Το Φανάρι δεν έχει το έκκλητο αλλά διατηρεί τα πρεσβεία τιμής

Share:

Ομότ. Καθηγητής Παν. Μπούμης: «Το Φανάρι δεν έχει το έκκλητο αλλά διατηρεί τα πρεσβεία τιμής»

Το έκκλητο του Πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως αναφέρεται και στηρίζεται κυρίως και κατά πρώτον στον θ΄ κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451), όπου ορίζεται εκτός των άλλων το εξής: «Ει δε προς τον της αυτής επαρχίας Μητροπολίτην Επίσκοπος, ή Κληρικός αμφισβητοίη (πράγμα έχοι), καταλαμβανέτω (= να καταφεύγει), ή τον Έξαρχον της διοικήσεως, ή τον της Βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, και επ’ αυτώ δικαζέσθω».

Και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύει: «Όταν δε πάλιν Επίσκοπος, ή Κληρικός έχη κρίσιν με τον Μητροπολίτην, ας πηγαίνη εις τον Έξαρχον της διοικήσεως, ή εις τον της Βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, και εις εκείνον ας θεωρήται η κρίσις» («Πηδάλιον», σελ. 191-192).

Ωστόσο μεγάλη εντύπωση μού είχε προκαλέσει, όπως και ανάσχεση να απασχοληθώ με το θέμα αυτό, η αρχή της υποσημειώσεως ένα (1) στον παρόντα κανόνα από τον άγιο Νικόδημο για την ευφυή επισήμανσή της. Αυτή έχει ως εξής: «Ωσεί μέλισσαι κηρίον, ούτω διάφοροι γνώμαι περιεκύκλωσαν το μέρος του παρόντος κανόνος». Και πράγματι παραθέτει πολλές γνώμες και μαρτυρίες στη συνέχεια και στο θέμα των εξάρχων και στην αρμοδιότητα των Πατριαρχών και ιδίως του Κωνσταντινουπόλεως στο έκκλητο.

Αλλά και τον τελευταίο καιρό, μετά από τόσους χρόνους με αφορμή μάλιστα το εκκλησιαστικό ουκρανικό ζήτημα, πολλές μέλισσες όχι μόνον μάς «περιεκύκλωσαν», αλλά και μάς βραχυκύκλωσαν, γι’ αυτό κι εγώ απέφυγα μέχρι τώρα να «πλησιάσω» το «κηρίον» αυτό.

Σήμερα όμως, εορτή της σοφής αγίας Αικατερίνης, διαβάζοντας ένα χριστιανικό περιοδικό έπεσε, ίσως και με τις πρεσβείες της Αγίας, η προσοχή μου στο επίμαχο αυτό μέρος του θ΄ καν. της Δ΄ Οικουμ. Συνόδου που κάνει λόγο για το θρόνο της βασιλεύουσας Κωνσταντινουπόλεως και ιδιαίτερα στη λέξη «βασιλεύουσα».

Όπως, λοιπόν, διαβάζουμε, ο κανόνας αυτός ορίζει να πηγαίνει ένας κληρικός κάνοντας έφεση (έκκλητο) στο θρόνο της βασιλεύουσας Κωνσταντινουπόλεως, της Κωνσταντινουπόλεως που βασιλεύει, για να δικαστεί εκεί. Δηλ. για να κάνει έφεση ή να κριθεί κάποιος κληρικός, όταν έχει πρόβλημα («πράγμα») με τον προϊστάμενό του, στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, πρέπει η Κωνσταντινούπολη να είναι βασιλεύουσα, να είναι ελεύθερη.

