«Τάσις πλήρους ἀποσπάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴν Ρωσικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν»

Share:

Τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Μόσχας καὶ πασῶν τῶν Ρωσιῶν κ. Κυρίλλου

Σεβασμιώτατοι, θεοφιλέστατοι, ἀξιοτίμητοι πατέρες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές,

ἐπιτρέψτε μου νὰ μεταφέρω τοὺς χαιρετισμούς μου σὲ ὅλους ἐσᾶς, τοὺς συμμετέχοντες στὸ συνέδριο «Παγκόσμια Ὀρθοδοξία: πρωτεῖο καὶ συνοδικότητα ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας».

Τὸ θέμα ποὺ ἐξετάζουμε σήμερα δὲν ἀφήνει καμία ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴ σημασία καὶ τὴ σύγχρονη συνάφειά του. Ἡ κατάσταση στὴν οἰκογένεια τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν προκαλεῖ μεγάλη ἀνησυχία. Ἡ κατάσταση ποὺ διαμορφώθηκε στὸν ὀρθόδοξο κόσμο μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς κρίσιμη.

Περὶ αὐτῆς τῆς κρίσης μαρτυροῦν σαφῶς οἱ σοβαρὲς διαφωνίες μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων σχετικὰ μὲ τὸ πῶς προσεγγίζουμε τὸ πολίτευμα τῆς παγκόσμιας Ὀρθοδοξίας, τί ἐννοοῦμε ὡς πρωτεῖο καὶ συνοδικότητα καὶ πῶς συσχετίζουμε τὴν κανονικὴ τάξη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ τί συμβαίνει στὴ σφαῖρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως.

Μποροῦμε, βεβαίως, νὰ παρατηρήσουμε ἐντὸς αὐτῆς τῆς κρίσης τὴν ἐπιρροὴ συγκεκριμένων πολιτικῶν δυνάμεων. Πράγματι, ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας συνοδεύεται ἀπὸ τέτοιες ἐπιρροές. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε ὅτι στὸν κόσμο ὑπάρχουν ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ καταστρέψουν τὶς ἀρχὲς τῆς ὀρθοδόξου ζωῆς, νὰ σπείρουν διχασμὸ καὶ ἐχθρότητα μεταξὺ τῶν λαῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιῶν. Καὶ εἶναι ἀπολύτως προφανὲς ὅτι παρατηρεῖται ἡ τάση δημιουργίας ἑνὸς διαχωριστικοῦ τοίχου, ἐὰν ὄχι τῆς πλήρους ἀπόσπασης τῆς ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Μεσογείου, ἀπὸ τὴ σλαβικὴ Ὀρθοδοξία καὶ κυρίως ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δηλαδή, νὰ ἀναπαραχθεῖ τὸ πρότυπο τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ἀποδυναμωθεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία σήμερα, δὲν θὰ φοβηθῶ νὰ πῶ ὅτι, ὅπως ἐλάχιστες ἀπὸ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες, ἐπιτελεῖ καὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐπιτελεῖ μία προφητικὴ διακονία, ἀξιολογώντας πρωτίστως ὅλα ὅσα βιώνει ὁ ἀνθρώπινος πολιτισμός.

Ὡς Προκαθήμενος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκ­κλησίας τῆς Ρωσίας, ποὺ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διατηρῶ καὶ νὰ ἐνισχύω τὶς σχέσεις μὲ τὶς ἄλλες τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, αἰσθάνομαι προσωπικὸ πόνο ἀπὸ τὰ τεκταινόμενα στὶς σχέσεις μας μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καὶ μὲ ἐκεῖνες τὶς Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἐμπλακεῖ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴν ἀναγνώριση τῆς οὕτως καλούμενης «αὐτοκεφάλου ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας», ἡ ὁποία στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴ νομιμοποίηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχίσματος.

