Συμφέρει τήν Ὀρθοδοξίαν ἡ μεταφορά τοῦ Φαναρίου εἰς ἐλευθέραν περιοχήν;

Share:

Ἀξιότιμε Κύριε Διευθυντά,

Στὸ ἐπίκαιρο, ἔγκριτον, κύριον ἄρθρον τοῦ λογίου συνεργάτου σας Κυρίου Παναγιώτου Κατραμάδου «Ὁ Ἐρντογὰν πρὸ τῶν Πυλῶν! Μεταφορὰ τοῦ Φαναρίου;» Ο.Τ., ἀρ. φύλ. 2317, Παρασκευὴ 31 Ἰουλίου 2020, σελ. 1 καὶ 7), ἂς μᾶς ἐπιτραπῆ μία παρέμβαση ἱστορικῆς σημασίας καὶ βαρύτητος.

Οἱ πρῶτες σκέψεις περὶ μεταφορᾶς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Ἑλλάδα ἔγιναν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπέλαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντίνου Στ’, τοῦ Ἀράμπογλου, τὴν 30ὴν Ἰανουαρίου 1925. ΟΙ Ἱεράρχες τῶν «Νέων Χωρῶν» εἶναι ἀντίθετοι μὲ τὴν ἐκλογὴ διαδόχου τοῦ ἀπελαθέντος Κωνσταντίνου. Μία ἀπὸ τὶς ἐπιπτώσεις, στὴν περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία δὲν θὰ ἐγένετο δεκτὸν τὸ αἴτημα τῶν Ἱεραρχῶν τῶν «Νέων Χωρῶν» ἦταν ἡ «προσωρινὴ ἐγκαθίδρυσις Πατριαρχείου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἢ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Θὰ κληθῆ δὲ καὶ Σύνοδος ἐκ τῶν Ἀρχιερέων τῶν «Νέων Χωρῶν»». Σύμφωνος μὲ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἦτο καὶ ὁ ἀπελαθεὶς Πατριάρχης Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὶς πανταχόθεν πιέσεις, δὲν ἀπεφάσιζε τὴν παραίτησή του. Παραδόξως, ὅταν συνέβαιναν αὐτά, ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του καὶ ὁ ρωσικὸς παράγοντας μὲ πρόταση τῆς Μόσχας πρὸς τὸν Κωνσταντῖνο νὰ τὴν ἐπισκεφθῆ μὲ τὸ δέλεαρ, ὅτι θὰ τοῦ ἐπεφύλασσαν ὑποδοχὴ Πατριάρχου  Μόσχας.

Ὁ Μελέτιος Μεταξάκης, παραιτηθεὶς ἀπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὴν 21ην Σεπτεμβρίου 1923, εὑρισκόμενος στὸ ‘Ἅγιον Ὄρος, συμβουλεύει τὸν Κωνσταντῖνο νὰ μὴ παραιτηθῆ , ἀλλὰ νὰ ζητήση τὴν μεταφορὰ τοῦ Πατριαρχείου στὴν Θεσσαλονίκη., διότι, προφανῶς, εἶχε τὴν ἐλπίδα νὰ ἐκτοπίση αὐτὸν καὶ «νὰ ἐπιβῆ καὶ πάλιν τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου».

Ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες τοῦ «Ἡμερολογίου» του ὁ Μελέτιος ὑποδεικνύει στὴν Κυβέρνηση τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μάλιστα μὲ τὴν ἀπὸ 30 Ἰανουαρίου 1925 ἐπιστολήν του, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπομακρυνθῆ ἡ Ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπὸ τὴν ΚΠολη, ἔτσι ὥστε «ἀπὸ ἐλευθέρας πόλεως» λάβη χώρα ἡ ἐκλογὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σὲ διαδοχὴ τοῦ ἀπελαθέντος Κωνσταντίνου. Σχεδὸν σὲ ὅλο τὸ πρῶτο μέρος τοῦ «Ἡμερολογίου»  του τὸ θέμα αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἔμμονη σκέψη του, ἕνα θέμα ποὺ ὑπογραμμίζεται ἀπὸ τοὺς ἀναλυτὲς τῶν ἐκκλησιαστικῶν γεγονότων τῆς ἐποχῆς αὐτῆς.

