «περὶ αὐτὸν Ἱ. Σύνοδον» ἀποφασίζη διὰ «ἔκκλητα» καὶ «αὐτοκεφαλίας», τότε αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὄντως ἵσταται ὑπεράνω τῆς συνοδικῆς λειτουργίας τῶν Ἱ. Συνόδων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν! Ὡς πρῶτος τῆς ἰδικῆς του Συνόδου εἶναι ὑπέρτερος ὄχι μόνον τῶν ὑπολοίπων Προκαθημένων ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν Συνόδων!
Καταλήγει ὁ Σεβ. Ἀβύδου ὅτι «πρώτη ἄνευ ἴσων» εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κων/λεως μόνον διὰ θέματα «ἐκκλήτου», «αὐτοκεφαλιῶν» καὶ «συγκλήσεως καὶ προεδρίας πανορθοδόξων συνόδων».
Ἂν ἡ σύγκλησις καὶ ἡ προεδρία Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν ἦτο – ὡς εἶναι γνωστὸν – προνόμιον τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι αὐτὸ ἰσχύει διὰ τὰς πανορθοδόξους.
Ἂν ὅλαι αἱ Ἐκκλησίαι ἦσαν ἕως τὸν 4ον αἰῶνα αὐτοκέφαλοι – ὡς ὁ ἴδιος ἀναφέρει – καὶ αἱ αὐτοκεφαλίαι ποὺ ἐδόθησαν ἀναμένουν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον – ὡς πάλιν ὁ ἴδιος γράφει – τότε δὲν ὑπάρχει κανένα «προνόμιον» τοῦ Κων/λεως, ἀλλὰ ἁπλῶς οἱ ἀντικανονικοί «Τόμοι» εἶναι ὡς διαπιστωτικαὶ πράξεις ποὺ ἀφοροῦν τὸ ἴδιον τὸ Πατριαρχεῖον, δηλ. ὅτι ἀναγνωρίζει ὅτι ἔρχεται εἰς κοινωνίαν μὲ τὴν κάθε -ἤδη- αὐτοκέφαλον ὑπάρχουσαν Ἐκκλησίαν.
Ὁ Θεοφιλέστατος, ὡστόσο, θέτει ὅλον τὸ βάρος τῆς μελέτης του, διὰ νὰ τεκμηριώση τὸ «ἔκκλητον». Διὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ χώρου (διότι ἡ πλειὰς ἱστορικῶν ἐπιχειρημάτων του εὐκόλως ἐλέγχεται, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερον ἄρθρον) ἂς δεχθῶμεν ὅτι ὄντως ὑπάρχει ἡ δυνατότης «ἐκκλήτου». Ὡστόσον, ὁ Θεοφιλέστατος πουθενὰ δὲν ἐπιτυγχάνει νὰ ὑπερκεράση τὸ πρόβλημα τοῦ διαζευκτικοῦ «ἢ» εἰς τοὺς ἱ. κανόνας 9 καὶ 17 τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου ὁρίζεται ὅτι μία ὑπόθεσις ἐκδικάζεται «εἰς τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως ἢ τὸν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον». Ἑπομένως, οὔτε μὲ τὴν ἰδικήν του ἐπιχειρηματολογίαν στέκει «ἔκκλητον», διότι ἂν αὐτὴ ἔχη δικασθῆ ἤδη εἰς δευτεροβάθμιον δικαστήριον, δὲν ὑπάρχει ἄλλον «ἔκκλητον». Θέσπισις «ἐκκλήτου» πρὸς τὸν Κων/λεως θὰ ἐσήμαινε τριτοβάθμιον δικαστήριον καὶ δίκην ἐκτὸς δικαιοδοσίας, δηλ. δύο παραμέτρους ποὺ τὸ καθιστοῦν ἀνυπόστατον.
Ἡ θέσις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας
Ὁ Σεβ. Ἀβύδου ὅμως ἐπιμένει εἰς τὸ «πρῶτος ἄνευ ἴσων», διὰ νὰ ἐναντιωθῆ εἰς τὴν Μόσχαν. Μετὰ τὰ ὅσα ἀνεφέραμεν καλοῦμεν τοὺς ἀναγνώστας νὰ κρίνουν μόνοι τους ποία θέσις εἶναι Ὀρθόδοξος, παραθέτοντες ἕνα ἐλάχιστον, ἀλλὰ ἐνδεικτικὸν ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἐπίσημον συνοδικὸν κείμενον τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τῆς 26ης Δεκεμβρίου 2013 διὰ τὸ «πρωτεῖον»:
«Στὴν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία τὸ πρωτεῖο κατὰ πάντα ἀνήκει στὴν Κεφαλή της τὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου. Κατὰ τὸν Ἅγιον Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς Ἐκκλησίας· ὃς ἐστιν ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων (Κολ. 1,18)…
Οἱ κανόνες ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται τὰ Ἱερὰ Δίπτυχα, δὲν παρέχουν σὲ πρῶτο (ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἦταν Ἐπίσκοπος Ρώμης) κάποιες ἐξουσιαστικὲς ἁρμοδιότητες ἐντὸς πλαισίων τῆς καθόλου Ἐκκλησίας.
Οἱ ἐκκλησιολογικὲς ἀλλοιώσεις, διὰ τῶν ὁποίων στὸν πρῶτο ἐπὶ τοῦ παγκοσμίου ἐπιπέδου ἀποδίδονται διοικητικὲς λειτουργίες, χαρακτηριστικές τοῦ πρώτου σὲ ὑπόλοιπα ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως (ἐν. Ἐπισκοπὴ ἢ Τοπικὴ Σύνοδος), στὴν πολεμικὴ φιλολογία τῆς δευτέρας χιλιετίας ἀπέκτησαν τὴν ὀνομασία τοῦ «Παπισμοῦ»…
Ἡ μεταφορὰ τῶν λειτουργιῶν τοῦ πρώτου ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο ἐπισκοπῆς σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο, ἐπὶ τῆς οὐσίας σημαίνει τὴν ἀναγνώριση ἑνὸς ἰδιαίτερου εἴδους λειτουργήματος, δηλονότι ἐκείνου τοῦ «Παγκοσμίου Ἀρχιερέως», ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν πληρότητα τῆς διδακτικῆς καὶ διοικητικῆς αὐθεντίας στὴν ἀνὰ τὴν Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία. Ἡ ἀναγνώριση τοιαύτη διὰ τῆς καταργήσεως τῆς μυστηριακῆς ἰσότητος τῶν Ἐπισκόπων, συνεπάγεται τὴν ἐμφάνιση μιᾶς δικαιοδοσίας τοῦ Παγκοσμίου Πρωθιεράρχου, τὴν ὁποία οὔτε οἱ ἱεροὶ κανόνες δὲν ἀναφέρουν, ἀλλὰ οὔτε ἡ ἁγιοπατερικὴ Παράδοση, καὶ ἡ ὁποία ὡς ἀποτέλεσμα ἔχει τὴν ἐλάττωση ἢ ἀκόμα τὴν ἄρση τοῦ αὐτοκεφάλου τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν».
Ἀκόμη ὅμως οἱ Ἱεράρχαι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχουν ἀντιληφθῆ οὔτε εἰς τὴν ἐλαχίστην του διάστασιν τί προμηνύει εἰς τὸ μέλλον ἡ ὑποστήριξις τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ὡς «πρώτου ἄνευ ἴσων».

Previous Article

Ὁ ἐκφοβισμὸς τῶν πιστῶν τὸ Πάσχα τοῦ 2020

Next Article

Ὁ Ραββῖνος ποὺ ἥνωσε τὸ Φανάρι μὲ τὸ Κίεβον

Διαβάστε ακόμα