Κατὰ τὸ στάδιο προετοιμασίας τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία τελικῶς δὲν συνῆλθε, ἐπιτεύχθηκε μεταξὺ τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἡ καταρχὴν ἀπόφαση ὅτι τὸ αὐτοκέφαλο ἐφεξῆς δύναται νὰ παραχωρεῖται μόνον κατόπιν συμφωνίας ὅλων τῶν κοινῶς ἀναγνωρισμένων κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Καταλήξαμε σὲ αὐτὴ τὴ συμφωνία σὲ μία συνάντηση στὸ Σαμπεζὺ καὶ λήφθηκε αὐτὴ ἡ ἀπόφαση μὲ ἐνθουσιασμὸ ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ θέση ὄντως ἐγείρει ἀνάχωμα γιὰ τὴν πιθανὴ δημιουργία κάθε εἴδους σχισματικῶν κινημάτων. Ἡ ἀπόφαση θὰ ἐπικυρωνόταν στὴν Πανορθόδοξη, ἐντούτοις, κατὰ παράκληση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τὸ ἐν λόγω θέμα ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴν ἡμερήσια διάταξη. Καὶ μετὰ τὴ διάσκεψη τῶν δέκα κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὴν Κρήτη τὸ 2016 τὸ θέμα αὐτὸ ἐτάφη ὁριστικά, ὅλες οἱ προηγουμένως ἐπιτευχθεῖσες συμφωνίες μηδενίστηκαν καὶ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀνακοίνωσε τὸ δῆθεν δικαίωμά του νὰ χορηγεῖ σὲ ὁποιονδήποτε ὁ ἴδιος ἀποφασίσει τὸ αὐτοκέφαλο μονομερῶς καὶ ἄνευ συμφωνίας τῶν ἄλλων κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν. Εἶναι ἀπολύτως ἐμφανὲς ὅτι οὔτε ἕνας κανόνας τῆς Ἐκκλησίας δὲν ὑποστηρίζει τέτοιο δικαίωμα. Ὑπάρχουν κανόνες ποὺ ὁρίζουν τὴν σχέση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μὲ τοὺς Μητροπολίτες ποὺ ὑπάγονται στὸ Πατριαρχεῖο του. Ἀλλὰ ἡ Κωνσταντινούπολη ἐφαρμόζει αὐτὸ τὸ μοντέλο σὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χωρίς, βεβαίως, ἀναφορὰ σὲ κανένα ἀπὸ τοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀξιώσεις εἰδικῶν δικαιωμάτων καὶ προνομιῶν ἔχουν καὶ παλαιότερα διατυπώσει ἱεράρχες καὶ θεολόγοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ οὐδέποτε δὲν τὰ διατύπωσαν σὲ τόσο αὐστηροὺς τόνους καὶ σὲ μία τόσο ἀκραία ἐκδοχή, ὅπως σήμερα. Ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ ἀποκαλοῦν τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ὄχι πρῶτο μεταξὺ ἴσων, ἀλλὰ «πρῶτο ἄνευ ἴσων». Αὐτὴ ἡ καινοτόμος ἐκκλησιολογία δὲν ἔχει οὐδεμία θεμελίωση οὔτε στοὺς ἱεροὺς κανόνες, ἀλλὰ οὔτε καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση ἐν γένει.

Ἡ ἀνάπτυξη καὶ ἡ ἐνίσχυση αὐτῶν τῶν τάσεων δὲν πέρασε ἀπαρατήρητη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας. Τὸ 2008, ἡ Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας σημείωσε ὅτι «ἀπειλὲς γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὸ παρὸν ὑπάρχουν ὄχι μόνον ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Τοπικῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ στὴ ζωὴ τῆς Παγκόσμιας Ὀρθοδοξίας. Ἔρχονται πάνω ἀπὸ ὅλα ἀπὸ τὶς ἀπρόσεκτες προσπάθειες ἀναθεώρησης τῶν ἀπὸ αἰώνων θεμελίων τῶν ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων ποὺ ἔχουν καθοριστεῖ ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας». Ἐκφράζοντας βαθιὰ ἀνησυχία γιὰ τὴν τάση ἀναθεώρησης τῆς κανονικῆς παράδοσης, ποὺ ἐκδηλώνεται μέσα ἀπὸ τὶς δηλώσεις καὶ ἐνέργειες ὁρισμένων ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης, ἡ Σύνοδος τόνισε ὅτι τὸ ὅραμα τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως γιὰ τὰ δικαιώματα καὶ τὶς δυνάμεις του, τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ ἀπὸ ἐπισκόπους αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας «ἔρχεται σὲ ἄμεση σύγκρουση μὲ τὴν αἰωνόβια κανονικὴ παράδοση, πάνω στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ ζωὴ τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἄλλων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν».

