Χειροτονίαι τελεσθεῖσαι ὑπὸ αἱρετικῶν ὡς ἐπιχειρήματα τῆς οὐκρανικῆς αὐτοκεφαλίας

Share:

Τοῦ κ. Βασιλείου Ἰ. Τουλουμτσῆ

Μεταπτ. Διπλ. Συστηματικῆς Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α-Εἰδίκευσις Δογματικῆς

Εἰσαγωγικαί παρατηρήσεις

Ἡ ἀναγνώριση τῶν σχισματικῶν δομῶν τῆς Οὐκρανίας καὶ ἡ ἐπίδοση Τόμου Αὐτοκεφαλίας (2019) στὸν μετέπειτα ἐπικεφαλῆς τῆς “Αὐτοκέφαλης Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας”, Ἐπιφάνιο, Ντουμένκο, ἔχει γίνει ἀφορμὴ ὥστε νὰ ἐμφανισθοῦν κείμενα καὶ μελέτες ποὺ εἴτε ἐπιδοκιμάζουν, εἴτε ἀποδοκιμάζουν θεολογικὰ τὴν κίνηση αὐτὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τὸ ἂν ἐπετεύχθη ἢ ὄχι ἡ πρόθεση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ ἐπιφέρει τὴν ἐκκλησιαστικὴ καταλλαγὴ καὶ θεραπεία στὸν ὑφιστάμενο ἐκκλησιαστικὸ διχασμὸ τῆς Οὐκρανίας τελεῖ ὑπὸ κρίση καὶ μόνον ὁ χρόνος θὰ προβάλει ἐμφανῶς τὰ ὅποια ἀποτελέσματα.

Προσωπικό μου συμπέρασμα, ἀπ’ ὅσο τουλάχιστον προσπάθησα νὰ παρακολουθήσω τὰ δημοσιευθέντα κείμενα, εἶναι ὅτι μεγάλος ἀριθμὸς ἐξ αὐτῶν ἔχουν γραφτεῖ μέσα σὲ ἕνα δίπολο Φαναρίου-Μόσχας, ἐπιχειρώντας νὰ στηρίξουν ἀποκλειστικὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον πόλο, ἐρήμην καὶ εἰς βάρος τῆς θεολογίας. Κάτι τέτοιο ὅμως, ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν μπορεῖ νὰ λέγεται καὶ νὰ εἶναι θεολογία, μιᾶς καὶ ὑπάρχει σαφὴς ποιοτικὴ διάκριση μεταξὺ θεολογίας καὶ πολιτικῆς, ἐφόσον, ἤδη ἀπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ ἐγχειρήματος, δὲν ἐπιδιώκεται ἡ λύση τοῦ προβλήματος στὴ βάσανο τῶν ὅσων ὁρίζει καὶ ὅσων ἔχουν παγιωθεῖ στὴ διαχρονικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Ἀντίθετα, ἐπιχειρεῖται ἡ κατασκευὴ καὶ προβολὴ τῆς συμφέρουσας γιὰ κάθε πόλο δεδομένης ἀπάντησης μέσῳ τοῦ ἐπιλεκτικοῦ ἐρανισμοῦ γεγονότων ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, συνήθως ἀποκομμένων ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ τους πλαίσιο, παρουσιαζόμενων κατὰ τρόπο ποὺ νὰ ἐξυπηρετεῖ ἁπλὰ καὶ μόνο τὴν «θεολογικὴ» τεκμηρίωση τῶν προειλημμένων θέσεων τῆς κάθε μερίδας. Ὁ συγκεκριμένος ὅμως τρόπος θεολογικῆς ἀντιπαράθεσης ὄχι μόνον δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιφέρει τὴν ἐπιδιωκόμενη ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ μεγαλώνει ἔτι περισσότερο τὴν ἤδη ὑπάρχουσα διάσταση, καθὼς ἀποτελεῖ δεδομένο ὅτι ἡ θεολογία δὲν γνωρίζει πόλους καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιεῖται ἰδιοτελῶς γιὰ πολιτικῆς ὑφῆς γεωπολιτικὰ συμφέροντα.

Παρότι τὸ παρὸν κείμενο δὲν θὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ καθαυτὸ ζήτημα τῆς οὐκρανικῆς αὐτοκεφαλίας, θὰ σημειωθοῦν, προκαταρκτικά, μόνον κάποιες παρατηρήσεις, οἱ ὁποῖες καταδεικνύουν ὅτι, ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀντιμετώπισης τῆς κρίσης, σημειώθηκαν σημαντικὰ δομικὰ λάθη μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δοθεῖ ἁπλῶς, μονομερῶς καὶ χωρὶς νὰ ἐξασφαλιστεῖ ἡ πανορθόδοξη συμφωνία, Τόμος Αὐτοκεφαλίας σὲ μία ἀντικανονικὴ δομή.

