Σχέδιον καταλύσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων;      Ἡ «ἄγνωστος» μελέτη τοῦ Πατριάρχου Κων/λεως

Share:

Τοῦ κ. Παύλου Τρακάδα

3ον

Ὁ Μ. Βασίλειος ἐκτός!

Ἡ ἀλλαγὴ τῶν Ἱ. Κανόνων μὲ γνώμονα τὰς ἀλλαγὰς εἰς τὸν οἰκογενειακὸν βίον καὶ τὸν ἐξ αὐτῆς προκυπτουσῶν ἀλλαγῶν εἰς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, ποὺ ὑποστηρίζει ὁ Πατριάρχης, ὁδηγοῦν ἀναμφιβόλως εἰς τὸν κλονισμὸν ὄχι μόνον τῆς ἠθικῆς ἀλλὰ κυρίως τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τοὺς θεοφόρους Πατέρας, δηλ. τὴν Ἱ. Παράδοσιν:

«Ἐξ ἄλλου ὑπάρχουν ἀρκετοὶ κανόνες, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Μ. Βασιλείου, οἵτινες ἐπιβάλλουν πολυετῆ ἀφορισμὸν εἰς τοὺς περιπίπτοντας εἰς ἠθικὰ παραπτώματα καὶ οἵτινες ἤδη ἀπὸ τῶν βυζαντινῶν χρόνων ἔπαυσαν νὰ ἐφαρμόζωνται ἀντικατασταθέντες δι’ ἄλλων ἐπιεικεστέρων καὶ δὴ γνωστῶν συλλογῶν «ἐπιτιμίων». Τοιοῦτοι κανόνες δέον νὰ ἀποκλεισθοῦν τοῦ Κώδικος ὡς ἀπρακτήσαντες» (σ. 58).

Ἀκόμη καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχουν ἀπρακτήσει κάποιοι κανόνες, ποῖος θὰ τολμήση νὰ κρίνη ποῖοι μένουν καὶ ποῖοι ἀφαιροῦνται; Διότι συμφωνία δὲν πρόκειται νὰ ὑπάρξη. Μήπως ὅμως θὰ εἶναι τραγικώτερον τὸ γεγονὸς νὰ καταργηθοῦν κανόνες καὶ ἔπειτα νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμβῆ αὐτό; Ἢ μήπως ἐξ ἀρχῆς εἶναι σκοπὸς «μαζὶ μὲ τὰ ξερὰ νὰ καοῦν καὶ τὰ χλωρά», δηλ. μὲ πρόφασιν τὴν κατάργησιν κάποιων κανόνων νὰ καταργηθοῦν καὶ κανόνες ποὺ ἰσχύουν, ἀλλὰ παρακωλύουν τοὺς ἐπιδόξους οἰκουμενιστὰς ἀπὸ τὸ νὰ μὴ ἐλέγχωνται; Ἐπίσης, δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἂν καταργηθοῦν κανόνες τοῦ μεγίστου τῶν Πατέρων, καθὼς ἡ θεολογία του ἔχει διαπεράσει ὅλας τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, τὸ ἑπόμενον βῆμα εἶναι ἡ κατάργησις τῶν ἰδίων τῶν Πατέρων;

Ἐξ ἐπόψεως ὅμως Ὀρθοδόξου, ἡ σκέψις καὶ μόνον περὶ ἀπρακτίας κανόνων τοῦ θεοφόρου Πατρὸς εἶναι ἄτοπος ἂν ὄχι βλάσφημος. Κανεὶς κανὼν δὲν ἀπρακτῆ ἢ ἀκόμη καὶ ἂν κατὰ κάποιον τρόπον ἀπρακτεῖ, δὲν καταργεῖται, διότι παραμένει ζωοποιός. Οἱ Ἱ. Κανόνες προέρχονται ἀπὸ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταντοῦν ἄχρηστοι! Εὑρίσκονται ἐκεῖ καὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθοῦν. Δὲν εἶναι ἄλλωστε ὑπὲρ τοῦ κάθε πνευματικοῦ ἢ τῆς Ἱ. Συνόδου νὰ ἔχη ἐνώπιόν της μία ποικιλία κανόνων καὶ ἀναλόγως πῶς κρίνει νὰ ἐπιλέγη καὶ τὸν κανόνα; Ἀλλοῦ τὸν ἄλφα κανόνα καὶ ἀλλοῦ τὸν βῆτα, αὐτὸ ἄλλωστε σημαίνει ποιμαντικὴ καθὼς οὔτε ὁ πνευματικὸς οὔτε ἡ Σύνοδος εἶναι δικαστήριον, γιὰ νὰ «κολάζουν» καὶ δι’ αὐτὸ νὰ ἀπαιτῆται ἕνα ἐπικαιροποιημένο νομικὸν σύστημα.