Τὸ 2013 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας μας υἱοθέτησε ἕνα ἔγγραφο μὲ τίτλο «Ἡ θέση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιὰ τὸ ζήτημα τῆς πρωτοκαθεδρίας στὴν Παγκόσμια Ἐκκλησία». Τὸ ἔγγραφο δίνει ἔμφαση στὴν ἀντίληψη ὅτι μέσα στὴν Ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἡ πρωτοκαθεδρία γιὰ ὅλα ἀνήκει στὴν Κεφαλή της, δηλαδὴ στὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστό. Ὅταν ἄγγιξα αὐτὸ τὸ θέμα σὲ μία ἀπὸ τὶς συνεδρίες στὸ Σαμπεζύ, προκειμένου νὰ ὑποστηρίξω τὴ θέση μου, εἶπα: Κοιτάξτε τὶς εἰκόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων – δὲν ὑπάρχει πρόεδρος. Στὴ θέση ἑνὸς προέδρου, βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτήρα. Ὅταν οἱ αὐτοκράτορες παρευρέθηκαν στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, κατέλαβαν τὴν κεντρικὴ θέση καὶ ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἀπουσίαζε, ὁ τόπος καταλαμβάνονταν ἀπὸ μία εἰκόνα τοῦ Σωτήρα. Ἀκόμα καὶ σὲ ἐκεῖνες τὶς περιπτώσεις ποὺ ὁ αὐτοκράτορας ἦταν παρών, μία εἰκόνα ἔπρεπε νὰ βρεθεῖ στὴ θέση αὐτοῦ ποὺ προεδρεύει τῶν γεγονότων. Αὐτὴ ἡ εἰκονογραφικὴ παράδοση ἀντικατοπτρίζει σαφῶς τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, στὸ ζήτημα τοῦ ἂν ὑπάρχει ὁρατὴ κεφαλὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καὶ ἐπιβεβαιώνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁρατὴ κεφαλή, ἐνῶ ἐπικεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς (σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ δυτικὴ – λατινικὴ – κατανόηση σὲ αὐτὸ τὸ θέμα).

Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεανθρώπινος ὀργανισμὸς ἔχει ἀναμφίβολα ἀνάγκη ἐπίγειας ὀργάνωσης καὶ αὐτὴ ἡ ὀργάνωση ἐκφράζεται, μεταξὺ ἄλλων, μὲ τὴν εἰδικὴ διακονία τοῦ πρωτείου τιμῆς. Ὁ Ὀρθόδοξος νοῦς καταλαβαίνει ξεκάθαρα ὅτι ἡ πρωτοκαθεδρία στὸ ἐπίπεδο μίας αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας ἔχει μία ἰδιαίτερη φύση: ὄχι μόνο οἱ ἐπίσκοποι «ἀναγνωρίζουν αὐτὸν ποὺ εἶναι πρῶτος ἀνάμεσά τους καὶ τὸν θεωροῦν ὡς κεφαλή τους», ἀλλὰ καὶ ὁ προκαθήμενος «ποὺ εἶναι ὁ πρῶτος, δὲν πρέπει νὰ κάνει τίποτα χωρὶς τὴ συγκατάθεση ὅλων».

