«Τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ προτιμῶ»

Share:

«…Ἄς λογιάσουν (οἱ Λατῖνοι), ὅτι ἄν δὲν ἔχωμεν σοφίαν ἐξωτέραν, ἔχομεν χάριτι Θεοῦ σοφίαν ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν ὀρθόδοξόν μας πίστιν καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε εἴμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς Λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰ σκληραγωγίας καὶ νὰ σηκώνωμεν τὸν σταυρόν μας, καὶ νὰ χύνωμεν τὸ αἷμά μας διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἄν εἶχε βασιλεύσει ὁ Τοῦρ­κος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τώρα διακόσιους χρόνους εὑρίσκεται καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται, διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστιν τους, καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσέβειας καὶ σεῖς μοῦ λέγετε, ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἐθέλω ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ· κάλλιον ἦτο νὰ ἔχη τινὰς καὶ τὰ δύο, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, πλὴν ἀπὸ τὰ δύο τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ προτιμῶ».

Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμ. Πατ/ρχη Κυρίλλου Λουκάρεως (1616)

Κι ἄν πέθαναν, δὲν πέθαναν

Ἦταν Ἰούλιος τοῦ 1823 κι ὁ Μάρκος Μπότσαρης, προχωρώντας πρὸς τὸ Καρπενήσι, γιὰ νὰ πολεμήση τὸν Μουσταὴ πασὰ τῆς Σκόδρας, πέρασε ἀπ᾽τὸ Μοναστήρι τοῦ Προυσοῦ. Μπῆκε στὴ ἐκκλησιά, προσευχήθηκε, καὶ στὴ πόρτα βγαίνοντας συναντᾶ ἕνα καλόγερο. Τοῦ δίνει μερικὰ νομίσματα καὶ τοῦ λέει:

-Πάρ᾽τα, καλόγερε, νὰ τὰ μοιράσης στοὺς φτωχούς, γιὰ τὴ ψυχὴ τοῦ Μάρκου Μπότσαρη.

-Τί; πέθανε ὁ Μάρκος; τὸν ρωτάει ξα­φνιασμένος ὁ καλόγερος, ποὺ εἶχε ἀκούσει τόσα γι᾽αὐτόν, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν γνωρίζη.

-Ὄχι, δὲν πέθανε, πηγαίνει ὅμως νὰ πεθάνη, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Μάρκος.

Ὁ Κωνσταντῖνος Κανάρης, ὅταν ρωτήθηκε πῶς τόλμησε νὰ πάη νὰ κάψη τὴν ναυαρχίδα τοῦ Καρᾶ Ἀλῆ, ἀπάντησε: Εἶπα στὸν ἑαυτό μου:

-Κωνσταντή, θὰ πεθάνης!

Ἔτσι πορεύονταν πρὸς τὸν θάνατο! Ἡρωϊκοί!

Κι ἄν πέθαναν, δὲν πέθαναν. Ἦταν ἀπ᾽ τὴ γενιὰ τῶν ἀ­θανάτων. Κι ὅταν σκοτώντονταν, βροντοφωνοῦσαν «Ἐλευθερία ἤ θάνατος»! Γιατὶ γι᾽αὐτοὺς θάνατος ἦταν ἡ σκλαβιά. Ζωή τους καὶ χαρά τους ἡ Λευτεριά. Ἀπὸ τόπο σὲ τόπο κι ἀπὸ κορφὴ σὲ κορφὴ κρυφομιλοῦ­σαν νύχτα καὶ μέρα μαζί της. Ἄκουγαν τὴ φωνή της παντοῦ· στὶς ράχες, στὰ βουνά, στὶς ρεματιές, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσαν στὶς πιὸ ἀπόκρημνες σπηλιές.

Ἄν δὲν ἤμασταν τρελλοὶ

Ἦταν τὸ 1826 μετὰ τὴ πτώση τοῦ Μεσολογγίου, ὅταν ἦλθαν πέντε ἀδέλφια νὰ μποῦν στὸ στρατὸ τοῦ Κολοκοτρώνη. Μόλις τοὺς ἀντίκρυσε ὁ Γέρος, εἶδε τὸν πόνο τους, τὴν κούραση, τὴν ἐξαθλίωση, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱερὴ τρέλλα τους, ποὺ σὲ βάζει νὰ τρῶς ποντίκια καὶ γαϊδάρους καὶ γάτες καὶ σκυλιά, γιὰ νὰ μὴ παραδοθῆς καὶ νὰ μὴ παραδώσης τὰ ἰδανικά σου. Γιὰ νὰ μὴ δώσης παράδει­γμα στὶς ἑπόμενες γενιές ὅτι κιότεψες. Τὴν τρέλλα ποὺ σὲ βάζει νὰ κάνης Ἔξοδο αὐτοκτονίας, προτιμώντας νὰ πεθάνης ὄρθιος, παρὰ ἐξαθλιωμένος, γιατὶ ἡ ζωὴ εἶναι ἀγώνας. Δὲν εἶναι μεμψιμοιρία.

Καὶ θυμήθηκε τοὺς ἄλλους τρελλούς, τοὺς τριακόσιους στὶς Θερμοπύλες. Καὶ κείνους τοὺς τρελλοὺς ποὺ τοὺς τρῶγαν τὰ λιοντάρια, γιὰ νὰ μὴ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους.. Καὶ τοὺς ἄλλους λίγους τρελλούς, ποὺ ὑπερασπίζονταν τὴν Πόλη, ὥσπου νὰ πέση…

«Ἄν δὲν ἤμασταν τρελλοί, δὲν θὰ κάναμε τὴν Ἐπανάσταση!» Φώναξε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ. Κι᾽ ἡ φωνή του ἀκούστηκε σὰν κα­μπάνα ποὺ χτύπησε δυνατά, γιὰ νὰ ξαναφέρη στὴ ζωὴ τὴν ἐλπίδα ποὺ χαροπάλεψε καὶ στὸ τέλος νίκησε.Τοὺς ἀγκά­λιασε μὲ τὸ βλέμμα καὶ συνέχισε:

«Κι ἐγὼ τρελ­λὸς σὰν κι᾽ἐσᾶς εἶμαι. Κι᾽ὅλοι τοῦτοι ἐδῶ οἱ δικοί μου. Καὶ μαζί, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θὰ ἐλευθερώσουμε τὸν τόπο. Καὶ θὰ λένε κάποτε πὼς μιὰ χούφτα τρελλοὶ μᾶς δῶσαν τὸ δικαίωμα νὰ ζοῦμε ἀπροσκύνητοι, μὲ τὸ κεφάλι μας ψηλά. Κι᾽ἀκόμη θὰ λένε πὼς μόνο οἱ λίγοι «τρελλοί» πᾶνε τὸν κόσμο μπροστά. Ὄχι οἱ πολλοὶ οἱ γνωστικοί».

Previous Article

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς: Ἡ ἀπάτη τῶν διαλόγων μὲ τοὺς ἀμετανοήτους αἱρετικούς

Next Article

Ἐπίγειος καί οὐράνιος παρηγορία καί προστασία τοῦ ἁγίου πατρός Μάρκου Μανώλη