Σχέδιον καταλύσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων; Ἡ «ἄγνωστος» μελέτη τοῦ Πατριάρχου Κων/λεως

Share:

Τοῦ κ. Παύλου Τρακάδα

Μέρος Β΄

Εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία «Bundeskirche»;

Αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀνάγκην καθάρσεως εἶναι ἡ ἐκκλησιολογία ποὺ πρεσβεύει ὁ νῦν Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος. Ἂν τὸ θεμέλιον εἶναι ἐσφαλμένον, τότε ὁλόκληρος ἡ οἰκοδομὴ εἶναι σαθρὰ καὶ πράγματι διαπιστώνει κανεὶς μετὰ θλίψεως ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι ἡ «ὁρατὴ ἐπὶ γῆς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας» δὲν πιστεύει ὀρθῶς περὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς γράφει:

«Εἶναι, φρονοῦμεν, σημαντικὸν νὰ σημειωθῆ ἐνταῦθα ὅτι πλεῖστοι συγγραφεῖς ἀναφερόμενοι εἰς τὴν μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ὑφισταμένην ἑνότητα, ἐντοπίζουν καὶ ἐξαρτοῦν αὐτὴν ἐκ τῆς ταυτότητος πίστεως, μυστηρίων καὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Αἱ Ὀρθόδοξοι αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι δὲν ἀποτελοῦν εἶδος τι Kirchenbund μὲ ἐξωτερικόν, οἰκουμενικόν, διεκκλησιαστικόν τι Δίκαιον, ἀλλὰ μᾶλλον μίαν Bundeskirche (ἐπιτραπήτω ἐνταῦθα ὁ ὅρος, ὅστις, βεβαίως, οὐδόλως ἐκλαμβάνεται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς προτεσταντικῆς Covenant-theory), μίαν καὶ μόνην Ἐκκλησίαν μὲ ἐσωτερικῶς καὶ ὀργανικῶς ἑνιαῖον καὶ διατοπικὸν δυνάμενον νὰ ἀποκληθῆ Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον. Καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι προφανῶς μεγάλη.» (σ. 51).

Αὐτὴ ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὡς «μεγάλη», ὄχι μόνον εἶναι ἐπουσιώδης ἀλλὰ καὶ ἐνδεικτικὴ τῆς ἐκδυτικισμένης πίστεως τοῦ νῦν Κωνσταντινουπόλεως. Κατ’ ἀρχὰς εἰσάγει εἰς τὴν Ὀρθόδοξον θεολογίαν μίαν ὁρολογίαν –καὶ μαζὶ μὲ αὐτὴν ὁπωσδήποτε καὶ τὸ εἰδικὸν θεολογικόν της ὑπόβαθρον- ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐντελῶς προβληματικὴν κατάστασιν τῶν προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν καὶ μάλιστα μόνον τοῦ γερμανοφώνου κόσμου. Μὲ ἁπλὰ λόγια: ἐπιχειρεῖ νὰ ὁμιλήση διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν δι’ αἱρετικῶν προτάσεων, δηλ. ἐκ προοιμίου ἀποτυχημένων (καὶ βεβαίως ἀπείρων ἁγιοπνευματικοῦ φωτισμοῦ) θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι προφανῶς ὁδηγοῦν εἰς διαστρέβλωσιν τῆς πίστεως τοῦ τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Διὰ νὰ καταστῆ ἀντιληπτὸν τὸ ζήτημα ὀφείλει κανεὶς νὰ ἔχη ὑπόψιν του ὅτι ἡ Γερμανία εἶναι κατὰ βάσιν ἕνα ὁμοσπονδιακὸν κράτος. Τὸ 1922 εἰς τὴν Γερμανίαν συνεκροτήθη διὰ πρώτην φορὰν καὶ μία «ἐκκλησιαστικὴ ὁμοσπονδία» (Kirchenbund) ἀποτελουμένη ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας προτεσταντικὰς μερίδας, αἱ ὁποῖαι παραμένουν αὐτοτελεῖς ὁμολογιακά, ἀλλὰ διέπονται ἀπὸ κοινὸν ἐσωτερικὸν ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον. Τὸ 1970 τὸ ἀνώτατον ὄργανόν της ἀπεφάσισεν ὅτι θὰ ἔπρεπε τὴν θέσιν τῆς «ἐκκλησιαστικῆς ὁμοσπονδίας» νὰ λάβη μία στενώτερα «Κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν» (Bundeskirche). Ὡστόσον, αὐτὸ δὲν ἔχει ἐπιτευχθῆ καὶ ἔκτοτε εὑρίσκεται διαρκῶς ὑπὸ συζήτησιν, πῶς δηλαδὴ θὰ ἐπιτευχθῆ μία «ἑνοποίησις», καθὼς ἡ κάθε ὁμολογία δὲν ἐγκαταλείπει οὔτε τὴν πίστιν της οὔτε τὴν αὐτονομίαν της. Ὑπάρχει ὁ φόβος ὅτι, ἂν ὑπάρξη μία συγκεντρωτικὴ ἀρχή, εἶναι πιθανὸν αὐτὴ μὲ κάποιο σφάλμα της νὰ «ὁδηγήση ὅλη τὴν Ἐκκλησία σὲ λάθος» καίτοι ὑφίστανται καὶ φωναὶ ποὺ πιστεύουν ὅτι ἕνας primus inter pares, ἔχοντες κατὰ νοῦν τὸν Ἀρχιεπίσκοπον τῶν Ἀγγλικανῶν, ἴσως εἶναι ἀπαραίτητος. Ἂς ἔχωμεν αὐτὰ ὑπόψιν καὶ διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς…