Ἐὰν ἡ ἐξουσία τῆς πρωτοκαθεδρίας ἔπρεπε νὰ περιοριστεῖ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο στὸ ἐπίπεδο μίας αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας, τότε πολὺ περισσότερο σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο ἡ τιμητικὴ πρωτοκαθεδρία δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ πρωτεῖο ἐξουσίας.

Βλέπουμε ὅτι οἱ ἐκκλησιολογικὲς τάσεις, οἱ ὁποῖες εἶχαν παρατηρηθεῖ ἐνωρίτερα καὶ προκαλοῦσαν φόβους, ἀναπτύχθηκαν σήμερα καὶ ἤδη προκάλεσαν σημαντικὴ ζημιὰ στὶς σχέσεις τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ σοβαρὴ παραβίαση τῆς κανονικῆς τάξεως ποὺ συνέβη ἀπὸ τὴν ἀνάμειξη τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στὴν Οὐκρανία, ποὺ εἶναι δικαιοδοσία ἄλλης τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Αὐτὴ ἡ εἰσπήδηση μπορεῖ νὰ ἔχει πραγματικὰ ζημιογόνες ἐπιπτώσεις, ἱκανὲς νὰ καταστρέψουν τὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν ἐνίοτε περιπτώσεις, ὅπου καταστάσεις κρίσης ἔδωσαν ὤθηση γιὰ ἐπιμελέστερο ἀναστοχασμὸ τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως καὶ τῶν ποικίλων πρακτικῶν ζητημάτων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη ἡ θεολογικὴ ἀνάλυση ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερα συμβαίνουν στὴν Οἰκουμενικὴ Ὀρθοδοξία.

Ἡ βασικὴ ἐργασία αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου, ὅπως προσωπικὰ θεωρῶ, εἶναι πρωτίστως νὰ ἀναλύσει καὶ ἀνεύρει τὰ ἐκκλησιολογικὰ αἴτια τῆς παρούσας κρίσης. Χρειάζεται νὰ συσχετισθεῖ αὐτὴ ἡ προσέγγιση πρωτείου καὶ συνοδικότητας ποὺ διατυπώνεται σήμερα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν αὐθεντικὴ προσέγγιση, ποὺ καταγράφηκε στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ σημαντικότερο εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ ἀποδείξουμε τὸ λανθασμένο τῆς θέσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἁπλῶς καὶ μόνον συσχετίζοντας τὴν πρόσφατη θέση μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσχυαν πάντοτε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς πρὸς τὴν ἔννοια πραγματώσεως τοῦ ρόλου καὶ τῆς σημασίας τοῦ πρώτου Ἱεράρχη.

Δεύτερον, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀξιολογηθοῦν θεολογικὰ καὶ κανονικὰ ἐκεῖνες οἱ ἐνέργειες ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ μία ἐσφαλμένη κατανόηση τῆς πρωτοκαθεδρίας. Φρονῶ ὅτι γιὰ μία τέτοια ἀποτίμηση εἶναι ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ νὰ ἐξετασθεῖ ἐπισταμένως μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ πολιτικὸ πλαίσιο τῆς «ἀπονομῆς αὐτοκεφαλίας» στὴ λεγόμενη «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας», δηλαδὴ στὴ σχισματικὴ δομή, μὲ τὴν ὁποία ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀποπειράθηκε νὰ ἀντικαταστήσει τὴν πραγματικὰ ὑφιστάμενη Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ περισσότερες ἀπὸ 12 χιλιάδες ἐνορίες, περισσότερες ἀπὸ 250 μονές, μέλη τῆς ὁποίας εἶναι ἑκατομμύρια ὀρθόδοξοι Οὐκρανοί. Ὡστόσο ἡ ἀπόφαση ἦταν νὰ ἀντικατασταθεῖ τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο: ἁπλῶς νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἡ κανονικὴ ἐκκλησία καὶ νὰ ἀντικατασταθεῖ μὲ μία σχισματικὴ ὀργάνωση.

