Το δικαίωμα της Ελλάδα στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12νμ, είναι αναγκαστικό δίκαιο

Share:

Το υφιστάμενο casus belli της Τουρκίας για τα 12 ναυτικά μίλια, που υφίσταται από το 1995, συνιστά μια διεθνή παρανομία
Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης

Η Ελλάδα ευρισκόμενη σήμερα ενώπιον υπαρκτών και διαδηλωτικά καλλιεργούμενων προκλήσεων, προχωρεί στην επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της χώρας στα 12νμ μόνο στο Ιόνιο πέλαγος, διακηρύσσοντας λόγοις εν προκειμένω πως εν ευθέτω χρόνω προτίθεται να ασκήσει το κατά τα ανωτέρω υφιστάμενο δικαίωμά της και σε άλλες ελληνικής κυριαρχίας θαλάσσιες ζώνες.

Η προαναφερθείσα κίνηση πολιτικής, τουτέστιν αυτή της τμηματικής πραγμάτωσης του υφιστάμενου δικαιώματος επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης, σημειολογικά εκπέμπει παράσταση απουσίας θέλησης για πλήρη άσκηση του κατά ταύτα δικαιώματος εφ’ όλης της θαλάσσιας ελληνικής επικράτειας, όπερ και η χώρα δικαιούται στο πλαίσιο της διεθνούς δικαιοταξίας.

Το μήνυμα που εν προκειμένω διαχέεται, όχι μόνο προς Ανατολάς, αλλά και καθ’ άπασα τη διεθνή κοινότητα, υπογραμμίζει την εμφιλοχωρούσα αντίληψη πραγμάτωσης πολιτικών βηματισμών που να μην ενοχλούν την Άγκυρα, ακόμα και στην περίπτωση που έρχονται σε αντίθεση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της χώρας, εκπορευόμενα από το διεθνές δίκαιο.

Υπογραμμίζεται εν προκειμένω πως το διεθνές δίκαιο της θάλασσας προβλέπει και δη υπό τη μορφή αναγκαστικού δικαίου (jus cogens) οι κρατικές οντότητες να επεκτείνουν μονομερώς την αιγιαλίτιδα ζώνη τους μέχρι και τα 12νμ βάσει του άρθρου 3 της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982.

Η παρά ταύτα μερική άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος και δη μόνο στο Ιόνιο, δεδομένου ότι το κεντρικό ζήτημα άσκησης θαλάσσιας κυριαρχίας της χώρας παραπέμπει ευθέως στο Αιγαίο, στέλνει ξεκάθαρα το μήνυμα στην άλλη πλευρά πως η μη πραγμάτωσή του οφείλεται σε εμφιλοχωρούντα φόβο, πράγμα που και ενδυναμώνει την επιθετικότητα της Άγκυρας, ενώ ταυτόχρονα προβάλλει μηνυματικά αποποίηση άσκησης του δικαιώματος των 12νμ στο Αιγαίο, στο πλαίσιο μιας κατά ταύτα επερχόμενης συνολικής «ελληνοτουρκικής διευθέτησης».

Η Ελλάδα, που στη σημερινή φάση της διαδρομής της επιχειρεί την ενδυνάμωση της αποτρεπτικής της ισχύος υλοποιώντας ένα φιλόδοξο εξοπλιστικό πρόγραμμα, οφείλει να σχεδιάζει και να προσανατολίζει τη στρατηγική της έχοντας ως υπόβαθρο την πραγμάτωση της επέκτασης των χωρικών της υδάτων καθ’ άπασα την επικράτεια αυτού τούτου του Αιγαίου μη εξαιρουμένου και την κατά ταύτα ενεργό και εν τοις πράγμασι υπεράσπιση του δικαιώματος αυτού.

Ο χρόνος, σε συνάρτηση με τις διεθνείς εξελίξεις, τη θέση της άλλης πλευράς, αλλά και την αναγκαία αποφασιστικότητα της ηγεσίας των Αθηνών για την ανάπτυξη πολιτικών υπεράσπισης χώρου, δικαιωμάτων, ιστορίας και ελευθεριών, προσδιορίζουν τις δυνατότητες επιτυχούς υλοποίησης του δικαιώματος της χώρας για συνολική επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12νμ.

Το υφιστάμενο casus belli της Τουρκίας, που παραπέμπει στην προαναφερθείσα συνθήκη αναφορικά προς το Αιγαίο, που υφίσταται από το 1995 και συνιστά μια διεθνή παρανομία, οφείλουμε να το υπερβούμε μόνοι και μετά συμμάχων καθ’ ότι τυχόν αποδοχή του που επιβεβαιώνεται κατ’ αρχήν από τη σημερινή αποφυγή άσκησης των 12νμ στο Αιγαίο, θα οδηγούσε σε ένα καθεστώς φινλανδοποίησης της χώρας, όπου η διαμορφούμενη συνθήκη εκβιαστικής ομηρίας στην άσκηση εθνικών πολιτικών θα μετατρεπόταν σε μια διαρκή και αναλλοίωτη, εθνικά οδυνηρή πραγματικότητα.

Οι τωρινές πολιτικές αποφυγής πλήρους άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων παραπέμπουν σε έναν διαρκή προσανατολισμό εν δυνάμει σύμπλευσης του ελληνικού πολιτικού συστήματος με τις «καθοδηγητικές» επιταγές του διεθνούς παράγοντα, στην οπτική του οποίου η αποφυγή εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών υπερέχει της απόδοσης δικαίου και ευθυνών, αλλά και της εφαρμογής και εμπέδωσης κανόνων διεθνούς δικαιοταξίας στην περιοχή.

Τα ανωτέρω προβάλλουν για την Αθήνα το ιστορικώς και ανελλιπώς υφιστάμενο ερώτημα του κατά πόσον η χώρα διαθέτει στρατηγική, δηλαδή αν διαχρονικά το ελληνικό πολιτικό σύστημα και εν προκειμένω οι ηγεσίες του γνωρίζουν τι θέλουν και αν είναι σε θέση, ανεξαρτήτως πολιτικής ιδεολογίας και κομματικής προέλευσης, να θέτουν εθνικούς στόχους για την επίτευξη των οποίων συμφιλιώνονται τα μέσα με τις επιδιωκόμενες στοχεύσεις.

*Ομότιμος Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σημερινή

Previous Article

Επίκαιροι σχολιασμοί από τον π. Σάββα

Next Article

κ. Ἀνδρουτσόπουλος: «Νὰ ἀπέχουν οἱ πιστοὶ ἀπὸ τὴν Θ. Κοινωνία»

Διαβάστε ακόμα