Και τώρα τίθεται το πρόβλημα: Σήμερα όμως η χριστιανική Κωνσταντινούπολη είναι ελεύθερη και βασιλεύει; Η απάντηση είναι προφανής. Επομένως τίθεται το ερώτημα: Μπορεί να δέχεται εκκλήτους και μάλιστα από διάφορα μέρη και χώρες ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως;

Ίσως κάποιος ισχυρισθεί ότι αυτός ο προσδιορισμός («βασιλεύουσα») δεν έχει σημασία. Πλην όμως μπορεί να το ισχυρισθεί αναντιρρήτως ή ανεπιφυλάκτως; Προφανώς, όχι. Ίσως επίσης μπορεί να συνεχίσει αυτός ή άλλος, ότι αυτός ο προσδιορισμός-προϋπόθεση, το «βασιλεύουσα», τέθηκε έτσι τυχαίως, καλοπροαιρέτως, από κάποιο «φιλοβασιλικό» συνοδικό μέλος χωρίς κάποιο νόημα ιδιαιτέρως.

Από τον ή τους Πατέρες που τον πρότειναν ίσως να μην υπήρχε κάποιος βασικός λόγος στο νου τους. Αλλά τίποτε δεν είναι τυχαίο στα θεία κείμενα. Και να μην είχαν υπ’ όψη τους κάτι οι εισηγητές Πατέρες για το μέλλον της Κωνσταντινουπόλεως, όμως αυτό δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε για το Άγιο Πνεύμα, το οποίο επιστατούσε στις αποφάσεις, όρους και κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων. Και όταν μάλιστα ο α΄ καν. της Ζ΄ Οικουμ. Συνόδου μάς διαβεβαιώνει ότι οι Απόστολοι και οι Πατέρες της Εκκλησίας «εξ ενός γαρ και του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες (= φωτισθέντες) ώρισαν τα συμφέροντα».

Εδώ υπενθυμίζουμε και μία σπουδαία κανονική ερμηνευτική αρχή, που παραθέτει στον ιστ΄ καν. ο Μέγας Βασίλειος και έχει επικυρωθεί από την Πενθέκτη Οικουμ. Σύνοδο: «Πρόσεχε ουν ακριβώς τη Γραφή και αυτόθεν ευρήσεις την λύσιν του ζητήματος» («Πηδάλιον», σελ. 601). Ιδιαιτέρως τονίζουμε τη λέξη «ακριβώς». Πρόσεχε ακριβώς υποδεικνύει, για να βρεθεί λύση.

Και το τονίζουμε, γιατί έτσι έχουμε και τη συμφωνία στα ανωτέρω τις προόδους και της σημερινής νομικής σκέψεως και ερμηνευτικής που συνοψίζεται στο δίλημμα ο νόμος ή ο νομοθέτης, το γράμμα του νόμου ή το πνεύμα του νομοθέτη.

Την άποψη αυτή ενισχύει και ο καθηγητής της Νομικής K. Engisch, ο οποίος παρατηρεί: «Πολύ, εύστοχα λέει ο Andre Gide στο έργο του Paludes: ” . . . εκείνο που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι ακριβώς αυτό που πρόσθεσα χωρίς να το ξέρω –αυτό το μέρος του ασυνειδήτου που θα ήθελα να το ονομάσω μέρος του Θεού . . . Ας περιμένουμε την αποκάλυψη των πραγμάτων από παντού, την αποκάλυψη των έργων μας από το Κοινό”»².

Γι’ αυτό και προσθέτει ο ίδιος: «Εδώ και μερικές δεκαετίες η λεγόμενη αντικειμενική (κατά γράμμα) θεωρία ερμηνείας αρχίζει να παίρνει το προβάδισμα, και μάλιστα σε μια προφανώς παράλληλη πορεία με τη συνταγματική και τη δημοκρατική αρχή»³.

Ο δεύτερος κανόνας, ο οποίος προβάλλεται, για να κατοχυρωθεί το έκκλητο στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, είναι ο ιζ΄ καν. της ίδιας Δ΄ Οικουμ. Συνόδου.