Μεταγενέστερες σκέψεις  περὶ μεταφορᾶς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Ἑλλάδα ἔγιναν κατὰ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 καὶ ἀνελήφθησαν οἱ σχετικὲς πρωτοβουλίες. Ἦταν τότε, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Ἰάκωβος (Ἴμβρος 1911-Ν. Ὑόρκη 11.4.2005) μετέβη στὴν Ἀλεξανδρούπολη γιὰ τὴν εὕρεση τοῦ καταλλήλου χώρου ἕνεκα τῆς ἐγγύτητος τῆς πόλεως πρὸς τὴν ΚΠολη.

Κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ 1970, καὶ εἰδικώτερον, ὅταν ὁ Ἰωάννης Βαρβιτσιώτης διατελοῦσε Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων (1977-1980), εἶχε ὑποβάλει σχετικὴ πρόταση στὴν Κυβέρνησι Καραμανλῆ γιὰ τὴν μεταφορὰ τοῦ Πατριαρχείου στὸν Μυστρά, ἕνεκα καὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ ὑπουργοῦ. Ἡ πρόταση αὐτὴ τοῦ Βαρβιτσιώτη δὲν εἶχε συνέχεια. Ἐπανέρχεται τώρα εὐκαίρως-ἀκαίρως.

Ἡ ὁποιαδήποτε συζήτηση περὶ μεταφορᾶς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τραυματίζει τὸν πανάρχαιο αὐτὸν θεσμόν, καὶ κυρίως τὴν οἰκουμενικότητά του, ἡ ὁποία ἔχει διασφαλισθῆ μὲ ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Κατὰ τὴν προσωπικήν μας ἄποψη δὲν πρέπει νὰ γίνεται συζήτηση, διότι δίδει λαβὲς γιὰ τὴν ὕπαρξη Τρίτης Ρώμης καὶ μείωση τοῦ κύρους αὐτοῦ.

Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν φιλοξενία!

Χρῆστος Π. Μπαλόγλου,

Ἀμαρούσιον

Σχόλιον «Ο.Τ.»:

Ἀξιότιμε κ. Μπαλόγλου,

ἡ γραφίς Σας ἀποτελεῖ πάντοτε πλοῦτο ἱστορίας διὰ τοὺς ἀναγνώστας. Ἐπιτρέψατέ μας ὅμως νὰ ἐπισημάνωμεν ὅτι ἡ «ὁποιαδήποτε συζήτηση περὶ μεταφορᾶς» δὲν δύναται νὰ εἶναι βλαπτική, καθὼς αἱ συζητήσεις γίνονται ἀκριβῶς, διὰ νὰ εὑρεθῆ ἡ βέλτιστος λύσις. Ἐγίνοντο, γίνονται καὶ θὰ γίνωνται ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Ἐκκλησίας.

Ὀνομάζουν πολλοὶ «πανάρχαιον θεσμὸν» τὸ Πατριαρχεῖον Κων/λεως, ἀλλὰ λησμονοῦμεν ὅτι εἶναι νεώτερον ἀπὸ τὰς κατὰ τόπους ἀρχαίας Αὐτοδιοικήτους (Αὐτοκεφάλους) Ἐκκλησίας τῶν πρώτων τεσσάρων αἰώνων. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγη, ὅταν σήμερα ὁλοὲν κερδίζη ἔδαφος ἡ κακόδοξος θεωρία περὶ «πρώτου ἄνευ ἴσων», ὁ ὁποῖος τάχα ἔχει δικαίωμα νὰ αἴρη αὐτοκεφαλίας, πρᾶγμα ἀνήκουστον, καθὼς δὲν δύνασαι νὰ ἀφαιρῆς κάτι τὸ ὁποῖον δὲν σοῦ ἀνήκει. Ἠκούσθη μέχρι καὶ ἡ θεωρία ὅτι τὸ Φανάρι εἶναι ἐγγυητὴς τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Κύπρου!

