Συνέχεια τῶν (πολιτικῶν) διώξεων ἐν Ἁγίῳ Ὄρει

Share:

Ὑπὸ τοῦ Γερ. Παϊσίου Μοναχοῦ Καρεώτου

Ἡ νέα “κανονικότητα”, ἔχοντας πάρει στὴν παροῦσα φάση τὴν μορφὴ τῆς ὑποχρεωτικότητας τοῦ ἐμβολιασμοῦ –καὶ ἐνῷ τὰ λοιπὰ περιοριστικὰ μέτρα ἐξακολουθοῦν νὰ λειτουργοῦν, ἀποδεικνύοντας τὸ ἀπολύτως ψευδὲς τῶν ἀρχικῶν ἐξαγγελιῶν περὶ τοῦ “τέλους τῆς πανδημίας” μέσῳ τῆς ἐμβολιαστικῆς ἐκστρατείας (τὰ περιοριστικὰ μέτρα ἐφαρμόζονται ὁριζόντια, δηλαδὴ ἰσχύουν γιὰ ὅλους, ἐμβολιασμένους καὶ μή), στὸ Ἅγιον Ὄρος, αὐτὸν τὸν ὑψηλῆς σημασίας συμβολικὸ χῶρο γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ (καὶ ὄχι μόνο) Ὀρθοδοξία, συνεχίζεται ἡ καθοδηγούμενη ἀπὸ τὸν Πολιτικὸ Διοικητὴ (ΠΔ) καὶ μεγαλοεφοπλιστὴ Μαρτίνο, πολιτικὴ τῶν “ἁγιορειτικῆς” κοπῆς περιοριστικῶν μέτρων, ὅπως π.χ. ἡ πρόσφατη “πριβὲ” (ἰδιωτικὴ) Πανήγυρις τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου τῆς Ἱ.Μ.Μ. Λαύρας, ὅπου συμμετεῖχαν –κατόπιν ἐγγράφου προσκλήσεως– μόνον ἐμβολιασμένοι μοναχοί, μὲ τὴν ἔκδηλη παρουσία τῆς Ἀστυνομίας, ἡ ὁποία εἶχε κληθεῖ νὰ σταματᾶ τὸν οἱονδήποτε δὲν ἔφερε τὴν ἔγγραφο πρόσ­κληση! Ἁπλῶς πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν λε­χθέντων περὶ καθοδηγήσεως ἀπὸ πλευρᾶς Μαρτίνου, ἀρκεῖ νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι οἱ μεγάλη μερίδα ἐκ τῶν Μοναχῶν τῆς Ἱ.Μ.Μ Λαύρας δὲν εἶναι ἐμβολιασμένοι καὶ κάποιοι ἐξ αὐτῶν δὲν παρευρέθηκαν στὴν Πανήγυρη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τους!

Ἐξ ἄλλου, ὁ πραγματικὸς λόγος τοποθετήσεως Μαρτίνου στὴν θέση τοῦ ΠΔ, ἀποκαλύπτεται καθημερινῶς σὲ ὁλοένα καὶ περισσοτέρους Ἁγιορεῖτες Μοναχούς, καθὼς γίνεται ἔκδηλη ἡ ἐμμονή του στὸ ζήτημα τῶν ἐμβολιασμῶν. Πρόσφατο παράδειγμα, ἡ κατόπιν διαταγῆς του ἐπίσκεψη στὸ κτίριο τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ ἀντικανονικῶς τοποθετηθέντος “βοηθοῦ” του, τοῦ –δῆθεν– “Ἀναπληρωτοῦ Πολιτικοῦ Διοικητοῦ” Ἀρίστου Κασμίρογλου, ὅπου μετέφερε στὴν Ἱερὰ Ἐπιστασία τὸν προβληματισμὸ τῆς Πολιτικῆς Διοικήσεως ὡς πρὸς τὴν παρατηρούμενη ἀκινησία στὸ ζήτημα τῶν ἐμβολιασμῶν τῶν Μοναχῶν. Χαρακτηριστικά, ζήτησε –ἐπιτακτικὰ– τὴν ἀρωγὴ τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστασίας στὴν ἐκστρατεία ἐπηρεασμοῦ τῶν Ἁγιορειτῶν ὑπὲρ τοῦ ἐμβολιασμοῦ…

Παράλληλα, οἱ διώξεις συνεχίζονται. Σὲ προηγούμενο φύλλο τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου (ἀρ. φύλ. 2362) ἔγινε ἀναφορὰ στὴν ἡμετέρα δίωξη ἐκ τῆς Ἱ. Μ. Παντοκράτορος, ἡ ὁποία ἄνευ τοῦ παραμικροῦ ἀποχρῶντος λόγου, ἐζήτησε τὴν ἐκβολή μου ἐκ τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου (Καψάλας), τὴν ὁποία ἀνήγειρα ἐκ βάθρων ἐξ ἰδίων πόρων ἀποκλειστικῶς.

Ὑπενθυμίζεται ὅτι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐκινήθη ἡ Ἱερὰ Μονὴ κατ’ ἐμοῦ, εἶναι τὰ ἀντικανονικὰ καὶ κατὰ πλήρη παράβασιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Κ.Χ.Α.Ο.) περιοριστικὰ μέτρα ποὺ ἔλαβε τὸ δίδυμο Μαρτίνου–Κασμίρογλου, ὅπου δεδομένου τοῦ σκανδαλισμοῦ ποὺ αὐτὰ ἔφεραν σὲ μεγάλο μέρος ἐκ τῆς Ἁγιορειτικῆς Ἀδελφότητος, ἀπήντησα συγγράφοντας ὁμοῦ μετὰ τοῦ Μοναχοῦ Ἐπιφανίου Καψαλιώτου, τέσσερα ἄρθρα ποὺ ἐντύπως φιλοξενήθηκαν στὴν ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος. Αὐτὰ ἦσαν: Παλαιὸν καὶ Νέον Ἅγιον Ὄρος: Ἡ ἀνατροπὴ τῶν αὐτονοήτων, καὶ τρία ἄρθρα–συνέχειες ὑπὸ τὸν τίτλο, Οἱ ἀντιθεσμικὲς ὑπερβάσεις ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ ΠΔ κ. Μαρτίνου καὶ τοῦ “Ἀναπληρωτῆ ΠΔ” κ. Κασμίρογλου.