Ἂν ὁ κανὼν ἐχρησιμοποιήθη ἔστω καὶ μίαν φοράν, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἔγινε διὰ τὴν πνευματικὴν προκοπὴν τοῦ πιστοῦ καὶ ἄρα ὑπῆρξεν ὄφελος. Ἂν μίαν φορὰν ὑπῆρξεν ὄφελος, τότε μπορεῖ νὰ ὑπάρξη καὶ πάλιν. Ἡ λογικὴ τοῦ Πατριάρχου εἶναι δικανικὴ λογικὴ καὶ ὄχι ἁγιοπνευματική· πιστεύει ὅτι οἱ κανόνες «ξεψυχοῦν», ἐνῶ εἰς τὴν πραγματικότητα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ σωστὴ ἐπιλογὴ κανόνος εἶναι ὡς φάρμακον ποὺ δύναται νὰ ἀναζωογονήση μίαν ἀνθρωπίνην ψυχήν.

Ἀκριβῶς ὁμοία εἶναι ἡ πλάνη, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ νεώτεροι κανόνες εἶναι ἐπιεικέστεροι τῶν παλαιοτέρων, διότι ἂν αὐτὸ ἰσχύη, τότε οἱ ἑπόμενοι κανόνες ποὺ ἐπιθυμεῖ ὁ Πατριάρχης νὰ θεσπίση δὲν θὰ εἶναι μόνον ἐπιεικέστεροι τῶν ἤδη ἐπιεικῶν, ἀλλὰ τελείως «χαλαροί». «Ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα», δηλ. ἀπὸ αὐτὸ τὸ μικρὸ φαίνεται ὅτι ἡ θεολογικὴ κατάρτισις τοῦ Πατριάρχου εἶναι ἐλλιπὴς ἂν ὄχι στρεβλή. Δὲν γνωρίζει τὴν ρῆσιν τοῦ Ἱ. Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι «ὅπως ὁ ἰατρὸς πολλάκις ποιεῖ τὰ ἐνάντια, δηλ. ἄλλοτε καυτηριάζει τὴν πληγὴν καὶ ἄλλοτε τῆς ἐπιθέτει μίαν ἀλοιφήν, παρομοίως πράττει καὶ ὁ πνευματικός»; Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ ἰδίου ἁμαρτήματος ἄλλοτε μὲ περισσότερα» ἔτη στερήσεως τῆς θ. Κοινωνίας καὶ ἄλλοτε μὲ ὀλιγώτερα δὲν σημαίνει, ὡς ἐπιφανειακῶς τὸ ἐκλαμβάνει, ἐπιείκεια ἀλλὰ προσαρμογὴ πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ μετανοοῦντος. Ἄλλος δύναται νὰ κάνη πλέον σκληρὰν νηστείαν, ἄλλος βαρυγκωμεῖ, ἄλλος ἤδη ἔχει ὄντως μετανοήσει καὶ ἄλλος χρειάζεται νὰ ὀργωθῆ ἀρκετὰ ἡ ψυχή του. Ἀντιστοίχως λοιπὸν καὶ οἱ Ἱ. Κανόνες. Ἀπεναντίας, ἡ ἀντίληψις ὅτι πρέπει νὰ καταργηθοῦν κάποιοι παλαιότεροι πρὸς χάριν νεωτέρων δὲν εἶναι μόνον ἰσοπεδωτικὴ διὰ τὴν πνευματικὴν θεραπείαν ἑκάστης περιπτώσεως (ὡς ὅλοι νὰ χρήζουν ἀκριβῶς τῶν ἰδίων πρακτικῶν χωρὶς νὰ ὑπολογίζεται ἡ ἰδιοπροσωπία καθενὸς) ἀλλὰ καὶ φανερώνει μίαν ἱστορικὴν κατανόησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐξελίσσεται καὶ προοδεύει πρὸς τάχα ἠπιωτέρας μεθόδους! Αὐτὸ πλέον εἶναι φιλοσοφικὴ καὶ ὄχι θεολογικὴ ἀντιμετώπισις τῆς Ἐκκλησίας.

