ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ;

Share:

Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη

α. Δίψα διὰ δύναμιν
Σ’ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς παγκόσμιας ἱστορίας ὁ ἄνθρωπος παρουσιάζεται μονίμως διψασμένος γιὰ ἀπόκτηση δύναμης στὶς πολύμορφες φανερώσεις της, πνευματική, κοινωνική, οἰκονομικὴ κ.ἄ. Ταυτόχρονα ἐπίμονα ἀναζητᾶ καὶ ἀγωνίζεται νὰ ἐμπλουτίζει τὴν τράπεζα τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Πέρα ὅμως καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ὑλικὰ στηρίγματα τῆς ζωῆς ποὺ ἐπιμελῶς προσπαθεῖ νὰ ἀποκτήσει, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο πολὺ ἀνώτερο καὶ σπουδαιότερο ἀγαθό, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν φαίνεται νὰ ἐκδηλώνεται τὸ ἀντίστοιχο ἐνδιαφέρον. Κι’ ὅμως προσφέρει ἄλλης ποιότητος δύναμη, ἐνῷ ταυτόχρονα ἀποτελεῖ καὶ ὕψιστο, μοναδικὸ θησαυρό.
Ὀνομαστικὰ ὅλοι τὸ γνωρίζουν. Στὴν πραγματικότητα ὅμως λίγοι, ἕνα «μικρὸ λεῖμμα» ἐνσυνείδητα τὸ ἀξιοποιοῦν καὶ ἐμπλουτίζουν τὴ ζωή τους μ’ αὐτό. Γιὰ τοὺς πολλοὺς παραμένει ἕνας «κρυμμένος θησαυρός», ἄγνωστος στὴν οὐσία του καὶ ἀναξιοποίητος. Εἶναι ὅμως μία ἀκατάβλητη πνευματικὴ δύναμη καὶ τροφή, ποὺ οἱ πολλοὶ τὴν περιφρονοῦν παραμένοντας «πένητες τῷ πνεύματι». Τὸ χειρότερο δὲ εἶναι πὼς μὲ διάφορους τρόπους, μέσα καὶ ἐπιχειρήματα, ποὺ προβάλλονται ὡς λογικά, ἐπιχειροῦν νὰ ἀποτρέψουν καὶ ὅσους ἀποδέχονται καὶ μετέχουν στὴν «μυστικὴ τράπεζα» τῆς θείας εὐχαριστίας, γιὰ λόγους ὑγείας νὰ ἀπόσχουν ἀπ’ τὴ «θεία Κοινωνία». Ἀγνοώντας ὅτι αὐτὴ δίδει ζωή ἄλλης ποιότητας, ἀφοῦ ἑνώνει τὸν ἀδύναμο καὶ φτωχὸ ἄνθρωπο μὲ τὸν παντοδύναμο Θεό, καθιστώντας τον «κοινωνὸ θείας φύσεως» καὶ «μέτοχο ζωῆς αἰωνίου».
β. Ἄδικη πολεμική
Πρόκειται, ἀσφαλῶς, γιὰ τὴ μετοχὴ τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου στὴν «πνευματικὴ οἰκογενειακὴ τράπεζα» τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, τὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας. Ὅλοι σήμερα μιλᾶνε γιὰ τὴν ἀνάγκη εἰρήνης καὶ ἑνότητας τοῦ λαοῦ, μπροστὰ στὶς μεγάλες προκλήσεις τῶν καιρῶν. Στὴν πράξη ὅμως «λόγῳ καὶ ἔργῳ» βάζουν προσκόμματα, ὥστε νὰ ἀποτρέπουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπ’ τὴ μετοχή τους στὸ μυστήριο τῆς ἑνότητας καὶ ἀδελφοσύνης.