Σὲ αὐτά, χρησιμοποιήθηκαν παλαιότερα κείμενα τῆς ΙΚ, ἔγκυρες νομικὲς γνωματεύσεις Καθηγητῶν Πανεπιστημίου ποὺ εἶχε χρησιμοποιήσει καὶ ἡ ἴδια ἡ ΙΚ, τέλος δὲ εἰδικὴ ἐπιστημονικὴ βιβλιογραφία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ αὐτοδιοικήτου τοῦ ΑΟ.

Μετὰ δὲ τὴν ἀρχικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, καὶ τὴν ἡμετέρα ἀπάντηση πρὸς αὐτὴν (βλ. Ὀρθόδοξος Τύπος 2362), ἀκολούθησε νέα συμπληρωματικὴ ἀπόφαση ἐκ τῆς Ἱ.Μ. Παντοκράτορος (4405/Φ14 τῆς 25ης/6ου/2021), ἡ ὁποία ἐμμένοντας στὴν ἀρχική της τοποθέτηση, ἀπεφάσισε νὰ ἀλλάξει τακτικὴ καὶ –κατανοώντας τὸ αἴολον τῶν κατηγοριῶν περὶ “ταραχοποιοῦ” κ.λπ.– ἐπικαλέστηκε τὸ Ἀστικὸ Δίκαιο (ἐν Ἁγίῳ Ὄρει!), ὡς δικαιολογητικὸ γιὰ τὴν ἐκδίωξή μου! Κατωτέρω, παρατίθεται ἡμέτερο Ὑπόμνημα πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στὸ ὁποῖο λεπτομερῶς ἀντικρούονται οἱ αἰτιάσεις τῆς κατ’ ἐμοῦ διώξεως ἐκ τῆς Ἱ. Μ. Παντοκράτορος, τὸ ὁποῖο –καθηκόντως– διεβίβασα πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα, διὰ τῆς Ἱ. Μ. Παντοκράτορος. Πλήν, καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμά μου τὸ ἀρνήθηκε ἡ Ἱερὰ Μονή, μὴ προωθώντας ὡς ὤφειλε τὸν ἡμέτερο φάκελλο πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα!

Δεδομένης δὲ τῆς πλήρους ἐπιβεβαιώσεως τῶν ὅσων εἶχαν γραφεῖ στὰ τέσσερα μνημονευθέντα ἄρθρα, βάσει τοῦ τελευταίου ΦΕΚ (ἀρ. φύλ. 2168 τῆς 16ης/7ου/2021, Ἀπόφαση ὑπ’ Ἀριθμ. Δ1α/ΓΠ. οἰκ.34781, Παράρτημα ΙΙΙ “Μέτρα προστασίας στοὺς χώρους Λατρείας”, παράγραφος 7), ὅπου καταγράφεται τὸ πρωτοφανὲς ὅτι,

Οἱ ἀπαγορεύσεις ἐπισκέψεων καὶ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα προληπτικὰ μέτρα ποὺ ἀφοροῦν στὶς Ἱερὲς Μονὲς τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, ἀποφασίζονται ἀπὸ τὸν Διοικητὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κατόπιν προηγούμενης ἐνημέρωσης τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας. Μὲ τὴν ὡς ἄνω ἀπόφαση τοῦ Διοικητῆ ὁρίζεται, ἐφεξῆς, ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσερχομένων ἡμερησίως ἐπισκεπτῶν, ἐντὸς τῶν ὁρίων ποὺ ἀναφέρονται ἀνωτέρω. Ὁ Διοικητὴς ἐποπτεύει τὴν ὀρθὴ τήρηση ὅλων τῶν μέτρων προστασίας, εἴτε αὐτὰ λαμβάνονται ἀπὸ τὸν ἴδιο τοπικὰ εἴτε λαμβάνονται σὲ ἐπίπεδο Ἐπικράτειας

Μποροῦμε μὲ ἀσφάλεια νὰ ὁμιλήσουμε περὶ συντονισμένης προσπαθείας ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καταλύσεως τοῦ Αὐτοδιοικήτου χαρακτῆρος τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Καθεστῶτος, μὲ ἀφορμὴ τὰ μέτρα κατὰ τῆς λεγομένης “πανδημίας”, μὲ τὴν σχετικὴ ἀναβάθμιση τῆς θέσεως τοῦ Πολιτικοῦ Διοικητῆ σὲ εἶδος “Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου”, ἄλλων ἐποχῶν καὶ ἄλλων (ἀνωμάλων) πολιτικῶν καταστάσεων, μὲ συνέπεια τὴν ἀπομείωση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος σὲ ἁπλὸ –ἄνευ οὐδεμίας δυνατότητος παρεμβάσεως– ἐντολοδόχο…

Σαφηνίζεται δὲ ἐπιπλέον, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ κατ’ ἐμοῦ δίωξη –πέραν τοῦ πολιτικοῦ της χαρακτήρα– παίρνει τὴ μορφὴ στοχευμένης ἐπίθεσης κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου συνόλου τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Κόσμου, εἰδικὰ τώρα ποὺ καταπατοῦνται τὰ πλέον θεμελιώδη δικαιώματά του, ποὺ οἱ ἀπολήξεις της χάνονται σὲ ἐξωαγιορειτικὰ κέντρα ἀποφάσεων…

Ἐν κατακλεῖδι, ὅσον ἀφορᾶ τὸ τυπικὸ μέρος τῆς κατ’ ἐμοῦ διώξεως, καθίσταται σαφὲς ὅτι μέσῳ ἑρμηνευτικῶν ἀκροβασιῶν (ὅπως θὰ καταδειχθεῖ στὸ συν­ημμένο Ὑπόμνημα), οὐσιαστικὰ ἔχει καταργηθεῖ μέρος τοῦ Κ.Χ.Α.Ο. (τὸ ποινικὸ τμῆμα) καθιστώντας ἀδύνατη, ὄχι μόνον τὴν ἀπονομὴ δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τούτη τὴν γενικὴ ἔννοια δικαίου ἐν Ἁγίῳ Ὄρει.