Τρίτον, στὴν ἀνάλυση τῶν προβλημάτων ποὺ ἔχουν προκύψει, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε τὴν ἱστορία πίσω ἀπὸ αὐτά. Ἀπὸ τὶς ἀμοιβαῖες σχέσεις τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὸ παρελθόν, τὴ θέση τους σὲ μία συγκεκριμένη χώρα, μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε μαθήματα ποὺ εἶναι ὠφέλιμα γιὰ τὴν ἐποχή μας.

Τέλος, εἶναι ζωτικῆς σημασίας γιὰ ἄλλη μία φορὰ νὰ σκεφτοῦμε τί ἐννοοῦμε μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σχίσμα καὶ πῶς πρέπει νὰ ἀντιδράσουν οἱ Τοπικὲς Ἐκκλησίες σὲ αὐτό. Εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ συμπροσευχόμαστε καὶ νὰ ἔχουμε εὐχαριστιακὴ κοινωνία μὲ τοὺς σχισματικούς; Ποιὲς εἶναι οἱ κανονικὲς συνέπειες γιὰ αὐτό; Μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε ὡς νόμιμη ἐκείνη τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ποὺ ἔχει παραβιάσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη μέσῳ εὐχαριστιακῆς κοινωνίας μὲ σχισματικοὺς καὶ αὐτοχειροτονήτους, πού δὲν ἔχουν κανονικὴ χειροτονία;

Οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, φυσικά, μᾶς δίνουν βέβαιες ἀπαντήσεις σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις. Ὡστόσο, πῶς θὰ ἐφαρμόσουμε αὐτοὺς τοὺς κανόνες στὴν πράξη; Ποιὸ εἶναι τὸ νόημά τους στὴν παροῦσα κατάσταση; Ποῦ εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας καὶ ἀπὸ ποῦ ἀρχίζει ἡ ἀκρίβεια (αὐστηρὴ ἑρμηνεία); Ἐλπίζω ὅτι οἱ συμμετέχοντες στὸ συνέδριο θὰ ἀναφερθοῦν καὶ σὲ αὐτὸ τὸ θέμα.

Θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω ὅτι, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἦρθε ἀντιμέτωπη μὲ τὸ σχίσμα ποὺ προκλήθηκε στὴν παγκόσμια Ὀρθοδοξία, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, παρέμεινε μία καὶ ἄτμητη. Θὰ προσθέσω ὅτι τὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν στὴν Οὐκρανία καὶ προκλήθηκαν ἀπὸ τὴν παράνομη εἰσπήδηση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὸ κανονικὸ ἔδαφος τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, βοήθησαν πολλοὺς στὴν Ἐκκλησία μας νὰ συνειδητοποιήσουν ἀκόμη περισσότερο ἐκείνη τὴ δωρεὰ τῆς ἑνότητας, τὴν ὁποία κληρονομήσαμε ἀπὸ τὴ χιλιετῆ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μας.

Μέσα στὴν Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βλέπουμε μία ἐκπληκτικὴ ἑνότητα μεταξὺ ἐπισκοπῆς, κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καὶ λαϊκῶν. Παρὰ τὴ μαζικὴ ἐπιθετικὴ ἐκστρατεία προπαγάνδας καὶ τὴν πολιτικὴ πίεση ποὺ στοχεύει κατὰ τῆς ἑνότητας μὲ τὴ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας – οἱ πραγματικοὶ φορεῖς τῆς πίστης καὶ τῆς εὐσέβειας – ἔχουν ἐπιδείξει τὴν ἀποφασιστική τους βούληση νὰ διατηρήσουν αὐτὴ τὴν ἑνότητα. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ὑποστεῖ διακρίσεις εἰς βάρος της καὶ διώξεις, συνεχίζει νὰ ἀναπτύσσεται μέσω τῆς ἐμφάνισης νέων μοναστηριῶν καὶ ἐνοριῶν.