Παρατηρεῖται μία ἀντιμετώπιση τοῦ λεγόμενου οὐκρανικοῦ ζητήματος, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ ὁμοιόμορφες περιπτώσεις σχισματικῶν, ποὺ ἔχοντας μετανοήσει, ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν κοινωνία τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὅμως μία ἐκκλησιαστικὴ ὁμάδα ὡς σχισματική, προϋποτίθεται ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἔχει ἀποσχιστεῖ ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία. Εἶναι ἐπίσης ἀποδεδειγμένο ὅτι μεταξὺ τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν περιέχεται καὶ ἀριθμὸς αὐτοχειροτόνητων[1] (ἴσως καὶ ἀβάπτιστων) «ἐπισκόπων», πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ σὲ καμία περίπτωση νὰ τοὺς θέσει ὅλους σὲ μία ἑνιαία βάση ἀντιμετώπισης. Βάσει τῶν ἀνωτέρω, συναντοῦμε τρεῖς περιπτώσεις ἀρχιερέων (ἐντὸς καὶ ἐκτὸς εἰσαγωγικῶν). Ὑπάρχουν ἀρχιερεῖς ποὺ ἔλαβαν κανονικὴ ἀρχιερωσύνη ἀπὸ τὸ πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας καὶ ἀποσχίσθηκαν, ἀρχιερεῖς ποὺ χειροτονήθηκαν μετὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ σχίσματος καὶ τέλος, αὐτοτιτλοφορούμενοι «ἀρχιερεῖς». Ἑπομένως, ὁ χαρακτηρισμὸς ὅλων ὡς σχισματικῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀχειροτόνητων «ἐπισκόπων», ἂν μὴ τί ἄλλο, φανερώνει ἔλλειψη θεολογικῆς σοβαρότητας καὶ πρόθεση ταχείας διεκπεραίωσης τοῦ ζητήματος πάνω σὲ ἑνιαία καὶ ἀπροϋπόθετη βάση.

Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εὔλογα προκύπτει τὸ ἐρώτημα: εἶναι δυνατὸν ἕνας Τόμος παροχῆς αὐτοκεφαλίας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μία πράξη καθαρὰ διοικητικοῦ χαρακτήρα, νὰ μεταδώσει τὸ ἀρχιερατικὸ χάρισμα σὲ ἀνθρώπους ποὺ ποτὲ δὲν τὸ ἔλαβαν; Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, οἱ δεδομένες ἐθνοφυλετικὲς προθέσεις τοῦ συνοδικὰ καθαιρεθέντος καὶ ἀναθεματισθέντος Φιλαρέτου Ντενισένκο (καὶ τῶν χειροτονηθέντων ἐξ αὐτοῦ) δὲν μπορεῖ ἁπλῶς νὰ «κατηγοριοποιοῦνται» στὰ ὅσα προβλέπονται στοὺς κανόνες περὶ σχίσματος καὶ ἡ συγκεκριμένη περίπτωση νὰ συγκρίνεται -ἄστοχα- μὲ τὶς περιπτώσεις τοῦ ἑλλαδικοῦ καὶ βουλγαρικοῦ αὐτοκεφάλου. Εἰδικὰ γιὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ ὑπάρχει ὁ Ὅρος τῆς Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1872, ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα καταδικαστικὸς γιὰ τὰ μετέπειτα ἐθνοφυλετικὰ κινήματα καὶ γι’ αὐτὸ καθιστᾶ χονδροειδῆ τὴν ὁποιαδήποτε σύγκριση. Ἡ ἐξέταση ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος καὶ ἡ συν­αφὴς πρὸς αὐτὸ οἰκονομία ποὺ ἀσκεῖται, εἶναι διαφορετικὴ ἐὰν τυχὸν δὲν ὑπάρχει προηγούμενη συν­οδικὴ ἀπόφανση, ἀλλιῶς ὅμως τίθεται τὸ ζήτημα γενομένης συνόδου καὶ κατ’ ἐπέκταση συνοδικῆς ἀντιμετώπισης καὶ ἀπόφανσης. Τὴ διαφοροποίηση αὐτὴ τὴν συναντοῦμε σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συν­όδους, μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας καὶ τὴν εἰρήνευση τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας -ὄχι ἀόριστα- ἀλλὰ στὴ βάση τῆς πίστης.