Ὁ κίνδυνος ποὺ ἀναφαίνεται εἶναι νὰ μὴ μποροῦν πλέον νὰ ἀκολουθηθοῦν οἱ νόμιμες διαδικασίες, οἱ μόνες δυνατὲς νὰ ἐμποδίσουν τὴν ἀνάπτυξη μορφῶν ἀσυδοσίας, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τους.

Συμπέρασμα: Ἡ ἔννοια τῆς καταχρηστικότητας ἀγγίζει πλέον νέα “ὕψη”, μεταθέτοντας τὰ ὅρια τῆς νομιμότητας ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, ὁλοένα καὶ πιὸ πίσω.

Ὑπόμνημα Πρὸς τὴν σεβαστὴν Ἱερὰν Κοινότητα

Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 3ῃ/16ῃ-7ου-2021

Τοῦ Μοναχοῦ Παϊσίου (Ἱερὸν Κελλίον Ἁγίων

Ἀρχαγγέλων «Κομβολογᾶ»)

ΚΑΤΑ

τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4382/Φ14 τῆς 4/6/2021 καὶ 4405/Φ14 τῆς 25/6/2021, ἀποφάσεων τῆς Γεροντικῆς Συνάξεως τῆς Ἱ. Μ. Παντοκράτορος

Καθηκόντως ἐνημερώνω τὴν καθ’ ὑμᾶς Ἱερὰν Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅτι ἡ Γεροντικὴ Σύναξις τῆς Ἱ.Μ. Παντοκράτορος μὲ κατεδίκασε διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4382/Φ14 τῆς 4/6/2021 καὶ 4405/Φ14 τῆς 25/6/2021, ἀποφάσεων τῆς Γεροντικῆς Συνάξεώς της, συμφώνως πρὸς τὶς ὁποῖες καλοῦμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τὴν Μονὴν τὴν Ἱερὰν Καλύβην Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου (Καψάλας), τῆς ὁποίας ἔγινα νόμιμος κάτοχος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 913/Φ14 τῆς 11/11/2009 Ἐνοικιαστηρίου Γράμματος αὐτῆς. Εὑρὼν δὲ ταύτην ἀπολύτως σεσαθρωμένην, τὴν ἀνεκαίνισα πλήρως ἐκ βάθρων, καταβαλὼν τὸ συνολικὸν ποσὸν τῶν 200.000 εὐρώ.

Ὡς πρὸς τὴν ἀκολουθητέα διαδικασία ὑπὸ τῆς Γεροντικῆς Συνάξεως τῆς Ἱ.Μ. Παντοκράτορος, διὰ τὴν λῆψιν τῆς κατ’ ἐμοῦ ἀποφάσεώς της, διαπιστώνονται τὰ ἑξῆς (τὰ ὁποῖα τῆς κατετέθησαν καὶ ἐγγράφως τῇ 16/6/2021, τὴν ὁποία ἐπιστολὴ καὶ ἐπισυνάπτω):

Κατ’ ἀρχάς, εἰς τὴν 4382/Φ14, κατηγοροῦμαι -ἀβασίμως- ὅτι ἐξετράπην “εἰς ἐνεργείας καὶ δράσεις ποὺ ᾀπάδουν πρὸς τὴν μοναχικὴν καὶ ἡσυχαστικὴν ἰδιότητα … στρεφόμενος τόσον κατὰ ὀργάνων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγιορειτικῆς Κοινότητος καὶ δὴ μελῶν τῆς Ἱ. Ἐπιστασίας, ὅσον καὶ κατὰ τρίτων ἰδιωτῶν ὑπαλλήλων ἐργαζομένων εἰς Καρυάς, ἐμπλέξαντες ἀκόμη καὶ τὴν Πολιτικὴν Διοίκησιν τοῦ Τόπου, προκαλέσαντες οὕτως ἀναταραχὴν καὶ δυσλειτουργίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐνεπλέξατε εἰς τὰς ἀναφορὰς καὶ καταγγελίας σας”.

Πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας, ὀφείλει ἀρχῆς ἐξ ἀρχῆς νὰ εἰπωθεῖ ὅτι οὐδέποτε μοῦ ἐπεδόθη -καὶ δὴ ἐγγράφως- ἡ οἱαδήποτε καταγγελία ἀναφορὰ ἢ κατηγορία ὑπ’ οὐδενὸς -δῆθεν- θιγομένου φορέα, τοῦ ὁποίου -δῆθεν- ἐμπόδισα τὴν λειτουργία: εἴτε τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστασίας, εἴτε τῆς Πολιτικῆς Διοικήσεως. Τοῦ­το ἰσχύει καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτῆς ταύτης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος, ἡ ὁποία οὐδέποτε παρουσίασε τὴν παραμικρὰν ἔνδειξιν ὑπάρξεως “ἀναφορῶν καὶ καταγγελιῶν” τρίτων προσώπων κατ’ ἐμοῦ.

Ἐν ὀλίγοις: εἰς ποίαν νομίμως διατυπωμένην κατηγορία, βάσει τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Κ.Χ.Α.Ο.), ἀναφέρεται ἡ Γεροντικὴ Σύναξις τῆς Ἱ.Μ. Παντοκράτορος, καὶ ἀπὸ ποίαν θεσμικὴν ὀντότητα;

Καθίσταται σαφὲς ὅτι διὰ τῆς 4382/Φ14 ἡ Ἱ.Μ. Παντοκράτορος, ἄνευ τῆς παραμικρᾶς προηγουμένης μετ’ ἐμοῦ ἐπικοινωνίας, ἀπαγγέλλει κατ’ ἐμοῦ κατηγορίες, βάσει τῶν ὁποίων -ὡς ποινήν- μοῦ στερεῖ τὴν κατοχὴν τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου (Καψάλας).