Ἡ Bundeskirche πάντως δὲν εἶναι «μία καὶ μόνη Ἐκκλησία», ὅπως ἐσφαλμένως γράφει ὁ τότε Ἀρχιμ. Βαρθολομαῖος. Μεταφέρει τὴν γερμανικὴν προτεσταντικὴν συζήτησιν (ἑνὸς ἀλύτου εἰσέτι δι’ ἐκείνους προβλήματος) εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν, χωρὶς αὐτὴ νὰ τὴν ἀφορᾶ. Τόσον ὁ ὅρος Bundeskirche ὅσο καὶ ὁ ὅρος Kirchenbund δὲν εἶναι μόνον ἀκατάλληλοι, ἀλλὰ μᾶλλον ὠθοῦν τὸν μὴ εἰδικὸν νὰ δημιουργήση τὴν ἐντύπωσιν ὅτι μὲ ὀλίγην προσπάθειαν αἱ Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι καὶ αἱ Προτεσταντικαὶ Ὁμολογίαι εἶναι δυνατὸν νὰ συγκλίνουν πρὸς μίαν ἀρχετυπικὴν ἰδέαν, ἔστω εἰς τὴν βάσιν τοῦ ἑνιαίου «ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου».

Ἡ Ὀρθοδοξία ὅμως εἶναι Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ἄνευ οἱουδήποτε συνθετικοῦ (ὁμοσπονδία, κοινωνία κ.λπ.). Δὲν ἔχει «ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον», ἀλλὰ «Ἱεροὺς Κανόνας». Δὲν ἐκκινοῦμεν ποτὲ ἀπὸ τοὺς Ἱ. Κανόνας, διὰ νὰ «περιγράψωμεν» τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως καὶ δὲν ἐκκινοῦμεν, ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν (ὡς κάνουν τὰ νέα θρησκευτικὰ θεωροῦντα ὅλας τὰς αἱρέσεις ἐκκλησίας), διότι ἐν τέλει καταλήγωμεν εἰς ἀλλοτρίους τῆς Ἐκκλησίας εἰκόνας. Οἱ Προτεστάνται ἔχουν διαφωνίας εἰς τὸ δόγμα, αἱ Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι ὄχι. Οἱαδήποτε συμφωνία τῶν Προτεσταντῶν ἐπὶ τοῦ «δικαίου» δὲν παράγει ἑνότητα, ἀπεναντίας πρὸς οἱανδήποτε διαφωνίαν τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἐπὶ τοῦ «δικαίου», δὲν καταλύει τὴν ἑνότητα.