Εἰς τὸ ἴδιον πλαίσιον ἔχει ἐπέλθει καὶ μετάλαξις τῆς ἐννοίας τῆς οἰκουμενικότητος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεσθε. Τὸ Πατριαρχεῖον Κων/λεως ἔλαβε τὸν «ψιλὸν» τίτλον «οἰκουμενικόν», ἐπειδὴ ἡ πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου ἦτο ἕδρα τοῦ Αὐτοκράτορος, τοῦ μονάρχου τῆς τότε οἰκουμένης. Δυστυχῶς, σήμερον εἰς τὴν λέξιν «οἰκουμενικὸς» ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποδοθῆ γεωγραφικὴ σημασία, δηλ. ἐπειδὴ ἔχει Ἐπισκοπὰς ἀνὰ τὴν ὑφήλιον, ἐντελῶς ἀντικανονικόν.  Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει καμία ἀπόφασις Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ νὰ διασφαλίζη κάποιαν ὑποτιθεμένην «οἰκουμενικότητα», διότι αὐτὴ δὲν ἔχει ἐκκλησιαστικὸν περιεχόμενον καὶ οὔτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχη, διότι τοιαύτη ἔννοια εἶναι πλήρως ἀσύμβατος μὲ τὴν Ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν. Ἀντιθέτως, ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὁρίζει σαφῶς ὅτι τὰ ὅρια τῆς διοικήσεως τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως εἶναι αἱ ὅμοροι περιοχαὶ Πόντου, Ἀσίας, Θράκης.

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν «Τρίτην Ρώμην» συνεχῶς συντηρεῖται τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐπικαιρότητα. Πρῶτον, δὲν ζῶμεν εἰς τὰς ἐποχὰς τῶν αὐτοκρατοριῶν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις διὰ κάτι παρόμοιον, μὲ τὸν τρόπον ποὺ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ  πρα­γματωθῆ τότε. Δεύτερον, ὑπάρχει μία λογικὴ ἀντίφασις εἰς τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ἐν λόγῳ φόβητρον: Ἂν κάποιος δέχεται ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξη «Τρίτη Ρώμη» σημαίνει πὼς δέχεται ὅτι ὑφίσταται ἐπισήμως «Δευτέρα Ρώμη». Ἂν λοιπὸν ὑπάρχη «Ρώμη», τότε δεχόμεθα ὅτι προτιμῶμεν νὰ εἴμεθα ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν της(!) καὶ δὲν θέλομεν νὰ μεταβῶμεν εἰς ἑτέραν ἐξουσίαν!

Βεβαίως, δὲν ὑπάρχει λογικὴ αἰτιολόγησις, διατί μία «Τρίτη» εἶναι χειροτέρα (καὶ ὄχι καλυτέρα) μιᾶς «Δευτέρας Ρώμης»; Ἡ ὑποτιθεμένη ἐπίσης παραμονὴ εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς «Δευτέρας Ρώμης» τί ὠφελεῖ τὴν Ἐκκλησίαν; Ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν εἰς ἀδιέξοδον καὶ δεικνύουν ὅτι ἁπλῶς ἡ θεωρία περὶ «Τρίτης Ρώμης» σήμερα λειτουργεῖ ὡς μηχανισμὸς ἐλέγχου τοῦ συλλογικοῦ ἀσυνειδήτου τῶν Ἑλλήνων, διὰ νὰ μὴ ἴδωμεν τὴν «ὠμὴν» πραγματικότητα: ὅτι ἀμνηστεύομεν τὸ ἤδη Βατικανοποιημένον Φανάρι μὲ τὸ φόβητρον μιᾶς ἄλλης ἐξουσίας, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἀλλοεθνής, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ δὲν ἑτεροκατευθύνεται ἀπὸ τὴν Προτεσταντικὴν Δύσιν. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἀμείλικτον: Ἂν διαβλέπωμεν τάσεις ἐξουσιαστικὰς εἰς τοὺς Ρώσους, διατί τὰς ἀποδεχόμεθα ὡς αὐτονοήτους διὰ τὸ Φανάρι; Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δὲν ἀπέδωσαν ΠΟΤΕ κάτι περισσότερον εἰς τὴν «Ρώμην» ἢ εἰς τὴν «Νέαν Ρώμην» ἀπὸ ὅ,τι εἰς οἱανδήποτε ἄλλην Ἐπισκοπήν, πλὴν ὅτι συνεφώνησαν ἡ σειρὰ τῶν Ἐπισκοπῶν νὰ ἀκολουθῆ -ἐν πολλοῖς- τὴν πολιτικὴν σειρὰν τῶν ἐπαρχιῶν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχη ἐκκλησιαστικὴ ἀταξία. Ἀλλὰ καὶ ἡ «Πρώτη» καὶ ἡ «Δευτέρα» καὶ ἡ «Τρίτη Ρώμη», δὲν ἐρωτοῦν κανένα…