Πρὸς ταῦτα, ἔχω νὰ δηλώσω:

Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Νομοθετικοῦ διατάγματος, Περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, τοῦ 1926, ὁρίζεται σαφῶς ὅτι: “Οὐδείς δικάζεται ἀνήκουστος, οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ἢ ἱεροῦ κανόνος θεμελιοῦντος αὐτήν, καὶ οὐδείς στερεῖται ἄκων τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ”. Οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους τὶς ὑπ’ ὄψιν ἀποφάσεις τῆς Ἱ.Μ. Παντοκράτορος, θεωρῶ ἀβασίμους, ἀσυστάτους, καταχρηστικὲς καὶ παντελῶς στερουμένων νομιμότητος, εἶναι οἱ ἑξῆς:

1. Ἐφ’ ὅσον ἡ Γεροντικὴ Σύναξις τῆς Ἱ.Μ. Παντοκράτορος ἐθεώρησε ὅτι ἡ ὑπόθεσίς μου δὲν ἐνέπιπτε εἰς τὰ ὁριζόμενα ἐκ τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ Κ.Χ.Α.Ο. ὤφειλε, ὅπως παραπέμψει αὐτήν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 55, εἰς πρωτοβάθμιον ἐκδίκασιν, ἐφ’ ὅσον προηγουμένως καὶ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρο 54 εἶχε κάνει ἀποδεκτὴ μήνυσιν καθ’ ἥν ὁ μηνυτὴς ὤφειλε νὰ διατυπώση “λεπτομερῶς τὰ παραπτώματα τοῦ κατηγορουμένου καὶ (νὰ) προτείνη δύο τουλάχιστον μάρτυρας πρὸς βεβαίωσιν αὐτῶν”. Ἑπομένως ὤφειλε ἡ Γεροντικὴ Σύναξις νὰ ἀνοίξη φάκελλον δικογραφίας “διὰ τῆς ἐνεργείας αὐστηρῶν καὶ λεπτομερῶν ἀνακρίσεων ἐγγράφων πάντοτε καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ δύο μαρτύρων μοναχῶν” (ἄρθρον 55), ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὤφειλε κανονικῶς νὰ περιέχεται τὸ ἀνακριτικὸν ὑλικόν, ὅπου προῆλθε ἀπὸ τὶς καταθέσεις τῶν μαρτύρων καθὼς καὶ τὴν ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου (ἄρθρον 56).

2. Ἡ περαίωσις τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἡ κατάθεσις τῆς σχηματισθείσης δικογραφίας (ἄρθρον 57), ὤφειλε νὰ ὁδηγήση τὸ πρωτοβάθμιον δικαστήριον, ὅπως τάξη “ὡρισμένην ἡμέραν ἐκδικάσεως καθ’ ἥν προσκαλεῖται ἐγκαίρως καὶ ἐγγράφως ὁ κατηγορούμενος, ὅπως ἐμφανισθῆ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου πρὸς ἀπολογίαν. Ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἐγκαίρου προσκλήσεως τοῦ κατηγορουμένου στηρίζεται ἐπὶ ἀποδεικτικοῦ ἐπιδόσεως τοῦ κατηγορητηρίου ἐγγράφου, ἐν ᾧ διατυποῦνται ἡ δι’ ἥν προσκαλεῖται νὰ ἀπολογηθῆ κατηγορία καὶ συγχρόνως καὶ ὁ χρόνος ἀκριβῶς τῆς ἐμφανίσεως αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου” (ἄρθρον 58). Κατὰ τὴ διαδικασία, “Ἐμφανισθέντος τοῦ κατηγουμένου ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ (τὴν) ταχθεῖσαν δικάσιμον ἡμέραν μετὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς ταυτότητος αὐτοῦ ἀναγινώσκεται τὸ κατηγορητήριον ἔγγραφον, αἱ μαρτυριακαὶ καταθέσεις καὶ τὰ λοιπὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ καλεῖται ἀκολούθως εἰς ἀπολογίαν ὁ κατηγορούμενος, ὅστις πρὸς τῇ προφορικῇ ἀπολογίᾳ δύναται νὰ καταθέση καὶ ἔγγραφον τοιαύτην” (ἄρθρον 61). Ὀφείλουμε ἐπίσης νὰ σημειώσουμε τὸ κατὰ τὸ ἄρθρο δικαίωμα, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖο: “κατηγορούμενος, μὴ δυνάμενος νὰ παρίσταται κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων, δικαιοῦται πρὶν ἀπολογηθῆ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ ἢ τοῦ δικαστηρίου, νὰ αἰτήσηται καὶ λάβη γνῶσιν ὅλης τῆς δικογραφίας, ὅπως δυνηθῆ καὶ ἀποκρούση ὅλα τὰ σημεῖα τῆς κατηγορίας αὐτοῦ” (ἄρθρον 62).

3. Περαιωθείσης καὶ τῆς δικαστικῆς διαδικασίας “ἐκδοθείσης δικαστικῆς τινος ἀποφάσεως κοινοποιεῖται αὕτη ἐν ἐπισήμῳ ἀντιγράφῳ πρὸς τὸν κατηγορούμενον ἐπὶ ἐγγράφῳ ἀποδείξει ἐπιδόσεως” (ἄρθρον 69).

4. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 78 “Ἐκτελεσταὶ θεωροῦνται αἱ ἀποφάσεις, ὅταν ἀπό τε ἀπόψεως περιεχομένου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῶν στοιχείων εἶναι κανονικαὶ καὶ σύμφωνοι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος καταστατικοῦ”.

Σεβαστὴ Ἱερὰ Κοινότης,

Τὸ ἄρθρον 139 τοῦ Κ.Χ.Α.Ο., ρητῶς ὁρίζει ὅτι:

“Κατά τῶν ἐκτρεπομένων ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν Κυριάρχων Μονῶν ποιναὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ Ἁγιορειτικῶν Δικαστηρίων κεφαλαίου τοῦ παρόντος Καταστατικοῦ Χάρτου.