Ἐξηγεῖται τοιουτοτρόπως καὶ τὸ τί συνέβη εἰς Οὐκρανίαν: ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἐφήρμοσεν ὅσα γράφει εἰς τὴν διατριβήν του. Ἡ «ἑνοποίησις» τῶν Οὐκρανῶν ἔγινεν ἀνεξαρτήτως τί πιστεύουν, διὰ τοῦτο οὔτε ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ οὔτε ἡ διακοινωνία μὲ τοὺς Οὐνίτας ἀποτελεῖ πρόβλημα. Εἶναι μία «ἑνοποίησις» μὲ βάσιν τὸ «δίκαιον», δηλ. κοινὸς Τόμος δι’ ὅλους, ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι ἐντάσσει τὸ νέον μόρφωμα εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν, ἐπειδὴ ἀναλόγους Τόμους ἔχει δώσει τὸ Φανάρι εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου καλουμένας «θυγατέρας». Εἶναι μία «Κοινωνία τῶν Θυγατέρων» τῆς οἰκογενείας ὑπὸ τὴν μίαν ἀρχὴν τοῦ ἑνὸς Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (τοῦ… primus inter pares!), «συντονιστικήν», ὅπως τὴν ὀνομάζουν οἱ Φαναριῶτες ἢ ὅπως ἀκριβῶς τὴν ἐπιθυμοῦν οἱ Προτεστάνται διὰ τὴν Bundeskirche.

Τελικὰ ὁ Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὁ «Πάπας τῆς Ἀνατολῆς» ἢ ὁ «Συντονιστὴς» τῆς Bundeskirche; Καὶ τὰ δύο, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ οἰκουμενισμός: σύγκλησιν ὅλων τῶν χριστιανικῶν «παραδόσεων». Οἱ παπικοὶ ἔχουν «παράδοσιν» μὲ τὸν Πάπαν καὶ οἱ Προτεστάνται μὲ τοὺς «συντονιστὰς» καὶ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐμφανίζει τὴν Ὀρθοδοξίαν ὡς τὴν σύγκλισιν αὐτῶν τῶν δύο «παραδόσεων», ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ γίνη ἡ ἕνωσις! Διὰ τοῦτο οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν ὁμιλοῦμεν διὰ ἕνωσιν, ἀλλὰ δι’ ἐπιστροφήν. Ὅμως ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος παρουσιάζει τὴν Ὀρθοδοξίαν ὡς «σύγκλισιν», διότι αὐτὸ ποὺ εἰς τὴν πραγματικότητα παρουσιάζει δὲν εἶναι Ὀρθοδοξία! Δὲν εἶναι Ὀρθοδοξία ἡ Bundeskirche! Οἱ Ἱ. Κανόνες πηγάζουν ἀπὸ τὸ δόγμα. Δὲν ἔχομεν ἑνότητα, ἐπειδὴ τὸ «δίκαιον» τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν εἶναι «διατοπικὸν» καὶ ὄχι «διεκκλησιαστικόν», ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔχομεν κοινὴν πίστιν (ὀρθὸ-δοξία), ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκπορεύεται ἡ ὀρθοπραξία, τὸ «κανονικὸν δίκαιον». Ἡ αὐτοδιοίκησις ἢ αὐτονομία τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἀκόμη καὶ ὅταν προβάλλεται ὁ «ἐθνοφυλετισμὸς» δὲν συνιστᾶ διάκρισιν τοιαύτην, ὥστε νὰ γίνεται λόγος διὰ Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ὥστε νὰ λέμε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μία «Bundeskirche»! Πρόκειται δι’ ἀπόλυτον διαστρέβλωσιν!

Τὰ γράφει καὶ τὰ ἀναιρεῖ!

Δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήξη κανένα, ἐφόσον αὐτὰ ἐπίστευεν ὡς Ἀρχιμανδρίτης ὁ νῦν Πατριάρχης, ὅτι προβαίνει καὶ εἰς τὴν ἀκόλουθον πρότασιν-«πρόβλεψιν»(;):

«Ἑκάστη Ἐκκλησία θὰ δύναται νὰ δημιουργῆ πάντοτε δι’ ἑαυτὴν νέας κανονικὰς διατάξεις ὑπὸ τῆς «τοπικῆς παραδόσεως» αὐτῆς ὑπαγορευμένας καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου μὴ ἀντιστρατευομένας (ὡς, ἐννοεῖται, καὶ πᾶσαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ὁμοῦ θὰ δύνανται νὰ θεσπίζουν νέους κανόνας ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων ἐπιβαλλομένους καὶ πάσας τὰς Ὀρθοδόξους αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας δεσμεύοντας).» (σ. 54).