Σχολαστικισμός

Ἡ παρατεθεῖσα παράγραφος δὲν εἶναι ἡ μοναδική, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Ἱ. Κανόνες ἀντιμετωπίζονται μέσα ἀπὸ ἕνα σχολαστικὸ πρῖσμα. Ἡ ἰδία αὐτὴ ἀντίληψις ἀπαντᾶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς:

«Ὁ Κῶδιξ δέον ὅπως περιλάβη κανόνας μόνον εἰς ζητήματα κανονικῆς τάξεως καὶ πειθαρχίας ἀναφερομένους, παραλειπομένων τῶν δογματικοῦ, ἠθικοῦ, λειτουργικοῦ καὶ ἀσκητικοῦ καὶ ἄλλου ποικίλου περιεχομένου κανόνων» σ. 83

Εἰς προηγούμενον ἄρθρον ἐσχολιάσαμεν τὴν κακίστην ἄποψιν τῆς διακρίσεως τῶν Ἱ. Κανόνων εἰς «θεμελιώδεις καὶ μή», τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Πατριάρχης. Αὐτὴ ὄχι μόνον θεωρεῖται δεδομένη ἀπὸ τὸν Πατριάρχην, ἀλλὰ καὶ ἤδη φαίνεται ὅτι ἔχει ἀποφανθῆ καὶ διαμοιράσει τοὺς Ἱ. Κανόνας εἰς τὰς δύο αὐτὰς κατηγορίας. Μελετῶν κανεὶς προσεκτικὰ ὅσα γράφει, βλέπει ὅτι οἱ Ἱ. Κανόνες ἔχουν τεθῆ εἰς ὁμάδας ἀναλόγως μὲ τὸ περιεχόμενον καὶ ἔχει ἀποφασίσει ποῖοι θὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὴν κωδικοποίησιν καὶ ποῖοι ὄχι. Ἡ διαίρεσις αὐτὴ ἀπὸ μόνη της ἐμφαίνει ποῖοι εἶναι οἱ «θεμελιώδεις» Κανόνες καὶ ποῖοι οἱ… δευτερεύοντες! Ἔχει χάρισμα ἄνωθεν καὶ διακρίνει ὅτι εἰς κάποιους ὑπάρχει ὀλιγώτερον Ἅγιον Πνεῦμα καὶ εἰς ἄλλους περισσότερον; Μὲ τὰ σημερινὰ κριτήρια θὰ ἀποφανθῆ διὰ πρὶν ἀπὸ χίλια ἔτη τί εἶναι σημαντικὸν καὶ τί ὄχι;

Ἡ διάκρισις ὅμως αὐτὴ πάσχει καὶ ἀπὸ ἐπιστημολογικῆς πλευρᾶς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνωνται οἱ Ἱ. Κανόνες τόσον αὐστηρὰ κατὰ τὸ περιεχόμενον, ἐνῶ, ὡς γνωστόν, ἀποτελοῦν ἕνα σύν­ολον; Μήπως κάποιος κανών ποὺ εἶναι «λειτουργικὸς» δὲν εἶναι συνάμα καὶ «ἠθικός»; Πῶς ἀγνοεῖται εἰς τὴν θεματικὴν κατάταξιν ἡ ἱστορικὴ συγκρότησις; Ὅταν μία Σύνοδος ἐθέσπιζε τοὺς Ἱ. Κανόνας, τοὺς διετύπωνε μὲ μίαν ἁρμονίαν. Πῶς θὰ διασπάση αὐτὴν τὴν ἑνότητα καὶ θὰ διαχωρίση τοὺς κανόνας ἐκτὸς τοῦ φυσικοῦ τους πλαισίου; Πῶς ἀποσυνδέονται ἀπὸ τὴν δογματικήν τους βάσιν, θεωροῦντες κάποιους ἁπλῶς ὡς κανόνες «πειθαρχίας»;

Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπεράνω

τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Ὅλα ὅσα καταγράφομεν δεικνύουν ὅτι ὁ Πατριάρχης δὲν ἔχει λάβει σοβαρὰ τὸ ἔργον τῶν Συν­όδων. Περαιτέρω δὲ ἀγνοεῖ οὐσιαστικῶς τί εἶναι Σύνοδος. Μελετήσατε προσεκτικῶς τί γράφει:

«ἡ οἰκουμενικὴ σύνοδος θὰ ἐγκρίνη μόνον καὶ θὰ ἐπικυρώση τὸν ἕτοιμον Κώδικα» σ. 64

Καὶ εἰς ἑτέραν σελίδα:

«Ὑπογραμμιστέα ἐνταῦθα τὰ ρήματα ἐγκρίνειν καὶ ἐπικυροῦν, διότι ἡ μέλλουσα οἰκουμενικὴ σύνοδος ὡς πρὸς τὸν Κώδικα εἰς αὐτὰς καὶ μόνον τὰς ἐνεργείας θὰ περιορισθῆ» σ. 93