Τοῖς κατόχοις Καλυβῶν ἢ Κελλίων, τοῖς ἐπιμόνως ἀδιορθώτοις, δύναται νὰ ἐπιθληθῆ παρὰ τοῦ δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, πρὸς ταῖς ἄλλαις ποιναῖς καὶ ἡ τῆς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἐκποίησις τῆς Καλύβης ἢ τοῦ Κελλίου αὐτῶν”.

Συμφώνως πρὸς τὰ ἐκτεθέντα ἐν τῇ 4382/Φ14, ἀποφάσει, φαίνεται ὅτι διὰ τὴν Ἱ. Μ. Παντοκράτορος ὄντως ἐξετράπην, ἑπομένως ὤφειλε νὰ διεξαχθῆ δίκη κατὰ τὰ ὁριζόμενα εἰς τὸν Κ.Χ.Α.Ο. Πλήν, ἡ Ἱ. Μ. Παντοκράτορος, ὄχι μόνον μοῦ ἀρνήθηκε τὸ φυσικὸ δικαίωμα τῆς δίκης, ἀλλὰ συνακόλουθα καὶ αὐτὸ τῆς ἐφέσεως πρὸς τὸ δευτεροβάθμιον ὄργανον, αὐτὸ τῆς καθ’ ὑμᾶς Ἱερᾶς Κοινότητος.

Ὅλων τούτων οὕτως ἐχόντων, μὲ τὴν 4405/Φ14 ἡ Ἱ. Μ. Παντοκράτορος, κατανοοῦσα τὸ ὀλισθηρὸν ἔδαφος, ὅπου κινεῖται -ἐξ ἀπόψεως νομιμότητας, στὰ πλαίσια τοῦ Κ.Χ.Α.Ο., ἀνέκρουσεν πρύμναν, καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι:

“Ἐπ’ οὐδενὶ πρόκειται ἐν προκειμένῳ περὶ ποινικῆς ὑποθέσεως. Δὲν πρόκειται περὶ προσάψεως ὑμῖν ὁποιασδήποτε μομφῆς, δὲν πρόκειται περὶ κινήσεως ποινικῆς διαδικασίας καὶ δὲν πρόκειται περὶ περιελεύσεώς σας εἰς θέσιν κατηγορουμένου. Συν­επῶς αἱ διατάξεις τοῦ ΚΧΑΟ καὶ τοῦ κυρωτικοῦ αὐτοῦ ΝΔτος, τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖσθε, δὲν ἔχουν ἔδαφος ἐφαρμογῆς ἐν προκειμένῳ τὸ παράπαν”.

Συνεπείᾳ τῆς νέας αὐτῆς τοποθετήσεως, ἀπέκρουε τὸ νόμιμον τῶν ἀνωτέρω αἰτιάσεων κατὰ τῆς ἀποφάσεώς της, οἱ ὁποῖες τῆς εἶχαν γραπτῶς διατυπωθεῖ, ἰσχυριζομένη ὅτι:

“…οἱ νομικοὶ τύποι, οἱ ὅροι, αἱ νομικαὶ διατυπώσεις, αἱ ἔννομοι συνέπειαι κλπ, τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖσθε, δὲν ἔχουν τὴν παραμικρὰν θέσιν ἐν προκειμένῳ, καθ’ ὅσον ἐφαρμόζονται μόνον ἐπὶ ποινικῶν ὑποθέσεων, ὅπου ἔχομε διάπραξιν ἀξιοποίνου τινὸς παραβάσεως καὶ κίνησιν σχετικῆς ποινικῆς ἀγωγῆς”.

Τί ἐπιπλέον μαθαίνουμε; Ὅτι ζητήματα ποὺ ἅπτονται τῆς ἐν γένει διαμονῆς μας ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει, πλέον δὲν διέπονται ἀπὸ τὸν Κ.Χ.Α.Ο. ἢ τὸ κυρωτικὸν αὐτοῦ Νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ 1926, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον ἀποκλειστικῶς! Ἰσχυρίζεται λοιπὸν ἡ Ἱ. Μ. Παντοκράτορος ὅτι:

“Ἐν προκειμένῳ πρόκειται περὶ καθαρῶς ἀστικῆς ὑποθέσεως, περὶ ὑποθέσεως ὅπου ἐφαρμόζεται ἀμιγῶς τὸ ἀστικὸν δίκαιον, καὶ δὴ τὸ ἀστικὸν ἁγιορειτικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ βυζαντινορωμαϊκοῦ δικαίου, ἐν συνδυασμῷ καὶ πρὸς τὸν ἀστικὸν κώδικα τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ρυθμίζει τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις παραχωρήσεως τῆς χρήσεως κελλίου καὶ λύσεως τῆς συμβάσεως παραχωρήσεως διὰ καταγγελίας ἕνεκα σπουδαίου λόγου”.

Ἐὰν τὰ πρωτάκουστα αὐτὰ δὲν τὰ ὑπέγραφε Ἁγιορειτικὴ Ἱερὰ Μονή, δικαιολογημένα θὰ ἀπεκρούοντο ὡς τεκμήρια ἐκκοσμικευτικῶν διαθέσεων τινων!

Ἐν πρώτοις, κατὰ τὸ ἄρθρον 187 τοῦ Κ.Χ.Α.Ο.:

“Πᾶσα διάταξις, ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα Καταστατικὸν Χάρτην, δὲν δύναται νὰ ἔχη ἰσχὺν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει.”

Ἡ δὲ ἀναφορὰ σὲ -δῆθεν- “ἁγιορειτικὸν ἀστικὸν δίκαιον”, προκαλεῖ, τὸ ἐλάχιστον θυμηδία, καθὼς δὲν φαίνεται νὰ κατανοῆ ὁ συντάκτης τὴν ἔννοιαν “ἀστικόν”…

Παγία ἀρχὴ τοῦ Ἀστικοῦ Κράτους εἶναι ἡ ἐλευθερία κτήσεως ἰδιωτικῆς περιουσίας, δηλαδὴ ἰδιοκτησίας, καθὼς καὶ ἡ δυνατότητα ἐλευθέρου διαθέσεως αὐτῆς. Ὅμως, δυνάμει τῶν ἄρθρων 100, 101, 141, 166, 175, 181 τοῦ Κ.Χ.Α.Ο., συνάγεται ὅτι ὁ Ἀστικὸς Κώδικας δὲν ἰσχύει ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, καθὼς ὁρίζεται π.χ. τὸ ἀπολύτως ἀναπαλλοτρίωτον τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῶν Ἱερῶν Μονῶν, πρᾶγμα εὐθέως ἀντίθετον πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ θεμέλιον τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου.