Μία συνεχὴς αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναστηριῶν καὶ τῶν ἐνοριῶν μπορεῖ νὰ παρατηρηθεῖ σὲ ὅλη τὴν κανονικὴ ἐπικράτεια τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καὶ αὐτὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι αἰτία χαρᾶς γιὰ ἐμᾶς. Βλέπουμε σὲ αὐτὸ ἕνα ἰδιαίτερο σημάδι τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στὴν Ἁγία μας Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐγέρθηκε ἀπὸ τὶς στάχτες μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ δεκαετίες διωγμῶν καὶ ποὺ γιὰ περισσότερα ἀπὸ τριάντα χρόνια βιώνει μία ἀναγέννηση, δυναμώνει καὶ ἐπεκ­­τείνεται.

Τὴν ἴδια στιγμή, γεγονότα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν ἐκτός τοῦ κανονικοῦ μας χώρου, δὲν μποροῦν νὰ μᾶς ἀφήσουν ἀδιάφορους. Ἀφοροῦν ὅλα τὰ μέλη τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας καὶ καλούμαστε ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἀναζητήσουμε ὁδοὺς διεξόδου ἀπὸ αὐτὴ τὴν κρίση.

Νά, γατὶ ἐπικροτήσαμε τὴν πρωτοβουλία τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχη Ἱεροσολύμων καὶ πάσης Παλαιστίνης Θεοφίλου Γ΄ νὰ συγκαλέσει στὸ Ἀμὰν Διορθόδοξη Διάσκεψη, στὴν ὁποία καὶ λάβαμε μέρος. Ὁ Προκαθήμενος τῆς πλέον ἀρχαιοτάτης Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποκαλεῖται στὰ λειτουργικὰ κείμενα «Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν» ἀνέλαβε θαρραλέα αὐτὴν τὴν εὐγενικὴ πρωτοβουλία, προσφέροντας στὶς κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τὴ δυνατότητα νὰ συζητήσουν, ὑπὸ συνθῆκες κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐκ τῶν πραγμάτων στέρησε ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του τὴ δυνατότητα νὰ συγκαλέσει τέτοιες διασκέψεις.

Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, στὸ συνέδριό μας παρευρίσκονται ὄχι μόνον ἐκπρόσωποι τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ἐκπρόσωποι τῶν ἄλλων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ στοὺς ὁποίους ἀπευθύνω τοὺς θερμοὺς χαιρετισμούς μου. Μποροῦμε νὰ ἀκούσουμε ὅσους δὲν μπόρεσαν νὰ ἔρθουν ὡς ἀποτέλεσμα τῶν περιορισμῶν τῆς πανδημίας μέσῳ τῶν σύγχρονων τεχνολογιῶν ἐπικοινωνίας.

Εἶναι ζωτικῆς σημασίας ὄχι μόνον οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ἐκπρόσωποι τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογικῆς κοινότητας νὰ κρίνουν τὶς προσπάθειες νομιμοποίησης τοῦ σχίσματος: κατὰ πόσο αὐτὲς οἱ προσπάθειες ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιολογίας καὶ τοῦ κανονικοῦ δικαίου. Μήπως δὲν βρισκόμαστε ἐν προκειμένῳ ἐνώπιον μίας ἀναθεώρησης τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας καὶ ἀπόρριψης τῶν κανόνων, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσο βασικὰ γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας; Στὸ συνέδριό μας συμμετέχουν κορυφαῖοι θεολόγοι ἀπὸ διάφορες χῶρες. Ἐλπίζω ὅτι ἡ φωνή τους θὰ εἰσακουσθεῖ καὶ ἐκεῖ, ὅπου σήμερα διευρύνεται καὶ βαθαίνει τὸ σχίσμα. Ἂς προσπαθήσουμε μὲ κοινὲς προσπάθειες νὰ τὸ σταματήσουμε, ὥστε, κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, «ἐπαναγαγεῖν πρὸς ἕνωσιν τὰς Ἐκκλησίας, τὰς πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως ἀπ’ ἀλλήλων διατμηθείσας».