Αυτός διαλαμβάνει τα εξής: «Τας καθ’ εκάστην επαρχίαν αγροικικάς παροικίας, ή εγχωρίους, μένειν απαρασαλεύτους παρά τοις κατέχουσιν αυτάς Επισκόπους, και μάλιστα ή τριακονταετή χρόνον ταύτας αβιάστως διακατέχοντες ωκονόμησαν. Ει δε εντός των τριάκοντα ετών γεγένηταί τις, ή γένοιτο περί αυτών αμφισβήτησις, εξείναι τοις λέγουσιν ηδικήσθαι περί τούτων κινείν παρά τη Συνόδω της επαρχίας. Ει δε τις αδικοίτο παρά του ιδίου Μητροπολίτου, παρά τω Εξάρχω της διοικήσεως, ή τω Κωνσταντινουπόλεως θρόνω δικαζέσθω, καθ’ α προείρηται. Ει δε και τις εκ βασιλικής εξουσίας εκαινίσθη πόλις, ή αύθις καινισθείη, τοις πολιτικοίς και δημοσίοις τύποις, και των εκκλησιαστικών παροικιών η τάξις ακολουθείτω» («Πηδάλιον», σελ. 199).

Ο άγιος Νικόδημος εκτός της ερμηνείας του παραθέτει και μία «Συμφωνία» μεταξύ κανόνων, όπου γράφει τα εξής στην περίπτωση του ιζ΄ καν. της Δ΄ Οικουμ. Συνόδου: «Σημείωσαι ότι τούτον τον Κανόνα η ς΄. εις δύω τμήματα διαιρέσασα, το μεν από της αρχής του Κανόνος έως του, παρά τη Συνόδω της επαρχίας, κε΄. Κανόνα αυτής ποιεί, το δε από του, ειδέ και τις εκ Βασιλικής εξουσίας, μέχρι τέλους, λη΄. Κανόνα» («Πηδάλιον», σελ. 200).

Πλην όμως εάν παρατηρήσουμε προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε ότι οι δύο αυτοί κανόνες ανανεώνουν την αρχή και το τέλος του ιζ΄ της Δ΄ Οικουμ. Συνόδου και παραλείπουν το τμήμα που λέει: «Ει δε τις αδικοίτο παρά του ιδίου μητροπολίτου, παρά τω εξάρχω της διοικήσεως, ή τω Κωνσταντινουπόλεως θρόνω δικαζέσθω, καθά προείρηται».

Γιατί το τμήμα αυτό του ιζ΄ καν. της Δ΄ Οικουμ. Συνόδου το παραλείπουν; Δεν το ανανεώνουν; Παύει να ισχύει; Δημιουργούσε διαμάχες; Προέβλεπαν οι Πατέρες κάτι; Δεν μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητος για ποιο λόγο το έπραξαν. Ωστόσο μετά βεβαιότητος μπορούμε να πούμε ότι καθίσταται αμφισβητήσιμη η κατοχύρωση οιουδήποτε γενικού εκκλήτου προς το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και από τον κανόνα αυτόν (ιζ΄) της Δ΄ Οικουμ. Συνόδου, αφού μάλιστα στην αρχή μιλάει για κάποιες παροικίες.

Πάντως και από τους δύο κανόνες θ΄ και ιζ΄ της Δ΄ Οικουμ. Συνόδου εάν δεν στηρίζεται και εάν δεν κατοχυρώνεται σήμερα το έκκλητο του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως, δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι χάνει και τα πρεσβεία της τιμής. Επ’ αυτού βοηθάει και η διατύπωση του κη΄ καν. της Δ΄ Οικουμ. Συνόδου και η προσεκτική («ακριβής») μελέτη αυτού εκτός από εκείνα που είχαμε γράψει παλαιότερα και γενικότερα: « . . . η θέση και η σειρά των θρόνων καθορίστηκε βάσει και του πολιτικού παράγοντος. Και καθορίστηκε από Οικουμενικές Συνόδους, το ανώτατο όργανο της Εκκλησίας. Άπαξ λοιπόν και έλαβε αυτό το οικουμενικό κύρος και παγιώθηκε αυτή η τάξη, φαίνεται ότι οφείλει, ότι δύναται, να παραμείνει τέτοια, ανεξαρτήτως των μεταβολών, οι οποίες ενδέχεται να επισυμβούν στον πολιτικό παράγοντα, ο οποίος είναι δυνατόν να μη λαμβάνεται πλέον σοβαρώς υπ’ όψη. Άλλωστε και ο επίσκοπος Ρώμης, όταν μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα του Κράτους στη Νέα Ρώμη, στην Κωνσταντινούπολη, εξακολούθησε να διατηρεί τα πρεσβεία και τα πρωτεία τιμής, όσο βεβαίως παρέμενε στην Ορθοδοξία»4.