Τοῦτος εἶναι ὁ λόγος ἄλλωστε, ὅτι οὐδαμοῦ ἐντὸς τοῦ Κ.Χ.Α.Ο. δὲν συναντᾶται ἡ φράσις “ἀστικόν”.

Ἐπιπροσθέτως, φαίνεται νὰ διαλανθάνη εἰς τὴν Ἱ. Μ. Παντοκράτορος, κάτι τὸ ἐξόχως σημαντικόν: ὅτι ἡ σύμβασις βασίστηκε –ὡς ἄλλωστε ὤφειλε– ρητὰ στὸν Κ.Χ.Α.Ο. καὶ κατ’ ἐπέκτασιν στὰ μοναχικὰ θέσμια, οὐδόλως δὲ στὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ὁπότε καὶ εὐλόγως παρελήφθη κάθε ἀναφορὰ εἰς αὐτό. Συγκεκριμένα, εἰς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ἐγράφετο περὶ ἐμοῦ ὅτι:

“Ὀφείλει ἐπίσης νὰ διάγη ἡσύχως καὶ καλογερικῶς, ὡς τὸ ἐπάγγελμα, τῆς μοναχικῆς πολιτείας ἀπαιτεῖ, εἰρηνεύη μετὰ τῶν γειτόνων αὐτοῦ, φυλάσση τὴν προσήκουσαν ὑπακοὴν καὶ εὐπείθειαν πρὸς τὴν κυρίαρχον Μονὴν Παντοκράτορος (…) Λαμβάνων οὗτος σήμερον τὸ παρὸν ἐνοικιαστήριον γράμμα εὐνόητον γίνεται ὅτι προσυπογράφει καὶ τὴν πιστὴν τήρησιν τοῦ Κ.Χ.Α.Ο. ὡς καὶ τὴν γνωστὴν ἀπόφασιν τῆς Ε.Δ.Ι.Σ., περὶ προστασίας τῆς ἡσυχαστικῆς περιοχῆς τῆς Καψάλας καὶ τῆς ἀπαγορεύσεως διανοίξεως δασοδρόμου εἰς αὐτήν.”

Ἕνεκα τούτων.

Καθίσταται σαφὲς ὅτι ἡ καταδικαστικὴ κατ’ ἐμοῦ ἀπόφασις καταστρατηγεῖ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα ἄρθρα 54, 55, 56, 57, 58, 61 καὶ 62 τὰ ὁποῖα ὁρίζουν τὶς ἁρμόδιες διαδικασίες τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς δίκης, οἱ ὁποῖες οὐδέποτε διεξήχθησαν,

Ὅθεν, καὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 78 ἡ κατ’ ἐμοῦ καταδικαστικὴ ἀπόφασις κρίνεται ὡς παράνομος, κατὰ παράβασιν σωρείας ἄρθρων τοῦ Κ.Χ.Α.Ο., καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἄκυρος καὶ ἀνυπόστατος, κατασταθησομένη τελικῶς νομικά, ἀνεκτέλεστος.

Διὰ χάριν ὅμως πληρότητος τοῦ παρόντος Ὑπομνήματος, ἂς ὑποτεθῆ ὅτι ἰσχύει -κατὰ τὴν Ἱερὰν Μονὴν- ὁ Ἀστικὸς Κώδικας…

Κατ’ ἀρχάς, θὰ πρέπη νὰ ἐπισημανθῆ ὅτι δὲν συνέτρεξε ὁ ἐπικαλούμενος ἀπὸ τὴν Ἱ.Μ. Παντοκράτορος “σπουδαῖος λόγος” καθ’ ὅσον δὲν ἔλαβε χώρα παράβασις τῶν ὅρων τοῦ ἐνοικιαστηρίου γράμματος.

Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ἐφ’ ὅσον ἀμφισβητεῖται ἡ συνδρομὴ τοῦ φερομένου ὡς σπουδαίου λόγου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν (συνδρομὴν) ἐξαρτᾶται τὸ κῦρος τῆς καταγγελίας τοῦ ἐνοικιαστηρίου, τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν κρίσιν τρίτου, ἀνεξαρτήτου ἀπὸ τοὺς συμβαλλομένους μέρους, εἴτε θὰ πρόκειται διὰ τὰ δικαιοδοτικὰ ὄργανα, ὅπως ὁρίζονται στὸν Κ.Χ.Α.Ο. εἴτε διὰ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια. Πάντως ἡ μονομερὴς καταγγελία δὲν δύναται νὰ ἀναπτύξη ἀποτελέσματα ἐνόσῳ τὸ κῦρος της ἀμφισβητεῖται καὶ μάλιστα βασίμως, σύμφωνα μὲ τὰ εἰς τὸ παρόν, ἐπιγραμματικῶς ἐκτεθέντα.

Ἀκόμη δὲ καὶ ἂν ὑποτεθῆ (ὅπερ ἀρνοῦμαι καὶ ἀποκρούω ἀπολύτως) ὅτι ὑφίσταται δικαίωμα καταγγελίας, ἐπάγεται ὅτι τοῦτο ἔχει ἀσκηθεῖ προεχόντως καταχρηστικῶς, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ καταγγελία νὰ καθίσταται ὡς ἐκ τούτου ἄκυρη καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἐννόμου ἀποτελέσματος. Εἰδικότερα δὲ ἰσχύουν τὰ ἀκόλουθα:

Ὁ νομοθέτης τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικα (ΑΚ) στὸ πρῶτο βιβλίο τῶν Γενικῶν Ἀρχῶν εἰσήγαγε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 281. Αὐτὴ ὁρίζει ὅτι: «ἡ ἄσκηση τοῦ δικαιώματος ἀπαγορεύεται ἂν ὑπερβαίνει προφανῶς τὰ ὅρια ποὺ ἐπιβάλλουν ἡ καλὴ πίστη, τὰ χρηστὰ ἤθη ἢ ὁ κοινωνικὸς ἢ οἰκονομικὸς σκοπὸς τοῦ δικαιώματος»

Ὡς γνωστόν, εἶναι εὐρέως ἀποδεκτὸ ἀπὸ τοὺς νομικοὺς ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 281 ΑΚ ἀποτελεῖ τὴν σημαντικοτέρα ἴσως πτυχὴν τῆς κοινωνικῆς λειτουργίας τοῦ ΑΚ, ἐπιβάλλοντας τὸν μετριασμὸν τοῦ ἀκράτου ἀτομικισμοῦ καὶ κάθε ἀνηθίκου τάσεως ὡς καὶ ἀντικοινωνικῆς ἀσκήσεως δικαιώματος.