Ἡ Συνοδικὴ Βιβλικὴ-Θεολογικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἔχει ἤδη ἐργαστεῖ καὶ συν­εχίζει νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴ μελέτη τῶν νέων τάσεων στὴν ἐκκλησιολογία τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ θεολογικὲς ἀναλύσεις μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν ὅλους νὰ κατανοήσουμε καὶ νὰ κρίνουμε καλύτερα τὴν τρέχουσα κατάσταση.

Ἐλπίζω ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συνεδρίου θὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ περαιτέρω ἐργασία πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργοποιήσει τὸν θεολογικὸ διάλογο καὶ θὰ ὠφελήσει ὅλους ὅσους ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν διατήρηση τῆς ὀρθόδοξης δογματικῆς διδασκαλίας καὶ κανονικῆς τάξης.

Θὰ ἤθελα ἰδιαιτέρως νὰ τονίσω τὴ σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου, διότι ἡ ἐπικείμενη Ἱερὰ Σύνοδος Ἱεραρχίας τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θὰ ἀξιολογήσει ὅσα παρατηροῦμε σήμερα στὸν ὀρθόδοξο κόσμο καὶ ἐὰν αὐτὸ εἶναι εὐάρεστο στὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ στοὺς ἀρχιερεῖς, ποὺ θὰ συνέλθουν, ἡ Σύν­οδος θὰ λάβει ἀπόφαση ἀναφορικὰ μὲ τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας ἔναντι τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Εὔχομαι τὴ βοήθεια καὶ συνέργεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ ἀποφέρει καρποὺς γιὰ ὅλους τούς συμμετέχοντες στὸ συνέδριο. Εὐλογία Κυρίου σὲ ὅλους σας.

Σημ. «Ο.Τ.»: Μὲ τὴν ὁμιλίαν αὐτὴν ἤνοιξεν ὁ Πατριάρχης Μόσχας τὸ συνέδριον «Παγκόσμια Ὀρθοδοξία: πρωτεῖο καὶ συνοδικότητα ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας» τὴν 16ην Σεπτεμβρίου 2021. Μεταξὺ τῶν συμμετεχόντων ἦσαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεβαστείας Θεοδόσιος (Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων), ὁ Ἐπίσκοπος Μπάτσκας Εἰρηναῖος (Πατριαρχεῖον Σερβίας), οἱ Μητροπολῖται Ἀχαλκαλὰκ καὶ Κουμουρντόι Νικόλαος, Ἀτένας καὶ Γκόρι Ἀνδρέας (Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας), Κύκκου καὶ Τηλλυρίας Νικηφόρος καὶ Ταμασοῦ καὶ Ὀρεινῆς Ἡσαΐας (Ἐκκλησία τῆς Κύπρου).

Μετεφράσαμεν καὶ παραθέτομεν αὐτὴν, διότι τὸ ζήτημα «πρωτεῖον καὶ συνοδικότητα» εἶναι μεῖζον ὄχι μόνον διὰ τὸ Οὐκρανικόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ διάλογον μὲ τοὺς παπικούς. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ γνωρίζωμεν ποία ἡ θέσις ἑνὸς ἐκ τῶν δεκατεσσάρων Ὀρθοδόξων Προκαθημένων καὶ μάλιστα τῆς πολυπληθεστέρου Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ἐλπίζομεν ὁ ἀναγνώστης νὰ ἐξετάση τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ παραθέτει καὶ νὰ διαδῆ τὸ βάθος τοῦ προβλήματος εἰς τὰς πραγματικάς του ἐκκλησιολογικάς διαστάσεις μακρὰν τῶν ἐθνοφυλετισμῶν, ὥστε νὰ ἔλθη ἡ λύσις καὶ νὰ ἐπανέλθη ἡ ἑνότης ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς δόξαν Κυρίου.

Previous Article

Ἐμεῖς οἱ ψεκασμένοι ἀνεμβολίαστοι καὶ ὁ Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος

Next Article

Η Εκκλησία της Πολωνίας εξέφρασε την υποστήριξη της προς τον Μ. Ονούφριο