Ὁ γνώστης τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως θὰ ἀναρωτηθῆ: ποῦ τὸ κακόν, ἀφοῦ γνωρίζομεν ὅτι ἀνέκαθεν συνεκαλοῦντο Τοπικοὶ Σύνοδοι ἢ Μείζονες Σύνοδοι καὶ ἐθέσπιζον κανόνας; Ἔστω καὶ ἂν παραβλέψωμεν τὸ καίριον (ἂν δηλαδὴ οἱ ὑπάρχοντες κανόνες ἐπαρκοῦν ἢ ὄχι) ἀπομένει πρὸς συζήτησιν ἂν ἔχουν τὴν δυνατότητα αἱ Τοπικαὶ Ἐκκλησίαι νὰ δημιουργοῦν «κανονικὰς διατάξεις». Προσοχή! Ὑπενθυμίζομεν ὅτι ἡ διατριβὴ ἀσχολεῖται μὲ τὸ ποῖοι εἰς τὸ μέλλον Κανόνες θὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν συλλογὴν ἐκείνην, ποὺ θὰ δεσμεύη τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ποῖοι θὰ ἀπορριφθοῦν. Ἑπομένως, ὅταν ἀναφέρεται εἰς «κανονικὰς διατάξεις», δὲν ἐννοεῖ ἁπλῶς προσκαίρους ἀποφάσεις κάποιας Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀποφάσεις ποὺ ἔχουν κανονικὴν ἰσχύν. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτονόητον ὅτι αἱ ἀποφάσεις κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτόχρημα καὶ «κανονικαὶ διατάξεις».

Τοιαύτην ἰσχὺν ἀποδίδει καὶ εἰς «πανορθοδόξους ἀποφάσεις», αἱ ὁποῖαι θεωρεῖ ὅτι θὰ δεσμεύουν ὁλόκληρον τὴν Ὀρθοδοξίαν. Ἐδῶ ἐμφανίζεται ἡ ἀνακολουθία τοῦ Πατριάρχου ἀναφορικὰ ὡς πρὸς τὸ Κολυμβάριον: ἀπαιτεῖ νὰ τηρηθοῦν αἱ ἀποφάσεις του εἰς ὅλας τὰς Τοπικὰς Ἐκκλησίας καίτοι δὲν ἦσαν παροῦσαι «πᾶσαι», ὥστε «ὁμοῦ» νὰ ἀποφανθοῦν! Ὁ ἴδιος τὰ γράφει καὶ ὁ ἴδιος τελικῶς τὰ καταπατεῖ! Πῶς λοιπὸν νὰ δώση κανεὶς σημασία εἰς τὰ λόγια του;

Τὸ αἴνιγμα λύεται

Ὅλα τὰ προηγούμενα δὲν θὰ ἕλκυον ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν, ἂν δὲν περιελαμβάνετο καὶ ἡ φράσις «ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων ἐπιβαλλομένους». Ποῖαι εἶναι αἱ περιστάσεις;

«Μεταβληθεισῶν τῶν συνθηκῶν τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου ἤρξαντο αἱ αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην νὰ αἴρουν τὰ πρόσθετα ταῦτα κωλύματα εἴτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας εἴτε, ὡς ἐν Ἑλλάδι, ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Πολιτείας, ἡ περίπτωσις δ’ αὕτη ἀποτελεῖ ἀφορμήν, ἵνα διατυπώση τις τὴν εὔλογον ἀπορίαν-παραπόνον: Διατὶ νὰ μὴ προβαίνη πρώτη ἡ Ἐκκλησία εἰς τοιαύτας ἐπιβεβλημένας μεταρρυθμίσεις, ἀλλὰ νὰ πωλῆ τὰ πρωτοτόκια αὐτῆς εἰς τὴν Πολιτείαν, ἔχουσαν μὲν καὶ ταύτην καθῆκον νὰ ἐπιδεικνύη στοργὴν καὶ μέριμναν διὰ τὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ μειοῖ τὸ βάρος τοῦ φορτίου αὐτοῦ, οὐχὶ ὅμως ἐν ᾧ μέτρῳ ἔχει τὸ καθῆκον τοῦτο ἡ ἰδία;» (σ. 55).