Δυστυχῶς τὸ ἅγιο αὐτὸ μυστήριο ποὺ ἀποτελεῖ τὸν πυρῆνα, τὴν καρδιὰ τῆς λατρευτικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἀνέκαθεν πολεμεῖται «λυσσωδῶς», ἀπ’ ὅσους βρίσκονται ἔξω ἀπ’ τὴν αὐλή της, κάποτε δὲ καὶ ἀπὸ μερικοὺς ποὺ τυπικὰ εἶναι ἐντὸς αὐτῆς. Ὁ πατέρας καὶ ἀρχηγὸς τοῦ ψεύδους, ὁ ἀπ’ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνος, ὁ Διάβολος, ἔχοντας πικρὴ πεῖρα αἰώνων, γνωρίζει ἄριστα ὅτι: τὸ κυριότερο καὶ ἀποτελεσματικότερο μέσο ἑνώσεως τῶν πιστῶν μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ εἶναι ἡ θεία Κοινωνία. Ταυτόχρονα ὅμως ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἰσχυρότερο ὅπλο τοῦ πιστοῦ ποὺ καταλύει τὴν ἐξουσία τοῦ πονηροῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὰ ἔργα του.
Ὁ χριστιανὸς ποὺ ἐνισχύεται μ’ αὐτὴ τὴν οὐράνια «μαρτυροπλάστρα» τροφὴ παραμένει δυσπρόσιτος, ἂν ὄχι ἀπρόσ­βλητος, στὶς ἐπιθέσεις, τὰ μηχανήματα καὶ τὶς μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ. Στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς ἄδικης πολεμικῆς ἐναντίον τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου χρησιμοποιοῦνται ὅπλα καὶ ἐπιχειρήματα «ἐκ δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν», δηλαδὴ ἀπὸ ἄθεους ἕως καὶ θεωρούμενους εὐσεβεῖς. Ἀπ’ τὴ μία μεριὰ ἄνθρωποι μὲ σεβασμὸ στὰ ἐκκλησιαστικὰ θέσμια θεωροῦν πὼς ἡ θεία Κοινωνία εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ γίνεται λίγες φορὲς 3 ἢ 4 τὸ χρόνο, δηλαδὴ κάτι σὰν διακοσμητικὸ στοιχεῖο ἢ συμπλήρωμα τῶν ἁγίων ἡμερῶν, ὅπως: Χριστούγεννα, Πάσχα, 15 Αὐγούστου, ὀνομαστικὴ ἑορτή.
Ἀπ’ τὴν ἄλλη πλευρά, οἱ ἐκτὸς ἢ ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας, ἀδιάφοροι ἢ ἐχθρικὰ διακείμενοι, ἀνακαλύπτουν ἐμπόδια καὶ προβάλλουν κινδύνους ποὺ ὀφείλονται στὸν τρόπο μετάδοσης τῆς θείας Κοινωνίας «ἐκ τοῦ ἑνὸς ποτηρίου καὶ διὰ τῆς αὐτῆς λαβίδος» σὲ ὅλους τοὺς πιστούς.
Αὐτὸς ὁ κίνδυνος μόλυνσης προβάλλεται πιὸ ἔντονα κάθε φορά ποὺ κάποιος ἰὸς ἢ ἐπιδημία προσβάλλει εὐρύτατα λαϊκὰ στρώματα, δημιουργώντας κλῖμα ὑπερβολικῆς φοβίας, κάποτε καὶ πανικοῦ. Ὅπως δὲ εἶναι φυσικὸ αὐτὴ ἡ φοβικὴ κατάσταση ἐπηρεάζει μεγάλη μερίδα ἀνθρώπων καὶ λειτουργεῖ ἀρνητικὰ στὸ θέμα τῆς προσέλευσης στὴ θεία Κοινωνία. Ἀφοῦ ἀρκετοὶ ἀβασάνιστα ἀποδέχονται τὴν ὕπαρξη κινδύνου μόλυνσής τους ἀπὸ ἰὸ ἢ μικρόβιο κάποιου ἄλλου ποὺ κοινώνησε πρὶν ἀπ’ αὐτόν, μὲ τὸν γνωστὸ τρόπο μετάδοσης.
γ. Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται.
Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά ποὺ ἐμφανίζονται ἀνάλογοι φόβοι καὶ ἐπανέρχεται τὸ θέμα στὸ κοινωνικὸ προσκήνιο. Παρόμοιος θόρυβος μὲ ἀνάλογη ἔνταση καὶ ἀπόψεις διατυπώθηκαν κι’ ἄλλες φορὲς στὸ παρελθόν, συνήθως ἀπὸ ἐξωεκκλησιαστικοὺς κύκλους, αὐτοαποκαλούμενους προοδευτικοὺς καὶ ἐκσυγχρονιστὲς τῆς δημόσιας ζωῆς, ποὺ ἐπίμονα ζητοῦν τὴν «προσαρμογὴ τῆς ἐκκλησίας» στὰ ἑκάστοτε κοινωνικὰ δεδομένα. Οἱ δὲ πρωτοστατοῦντες, συνήθως, νοιάζονται γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν ἄλλων, ὅσων ἀκολουθοῦν τὸν ἐκκλησιαστικὸ τρόπο ζωῆς, τὸν ὁποῖο αὐτοὶ δὲν ἀποδέχονται καὶ ἴσως ἐμπράκτως τὸν ἀπορρίπτουν. Ἰσχύει ἐδῶ κάπως προσ­αρμοσμένη ἡ πρόταση «νοιάζονται γιὰ ἐμένα χωρὶς ἐμένα». Στὸ κάπως περίεργο αὐτὸ ἐνδιαφέρον μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνει τὴν λανθάνουσα, ὑποκρυπτόμενη πρόθεση- στόχευση, ὅσων ἀνησυχοῦν, ποὺ ἀποβλέπει στὴν ἀποϊεροποίηση καὶ ἀποδυνάμωση, στὸν κλονισμὸ τῆς πίστης στὴν Θεοπαράδοτη ἐκκλησιαστικὴ τάξη καὶ πρακτική.
Κάποιοι μάλιστα, ἀποκρύπτοντας τὸν πραγματικό τους στόχο, προτείνουν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου μετάδοσης τῆς θείας κοινωνίας μὲ τὴ χρήση ἀτομικῆς λαβίδας μιᾶς χρήσης, ἀγνοώντας τὸ θεολογικὸ βάθος καὶ τὴν ἱερότητα τῶν ἀντικειμένων τῆς λατρευτικῆς πράξης.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ κρίνω σκόπιμο νὰ ὑπενθυμίσω τὸν ἀντίστοιχο θόρυβο ποὺ δημιουργήθηκε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1988, μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς μεγάλης ἀπειλῆς τοῦ ΑΙDS καὶ τὸν κίνδυνο μετάδοσης τῆς μολυσματικῆς ἀσθένειας μέσῳ τῆς θείας κοινωνίας, ὅπως ἰσχυρίστηκαν πολλοί. Καὶ τότε «ἠγέρθη θόρυβος μέγας». Πολὺ φασαρία καὶ πύρινα λόγια προφορικὰ καὶ γραπτὰ εἰπώθηκαν ἀπὸ πολλούς. Πλῆθος ἄρθρων, μελετῶν, δημοσιευμάτων ποὺ ἔκαναν λόγο γιὰ τὸν ὑποτιθέμενο κίνδυνο. Μάλιστα δὲ ἕνας βουλευτὴς τοῦ τότε κυβερνῶντος κόμματος, ὁ κ. Ἀγοραστής, κατέθεσε σχετικὴ ἐρώτηση στὴ Βουλή, μὲ τὴν ὁποία κατήγγειλε, ὅπως ἔλεγε, «τὸ θλιβερὸ καὶ ἀπαράδεκτο φαινόμενο τὸ ἴδιο κουταλάκι (ἐννοεῖ τὴν ἁγία λαβίδα τῆς θείας Μεταλήψεως), νὰ μπαίνει στὸ στόμα γέροντα ἤ γερόντισσας 80-90 ἐτῶν, μὲ σάπια δόντια, καὶ στὴ συνέχεια νὰ μπαίνει στὸ τρυφερὸ στοματάκι τοῦ βρέφους τῶν 6 μηνῶν ἢ τοῦ νηπίου 2-3 ἐτῶν, γεγονὸς ποὺ προκαλεῖ ἀποστροφή, προβληματισμὸ καὶ ἀνησυχία, γιὰ μεθόδους ἀναχρονιστικὲς καὶ ἐπικίνδυνες στὴ σύγχρονη κοινωνία καὶ δημόσια ὑγεία..». Καὶ στὴ συνέχεια διερωτᾶται: «Ἂν αὐτὸ τελεῖ ὑπὸ τὴν ἔγκριση ἢ τὴν ἀνοχὴ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ποιὲς εἶναι οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου τῆς Ἀθήνας».