Νὰ σημειωθῆ παρενθετικὰ ὅτι, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς καταχρηστικῆς ἀσκήσεως τῶν δικαιωμάτων, εἶναι κανόνας Δημοσίας Τάξεως. Συν­επῶς, ἡ ἰδιωτικὴ βούληση δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλείση τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 281 ΑΚ.

Συναφῶς, ἀποτελεῖ γενικὴν ἀρχὴν τοῦ Δικαίου ὅτι, ἀπὸ τὴν Ἀρχὴν τῆς ἀντικειμενικῆς καλῆς πίστεως, ἀπορρέει ἡ Ἀρχὴ τῆς συνεποῦς συμπεριφορᾶς. Σὲ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο, ἀπὸ τὸν συνδυασμὸ τῆς καλῆς πίστεως καὶ τῆς συνεποῦς συμπεριφορᾶς ἀπορρέει ἡ Ἀρχὴ προστασίας τῆς ἐμπιστοσύνης. Αὐτὴ μὲ τὴν σειρά της ἐπιβάλλει τὴν προστασία τῶν συμφερόντων τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖο ἐν ὄψει τῆς συμπεριφορᾶς ἄλλου προσώπου ἐπίστευσε δικαιολογημένα στὴν δημιουργία ἢ στὴν διατήρηση μιᾶς καταστάσεως.

Βάσει τῆς Συμβάσεως (Ἐνοικιαστήριον Γράμμα ὑπ’ ἀρ. 913/Φ14), ὅπου συνεπάγετο τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ἐξ’ ὁλοκλήρου ἀνάληψιν τῶν δυσβαστάκτων ἐξόδων, ἀνεγέρσεως ἐκ βάθρων (καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐπισκευῆς) τῆς πλήρως σεσαθρωμένης Ἱερᾶς Καλύβης, ἀνερχομένων εἰς τὸ ποσὸν τῶν 200.000 εὐρώ, ἐβασίσθη ἡ διαμόρφωσις εὐλόγου πεποιθήσεως διατηρήσεως -ἐφ/ ὅρου ζωῆς- τοῦ δικαιώματος κατοχῆς (ἐπ’ ἐνοικίῳ), τῆς ἐν λόγῳ Ἱερᾶς Καλύβης.

Ὅθεν, ἡ ἐκδίωξις ἐκ τῆς Ἱερᾶς Καλύβης, συνιστᾶ καταχρηστικὴν ἄσκησιν δικαιώματος, καθόσον, συνεπάγεται ἐπαχθεῖς συνέπειες καὶ ἐπιπτώσεις ἀπὸ τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀνατροπὴν τῆς καταστάσεως, ὅπως αὐτὴ προτέρως εἶχε διαμορφωθεῖ καὶ παγιωθεῖ, καὶ ἡ ὁποία εἶχε συνδιαμορφώσει τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν συνεπῆ συμπεριφορὰ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος καθίσταται μὴ ἀνεκτὴ κατὰ τὰ κριτήρια τοῦ ἄρθρου 281 ΑΚ, δηλαδὴ τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη, συνεπῶς δέ, καταχρηστικὴ καὶ ἀπαγορευμένη.

Πλέον ὅμως, ἐκ τῶν πραγμάτων, καθίσταται σαφὴς ἡ ἐπιθυμία τῆς δικαιούχου Μονῆς, ὅπως διαμορφώνεται ἀπὸ τὴν συμπεριφοράν της, ὡς πρὸς τὸ μὴ ἀναστρέψιμον τῆς καταστάσεως (ὅπως αὐτὴ εἶχε διαμορφωθεῖ πρὶν τὴν μεταστροφήν της).

Τὸ εἶδος τῶν ἐπαχθῶν συνεπειῶν, διακρίνεται τόσο σὲ ἐπίπεδο προσωπικὸν (προσβολὴ τῆς προσωπικότητος, ἐπ’ ἀφορμῇ τῆς ἐκτοξεύσεως ἀορίστων κατηγοριῶν, καθὼς καὶ τῆς ἕνεκα τούτων ποινῆς), ὅσο καὶ οἰκονομικὸν (ὁριστικὴ ἀπώλεια τοῦ συνόλου τῶν 200.000 εὐρώ, καθὼς καὶ ὅσων ἐξόδων προσετέθησαν ἅμα τῇ ὁλοκληρώσει τῆς κατασκευῆς τῆς Καλύβης). Καθίσταται σαφὲς ὅτι ἡ δευτέρα συνέπεια συνιστᾶ ὑπέρβασιν τοῦ οἰκονομικοῦ σκοποῦ, καθ’ ὅσον αὕτη ὑπάρχει, ὅταν ἀπουσιάζη ὁποιοδήποτε οἰκονομικὸ συμφέρον στὸν δικαιοῦχο ἢ ὅταν ἐπιδιώκεται ὑπερβολικὰ μεγαλύτερο ὄφελος ἀπὸ τὸ προβλεπόμενο.