Ἆραγε εἰς τὰς «πρωτοβουλίας» τοῦ Φαναρίου περὶ τὸν οἰκογενειακὸν βίον ἐντάσσεται καὶ ὁ β΄ γάμος τῶν κληρικῶν; Μήπως ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἀνήκει εἰς τὰς «νέας κανονικὰς διατάξεις ὑπὸ τῆς «τοπικῆς παραδόσεως» αὐτῆς ὑπαγορευμένας καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου μὴ ἀντιστρατευομένας»; Πῶς νὰ ἐξηγηθῆ ὅτι δι’ ἀκόμη μίαν φορὰν ἄλλα ἔγραφε καὶ ἄλλα τώρα πράττει;

Τὸ ζήτημα ποὺ θίγεται εἰς τὸ παρατεθὲν ἀπόσπασμα ὅμως εἶναι πολὺ σοβαρόν. Ὁ Πατριάρχης ὁμιλεῖ περὶ πωλήσεως πρωτοτοκίων καὶ ἑπομένως ὑπονοεῖ ὅτι Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία εἶναι δύο ἀδελφαί. Πρόκειται περὶ μεγίστου σφάλματος. Ἀκόμη καὶ ἂν ἀντιμετωπίσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν ὡς ὀργανισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν θέτωμεν παραλλήλως πρὸς τὸ κράτος. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀδελφὴ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ μητέρα της: αὐτὴ πρέπει νὰ ὁρίζη τὰς ἀρχὰς ποὺ θὰ διέπουν τὴν Πολιτείαν καὶ νὰ τὴν ἐλέγχη, ὅταν παραστρατῆ. Τὸ πόσα προβλήματα ἀρχίζουν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνήκουστον ἀντίληψιν τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκθέσωμεν. Ἀρκεῖ μόνον νὰ σταθῶμεν εἰς τὰ ὅσα λέγει περὶ τῶν «μεταβληθεισῶν συνθηκῶν τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου».

Εἶναι ἀπορίας ἄξιον νὰ ὁμιλῶμεν δι’ ἀνάγκην θεσπίσεως «κανονικῶν διατάξεων» περὶ τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου. Πρῶτον, ὅσον καὶ νὰ ἤλλαξαν αἱ συνθῆκαι εἰς τὴν οὐσίαν καὶ τὰς σχέσεις του ὁ ἄνθρωπος παραμένει ὁ ἴδιος καὶ ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει συγκεκριμένας συντεταγμένας διὰ τὴν οἰκογένειαν, αὐταὶ εἶναι διαχρονικοὶ καὶ δὲν ἐπιδέχονται ἀλλαγῶν. Δεύτερον, ἡ Ἐκκλησία ποτὲ δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν μέτρῳ ἐπεχειρήθη εἰς τὸ Κολυμβάριον, νὰ εἰσάγη μίαν κανονιστικοῦ τύπου ἠθικήν, ὡς συνέβη εἰς τὴν Β΄ Βατικανήν.

Εἰς τὸ παρὸν ὅμως ὁ Πατριάρχης χαρακτηρίζει ὡς «ἐπιβεβλημένας μεταρρυθμίσεις» τὰ ὅσα ἤδη ἡ Πολιτεία νομοθετεῖ καὶ ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀκολουθήση! Ἀλήθεια, εἶναι κἄν δυνατὸν νὰ ζητῆ μεταρρυθμίσεις εἰς τὴν Ἐκκλησίαν; Πόθεν ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι καὶ ἐπιβεβλημένοι; Αὐτὴ ἡ σύγκρισις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας ὄχι μόνον θέτει εἰς ἀνώφελον ἀνταγωνισμὸν τὰς δύο, ἀλλὰ καὶ παρουσιάζει τὴν Ἐκκλησίαν ὡς ἔχουσαν παρωχημένας ἀντιλήψεις καὶ οὐραγὸν τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων! Σήμερον ποὺ ἡ Πολιτεία ἐθέσπισε καὶ «σύμφωνον συμβιώσεως» διὰ τοὺς ὁμοφυλοφίλους ἡ Ἐκκλησία νὰ σπεύση καὶ αὐτὴ νὰ μειώση «τὸ βάρος τοῦ φορτίου»; Διότι, ὁ νῦν Κωνσταντινουπόλεως ἔχει καταστῆ καὶ μέγιστος ὑπέρμαχος τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων… Ἂν ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθήση τὴν Πολιτείαν, εἰς τὸ τέλος ἡ Ἐκκλησία θὰ ἀκολουθῆ τὴν Μασονίαν! Ἡ Μασονία ἐπιτρέπει καὶ δεύτερον καὶ τρίτον καὶ τέταρτον γάμον τῶν κληρικῶν…

Previous Article

Ρουμανία: Ιερέας αλλάζει τον τρόπο μετάδοσης της Θ. Κοινωνίας

Next Article

84 πολίτες παρεμβαίνουν απαιτώντας Εθνική Στρατηγική απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις

Διαβάστε ακόμα