Παρατηρούμε, λοιπόν, στον κη΄ καν. ειδικότερα ότι οι Πατέρες της Δ΄ Οικουμ. Συνόδου δεν αφαίρεσαν τα πρεσβεία από το θρόνο της πρεσβυτέρας Ρώμης, τα οποία είχαν προσδώσει («αποδεδώκασι») σ’ αυτόν οι Πατέρες της Β΄ Οικουμ. Συνόδου, «δια το βασιλεύειν την πόλιν», ένεκα του ότι, επειδή, εβασίλευε πρότερον, ή όπως λέει ο άγιος Νικόδημος, «δια το να ευρίσκετο βασιλεία εις την πόλιν εκείνην» («Πηδάλιον», σελ. 207). Έτσι και η Κωνσταντινούπολη δεν χάνει τα πρεσβεία που της έχουν δοθεί, ένεκα της κυριεύσεώς της και της υποδουλώσεώς της, της απώλειας της βασιλείας και της ελευθερίας της.

Μόνο είναι δυνατόν να υποστηριχθεί κοσμικώς κάτι άλλο, ότι αποδυναμώθηκε ιδίως με την παραχώρηση των αυτοκεφαλιών στα εμφανιζόμενα ή αναπτυσσόμενα χριστιανικά κράτη και τις Εκκλησίες-ιεραρχίες τους.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πραγματική αποδυνάμωση, αν λάβουμε υπ’ όψη μας την υπέροχη γνώμη-περιγραφή του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του αληθινού χρυσορρήμονα, που λέει: «Τα μεν γαρ του παρόντος αξιώματα βίου τότε μείζονα φαίνεται, όταν εις ένα περιστή μόνον· επί δε των πνευματικών τουναντίον· τότε λάμπει το της τιμής, όταν πολλούς της προεδρείας έχη κοινωνούς και όταν ο μετέχων μη εις ή, αλλά πολλούς έχη τους των αυτών απολάβοντας»5.

Αντιθέτως, λοιπόν, αντί να έχουμε αποδυνάμωση των πρεσβείων του πατριαρχικού θρόνου με αυτήν τη συνοδική μορφή έχουμε ιδιαίτερη ενδυνάμωσή του.

1. Έκκλητος ή έκκλητο: Κάνω ή δέχομαι έφεση. Πρβλ. «Πηδάλιον», σελ. 120, υποσ., στ. α΄: «Αγωγή από οιουδήποτε δικαστηρίου αφ’ έτερον μείζον δικαστήριον».
2. K. Engisch – Μετάφρ. Δ. Σπινέλλη, Εισαγωγή στη νομική σκέψη, έκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1981, σελ. 108.
3. Όπ. παρ., σελ. 111. Πρβλ. και Π. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον, Έκδοση Γ΄, Εκδόσεις «Γρηγόρη», Αθήνα 2002, σελ. 77.
4. «Πρωτεία μεταξύ των Εκκλησιών (Τα πρεσβεία των θρόνων)», Ιστ. Romfea, Αποστολ. Διακονία και Παν. Μπούμη, Πρωτεία = Πρεσβεία και περί το ουκρανικό ζήτημα, Αθήναι 2020, σελ. 13.
5. Εις απόστολον Παύλον, Ομιλία 7, PG 50,509. Πρβλ. και Κων. Μουρατίδου, Η ουσία και το πολίτευμα της Εκκλησίας κατά την διδασκαλίαν Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εν Αθήναις 1958, σελ. 237.

romfea.gr

Previous Article

Κανεὶς κυβερνητικὸς ἐκπρόσωπος εἰς τὸ Φανάρι

Next Article

Καὶ τρίτος Ἡγούμενος εἰς τὸ Φανάρι