δ. Ἡ ἄλλη θεώρησις
Προφανῶς ὁ τότε ἐρωτῶν βουλευτὴς εὑρισκόμενος σὲ πλήρη ἄγνοια, τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμίων καὶ διαδικασιῶν, θεωρεῖ ὅτι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ ἔχουν τὴν ἔγκριση, τὴν ἄδεια κάποιας ὑπουργικῆς ἀπόφασης ἢ τῆς Βουλῆς ἢ ἔστω τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου. Λὲς καὶ τὸ πνευματικὸ ἔργο καὶ οἱ ἁγιαστικὲς πράξεις τῆς Ἐκκλησίας ρυθμίζονται μὲ νόμους, διατάγματα τῆς πολιτικῆς ἢ ἄλλης κοσμικῆς ἐξουσίας. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι γι’ αὐτὸ τὸ θέμα, ὅπως καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα ὑπάρχει διπλὴ ἢ πολλαπλὴ θεώρησή τους. Ἐδῶ θὰ προσ­εγγίσουμε δύο ἀπ’ αὐτές.
Ἀπ’ τὴ μία μεριὰ εἶναι ἡ καθαρῶς ἐπιστημονικὴ ἄποψη, ποὺ ὕστερα ἀπὸ ἔρευνα, παρατήρηση καὶ πειράματα καταλήγει σὲ διαπιστώσεις, συμπεράσματα καὶ ὁδηγίες περὶ τοῦ ἑκάστοτε πρακτέου. Συμβαίνει βέβαια συχνὰ νεώτερες ἔρευνες καὶ δεδομένα νὰ τροποποιοῦν ἢ ἀκόμα καὶ νὰ ἀπορρίπτουν τὰ ἀποτελέσματα ἄλλων ἐρευνῶν ποὺ προηγήθηκαν κάτω, ἴσως, ἀπὸ διαφορετικὰ δεδομένα καὶ συνθῆκες γιὰ τὸ ἴδιο θέμα-πρόβλημα.
Παραβλέπω δὲ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις (κυρίως σὲ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα) ἡ ἔρευνα καὶ τελικὰ ἡ ἄποψη τῆς ἐπιστημονικῆς κοινότητας στρατεύεται ἢ ἐπιστρατεύεται καὶ ἀναγκάζεται νὰ συνταχθεῖ καὶ νὰ υἱοθετήσει ἀνομολόγητες σκοπιμότητες τῆς αὐταρχικῆς πολιτικῆς τῶν ἀσκούντων τὴν ἐξουσία, ὅπως λένε: «γιὰ τὸ λαὸ χωρὶς τὸ λαό».
Ἂς τονισθεῖ ἐδῶ ὅτι τὸ ἐπίπεδο πάνω στὸ ὁποῖο γίνεται ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα εἶναι ὁριζόντιο. Δραστηριοποιεῖται, δηλαδή, στὸν ὑλικό, τὸν φυσικὸ κόσμο, στὴν ὀργανικὴ καὶ ἀνόργανη ὕλη τοῦ ζωικοῦ καὶ φυτικοῦ βασιλείου. Ἀδυνατεῖ νὰ βάλει στὸ πειραματικὸ σωλῆνα τοῦ ἐργαστηρίου θέματα ποὺ ἅπτονται τῆς μεταφυσικῆς. Σ’ αὐτὰ δηλαδὴ ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὸν πνευματικὸ κόσμο καὶ τὸν μυστηριακὸ χῶρο τῆς πίστης. Ἡ ἐπιστήμη κινεῖται στὸ χῶρο τοῦ αἰσθητοῦ μὲ βασικὸ καὶ κύριο ἐργαλεῖο, ἐκτὸς ἄλλων, τὴ λογική.

Previous Article

Η έκτρωση είναι ένα τερατώδες έγκλημα

Next Article

«Ποινικοποίησαν τὰ Ἄχραντα Μυστήρια»

Διαβάστε ακόμα