Εἰδικότερα, ἐξ ἀπόψεως σταθμίσεως συμφερόντων, τόσον τῆς δικαιούχου Μονῆς, ὅσον καὶ ἐμοῦ, προκύπτει ὅτι δὲν ὑφίσταται οὐδεμία βλάβη τῆς δικαιούχου Μονῆς, ἀντιθέτως δέ, καρποῦται σημαντικὸν ὄφελος εἰς βάρος μου, διὰ τῆς ἐπιχειρουμένης προώρου ἀποβολῆς μου, ἐνῷ ἡ βλάβη ποὺ προσωπικῶς ὑφίσταμαι, εἶναι ὑπέρογκος. Βάσει τούτου, ὁμοίως κρίνεται ὡς καταχρηστικὴ ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος.

Ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἕτερον κριτήριον τῆς διατάξεως τοῦ 281 ΑΚ, ἔχουν νὰ παρατηρηθoῦν τὰ ἑξῆς:

Ἀντίθετος πρὸς τὴν καλὴν πίστιν εἶναι καὶ ἡ συμπεριφορὰ ποὺ προσβάλλει τὰ δικαιολογημένα συμφέροντα ἢ τὶς προσδοκίες τοῦ ἑτέρου μέρους, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἴδια συμφέροντα τοῦ δικαιούχου (π.χ. ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος ἐπιφέρει βαρεῖα ζημία στὸν ὑπόχρεο, δίχως νὰ ἐξυπηρετεῖ οὐσιῶδες συμφέρον τοῦ δικαιούχου).

Βάσει τῆς προγουμένου διαπιστώσεως, ἡ ὑπέρβασις τῶν ὁρίων τῆς καλῆς πίστεως, κατὰ τὴν ἡμετέραν περίπτωσιν καθίσταται προδήλως καὶ ἀναμφισβητήτως προφανής, ὁπότε -ἐκτὸς τῶν ἄλλων- προσ­κρούει καὶ εἰς τὸ κοινὸ περὶ δικαίου αἴσθημα, ἀποτελώντας ἔντονη ἀδικίαν.

Περαιτέρω, ἡ καλὴ πίστις ἐπιτάσσει, ὅτι ἀνάμεσα σὲ ἐναλλακτικοὺς τρόπους ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος ἢ τῆς γενικῆς νομικῆς ἐλευθερίας νὰ ἐπιλέγεται ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ὁ ἠπιώτερος γιὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ὑπόχρεου, ἐνόψει μάλιστα καὶ τῆς συντα-γματικῆς ἀρχῆς τῆς ἀναλογικότητας μεταξὺ τοῦ χρησιμοποιουμένου μέσου καὶ τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ (25 πάρ. 1 ἐδ. δ΄ Σύντ).

Συμπερασματικά, καθόσον συντρέχουν οἱ παραπάνω προϋποθέσεις τὸ δικαίωμα ἀποδυναμώνεται καὶ δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἀσκηθῆ, διότι ἔρχεται σὲ προφανῆ ἀντίθεση μὲ τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη, εἶναι ἑπομένως καταχρηστικὴ ἡ ἄσκησίς του.

Τέλος, θὰ πρέπῃ νὰ ἐπισημανθοῦν καὶ τὰ ἑξῆς. Ἡ ἔκφρασις τῶν ἐπιστημονικῶν (θεολογικῶν ἢ ἄλλων) ἀπόψεων, οἱ ὁποῖες ἐκτίθενται σὲ νόμιμον δημόσιον βῆμα, οὖσες ἀπεριορίστως ἀνοικτὲς εἰς διάλογον καὶ κριτικήν, καὶ οἱ ὁποῖες οὐδόλως προσβάλλουν ἢ ἀφίστανται τοῦ ὀρθοῦ δόγματος, δὲν συνδέονται καθ’ οἱονδήποτε τρόπο μὲ τὸ ἐνοικιαστήριον, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ σκοποῦ του, δύναται ἐν προκειμένῳ νὰ ἐπιβάλλη μόνον ὅρους σχετικοὺς μὲ τὴν τήρησιν τῶν κανόνων τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, καθὼς καὶ τῆς ἡσυχαστικῆς καὶ μοναστικῆς πολιτείας. Τοὺς ἐν λόγῳ ὅρους ἀσφαλῶς καὶ ἀποδέχθηκα καὶ εὐλαβῶς ἐτήρησα καὶ τηρῶ. Ἂν ὡστόσο ἀποδίδεται σὲ αὐτοὺς διαφορετικὴ ἔννοια καὶ ἑρμηνεία, συνισταμένη στὴν ἀπόλυτον ἀπαγόρευσιν ἐκφράσεως προσωπικῶν ἀπόψεων, τέτοιοι ὅροι θὰ ἦσαν προεχόντως ἄκυροι, ὡς καταχρηστικοί, καὶ θὰ ἐτύγχανον ὡς ἐκ τούτου ἀνεφάρμοστοι.

Ἐν κατακλεῖδι, διαπιστώνεται ἡ ὕπαρξις ἐκ τῆς Ἱ.Μ. Παντοκράτορος, ἑνὸς πνεύματος, ὅπου κατὰ τὸ δοκοῦν, ὁ ἁγιορειτικὸς νόμος εἴτε ἐφαρμόζεται εἴτε ὄχι, κατανοεῖται δὲ διαφόρως διὰ ἑρμηνευτικῶν ἀκροβασιῶν ποὺ συνιστοῦν “ψευδῆ ἑρμηνείαν ἢ κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, (καὶ) τῶν καθεστώτων αὐτοῦ”, δυνάμει δὲ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, Περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, τοῦ 1926, παρακαλῶ πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς ὑποθέσεως.

Ὡς ἐκ τούτου, δέον ὅπως σᾶς ἐνημερώσω διὰ τὴν μὴ οἰκειοθελῆ συμμόρφωσιν πρὸς τὴν παράνομον ἀπόφασιν, περὶ ἐκκενώσεως τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου (Καψάλας), ἀντιτάσσοντας τὴν δέουσα ἄμυνα ἐναντίον τῆς πρωτοφανοῦς ταύτης ἀποφάσεως.

Previous Article

Κάηκε το Μετόχι της Μεγίστης Λαύρας στην Βαρυπόμπη

Next Article

Σκοπὸς ἡ χειραγώγησις τῆς ἀνθρωπότητος