Ἀπὸ τὰ γραφόμενά του εἶναι εὔκολον νὰ συνάγη κανεὶς ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος διὰ τὸν Πατριάρχην εἶναι μία τυπικὴ διαδικασία. Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς λοιπὸν, διατί δὲν συγκαλεῖ ποτὲ τὴν Ἱεραρχίαν τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως καὶ διὰ ποίους λόγους ἔχουν ὑπερυψώσει οἱ Φαναριῶται τὸν Πατριάρχην ὑπὲρ πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων: διότι δὲν ὑπολογίζουν οὔτε τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον! Εἰς τὰ ἀνωτέρω διαφαίνεται: πρῶτον, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου δύναται νὰ περιορίζεται κατὰ τὰ ὅσα διακελεύει ὁ τότε Ἀρχιμανδρίτης Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καὶ δεύτερον, ὅτι μία ἐπιτροπὴ (σοφῶν;), ποὺ ὑποτίθεται θὰ προβῆ εἰς τὴν κωδικοποίησιν τῶν Κανόνων, εἶναι ὑπεράνω τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καθὼς ἡ Σύνοδος δὲν θὰ ἔχη τὴν δυνατότητα νὰ ἐπέμβη εἰς τὴν κωδικοποίησιν. Χρειάζεται ἆραγε ἰδιαιτέρα σοφία διὰ νὰ ἀντιληφθῆ οἱοσδήποτε ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος «διατάσσει» δὲν «διατάσσεται»!

Μήπως ὅμως ὁ Πατριάρχης τὸ γράφει μὲ τὴν προοπτικὴν νὰ «προστατεύση» τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον; Δηλαδὴ νὰ ἀποσκορακίση κάθε ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ ἀλλάξη τὸ κανονικὸν δίκαιον, ὅτι δὲν θὰ θιγοῦν αἱ προηγούμεναι Οἰκουμενικοὶ Σύνοδοι καὶ ὅτι ἁπλῶς τὸ ἔργον θὰ εἶναι μία «ἀποκάθαρσις» κανόνων, δηλ. νὰ διαγραφοῦν κάποιοι ποὺ εὑρίσκονται εἰς ἀχρησίαν; Ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ ἐπιφανειακὰ «καλὸς» λογισμὸς φανερώνει ὅτι εὑρίσκεται μακράν τῆς Ὀρθοδόξου κατανοήσεως τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος. Δὲν εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἕνα ὄργανον ὡς τὸ Συνταγματικὸν Δικαστήριον, διὰ νὰ ἐγκρίνη ἢ νὰ ἀπορρίπτη εἰσηγήσεις, ἀλλὰ μία κατάστασις χαρισματική, μία «θεία παρεμβολή»! Ἡ προσπάθεια χειραγωγήσεως τῆς Συνόδου μὲ ἕτοιμον κωδικοποίησιν θὰ ἔχη τὴν ἰδίαν κατάληξιν ποὺ εἶχε καὶ τὸ Κολυμβάριον μὲ τὰ ἕτοιμα κείμενα, ποὺ ἐκλήθη νὰ τὰ «ἐγκρίνη καὶ ἐπικυρώση». Ἰδού, ποῦ ἦσαν τὰ σπέρματα τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς τῆς κατ’ ὄνομα Συνόδου: ἐντὸς τῆς διατριβῆς τοῦ Πατριάρχου πρὶν ἥμισυ αἰῶνα.

Δὲν εἶναι ὅμως μόνον ζήτημα τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου νὰ εἶναι ἐλεύθερη εἰς τὰς ἀποφάσεις της, ποὺ δὲν κατανοεῖ εἰς τὸ συνοδικὸν σύστημα. Κυρίως αὐτὸ ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ ἀντιληφθῆ ὁ Πατριάρχης εἶναι ὅτι Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δὲν πρόκειται νὰ συνέλθη, διότι ἔχουν λυθῆ τὰ δογματικὰ προβλήματα, ἐκτὸς καὶ ἂν ἐπιτρέψη ὁ Θεὸς νὰ ἀναφυῆ κάποιο ποὺ δὲν χωρεῖ ὁ νοῦς μας. Ἡ βεβαιότης του ὅτι θὰ συγκληθῆ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δύο προδίδει: ἢ ὡς ἐγράψαμεν τὴν ἄγνοιάν του ἢ ὅτι θὰ τὴν προκαλέση μὲ κάποιον τρόπον ὁ ἴδιος… Ἄν, ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκληθῆ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἁπλῶς διὰ νὰ «ἐγκρίνη καὶ νὰ ἐπικυρώση» μίαν ἕτοιμον κωδικοποίησιν τῶν Κανόνων –τί νόημα θὰ εἶχεν ἄλλωστε ὁλόκληρος κινητοποίησις τῆς Ἐκκλησίας διὰ αὐτό;-, τότε συμπεραίνομεν ὅτι κάτι ἄλλο σημαντικώτερον θὰ συμβῆ…

Previous Article

10 Σεπτεμβρίου

Next Article

Ο Επιφάνιος απαιτεί από τις Ουκρανικές αρχές να «προστατεύσουν» την σχισματική Εκκλησία (OCU)

Διαβάστε ακόμα