Διὰ τὸ κῦρος τοῦ Πατριαρχείου δὲν χρειάζεται νὰ ἀναφέρωμεν τίποτε. Μόνον του ἐδαπάνησεν «ἀσώτως» ὅ,τι ἐλάχιστον εἶχεν ἀπομείνει εἰς τὸ συναίσθημα τῶν Ὀρθοδόξων, μετὰ τὸ Κολυμβάριον, τὸ Οὐκρανικὸν κ.λπ.  Εἶναι καιρὸς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν πραγματικότητα ὡς αὐτὴ ἔχει καὶ ὄχι ἐξιδανικευμένα, διατηροῦντες μίαν εἰκόνα τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως, ὡς αὐτὸ ἦτο πρὶν ἑκατὸ ἔτη. Τὸ Φανάρι σήμερα εἶναι δέκα ἄνθρωποι ἄνευ ποιμνίου καὶ συνοδικοῦ συστήματος (ἂν ἀπουσιάζουν αὐτὰ τὰ δύο δυνάμεθα ἆραγε νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Ἐκκλησίας;), ποὺ προκειμένου νὰ διατηρήσουν τὸ Πατριαρχεῖον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν προβαίνουν εἰς οἱανδήποτε ὑποχώρησιν καὶ ἐκτελοῦν τὰς ἐντολάς τῶν (μασόνων) προστατῶν τους. Διὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουν αὐτὸ ἐκμεταλλεύονται τὴν ἀγάπην μας διὰ τὴν Πόλιν, τὸ ὅμαιμον καὶ τὸν ἰσχυρὸν δεσμὸν τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν ἱστορίαν. Μόνον ποὺ πουθενὰ δὲν ὁρίζει τὸ Ἱ. Εὐαγγέλιον καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὅτι ἂν ἐκλείψη τὸ Φανάρι ἢ ἡ Μόσχα θὰ ἐξαφανισθῆ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν γῆν! Τουναντίον, ὁ Κύριος δὲν φείδεται οὔτε τῶν ἀρχαιοτέρων ἀποστολοϊδρύτων Ἐκκλησιῶν εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν τοῦ Ἰωάννου, ὅταν αὐταὶ ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν πίστιν. «Σπαράζει ἡ καρδιά μας», τὸ ἐννοοῦμεν, ἀλλὰ αὐτὴ τυγχάνει ἀπαράλλακτος καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ Φαναρίου.

Περισσότερον ἀπ’ ὅλα θὰ ἔπρεπε ὅλοι νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν μεγάλην ἀλήθειαν ποὺ εἶπε ὁ Μεταξάκης καὶ χάριν Ἐσᾶς, κ. Μπαλόγλου, γίνεται γνωστή: «ἀπὸ ἐλευθέρας πόλεως» λάβη χώρα ἡ ἐκλογὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου»! Πρόκειται διὰ μίαν ὁμολογίαν ἐκ τῶν ἔσω ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον ἐτέλει καὶ τελεῖ ὑπὸ αἰχμαλωσίαν καὶ διὰ τοῦτο κάθε ἀπόφασίς του εἶναι προϊὸν αὐτῆς! Πῶς λοιπὸν ἐξακολουθοῦν κάποιοι νὰ τὸ ἔχουν ὡς «ὁδηγόν», ὅταν αὐτὸ λαμβάνη ἀποφάσεις ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καθ’ ὑπόδειξιν τῶν αἰχμαλωτευσάντων αὐτό;

Μία δημοσία συζήτησις μὲ περιεχόμενον τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἴσως οὐσιαστικῶς νὰ ὠφελοῦσε ὄχι μόνον τὸ Φανάρι, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὴν Ὀρθοδοξίαν.

Previous Article

Ἐνθύμησις φρικωδῶν Πατριαρχικῶν κακοδοξιῶν

Next Article

Patriarch Bartholomew took another step towards the Union with Rome