Γνωστὸ τυγχάνει ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος ἐπισημαίνει τὴ συγκεκριμένη διαφοροποίηση στὴν ἐπιστολή του «πρὸς Νικοπολίτας»[2]. Ἑρμηνεύοντας δὲ ὁ ἅγιος Ταράσιος τὸ χωρίο τῆς συγκεκριμένης ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία ἀναγνώσθηκε κατὰ τὶς ἐργασίες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τονίζει τὸ ἐκκλησιαστικῶς ἄτοπο τοῦ νὰ χειροτονηθεῖ κανείς, γενομένης συνόδου, ἀπὸ “βέβηλα χέρια”, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι (κανονικοὶ) ἐπίσκοποι: «οὕτω γὰρ ἐστιν ἡ πατρικὴ ἔννοια. ἐὰν δὲ συν­οδικὴ ἐκφώνησις γένηται καὶ ὁμόνοια τῶν ἐκκλησιῶν ἐπὶ ὀρθοδοξίᾳ, ὁ τολμῶν ἀπὸ τῶν βεβήλων αἱρετικῶν χειροτονεῖσθαι τῇ καθαιρέσει ὑποπεσεῖται»[3]. Ἡ σημειούμενη διαφοροποίηση δὲν σημαίνει ἀσφαλῶς ὅτι ἀλλάζει ἡ φύση ἢ ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν γίνεται ἀποδεκτὴ πλέον ἡ μετάνοια· αὐτὸ ποὺ ἐννοεῖται εἶναι ὅτι κατὰ τὴν ἀθέτηση, ὑπὸ τῶν σχισματικῶν ἢ καταδικασμένων αἱρετικῶν, τῆς δεδομένης σαφοῦς καὶ ρητῆς συνοδικῆς τοποθέτησης, καταφρονεῖται αὐτὸς τοῦτος ὁ ἁγιοπνευματικὸς θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἐπίπεδο τῶν συνοδικῶν της ἀποφάνσεων. Εἶναι ἡ συγκεκριμένη καταφρόνηση ποὺ στὴ συνέχεια γίνεται ἑρμηνευτικὸ “κλειδὶ” παρερμηνείας τῆς καθόλου ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς σὲ ὅλες της τὶς ἐκφάνσεις. Τί ποιμαντικὰ ἐχέγγυα μπορεῖ νὰ παρουσιάσει ἕνας τέτοιος ἀκραῖος καιροσκοπισμός; Βεβαίως τὰ ζητήματα αὐτὰ τὰ ἐξετάζει καὶ τὰ κρίνει κάθε φορά καὶ κατὰ περίπτωση ἡ συνοδικῶς συνερχόμενη Ἐκκλησία. Ἁπλῶς, οἱ ὅποιοι λάθος χειρισμοὶ γίνονται στὰ πλαίσια μιᾶς κακῶς νοουμένης οἰκονομίας συνεπάγονται ἀποτελέσματα ποὺ ἡ Ἐκκλησία θὰ συναντήσει μπροστά της γιγαντωμένα, ὑπὸ τῇ μορφῇ νέων ἀποσχίσεων, καθιστώντας τὶς ὅποιες προοπτικὲς θεραπείας ἐξαιρετικὰ δύσκολες καὶ ἐπίπονες. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναστάτωση προκαλεῖται, διότι σὲ κάποια δεδομένη χρονικὴ στιγμὴ κάποιοι ἱεράρχες δὲν κατάφεραν νὰ διακρίνουν μεταξὺ θεολογίας καὶ πολιτικῆς, μεταξὺ ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας καὶ ἀριθμητικῆς ἑνοποίησης.

Σὲ παρέμβαση δὲ ποὺ ἔκανε ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰγνάτιος, ὡς πρόεδρος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν Σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὴν ἔκτακτη Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (12-10-2019) κατέθεσε τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἐπικέντρωση τῶν συζητήσεών μας στὴν ἐγκυρότητα τῶν χειροτονιῶν καὶ στὴ συμπεριφορὰ τῶν Ἐπισκόπων δὲν πρέπει νὰ λαμβάνει χώρα ἐρήμην τῆς ὕπαρξης ἑκατομμυρίων ψυχῶν, ἔναντι τῶν ὁποίων ἔχουμε εὐθύνη»[4]. Στὴ συγκεκριμένη φράση ὑποκρύπτεται ἁπλῶς ἕνας προσωπικὸς πόθος, κινούμενος στὰ πλαίσια μιᾶς «ἀνεύθυνης εὐθύνης», ὥστε τάχιστα νὰ τακτοποιηθεῖ πάσῃ θυσίᾳ αὐτὴ ἡ «ἐκκρεμότητα» χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπόψιν τὸ μυστηριακῶς ἀνυπόστατο τῆς νέας δομῆς. Γιατί πῶς ἀλλιῶς μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ αὐτὴ ἡ ἔκφραση ποιμαντικῆς «εὐθύνης», τὴ στιγμὴ ποὺ παραδίδονται ἑκατομμύρια ψυχές, κατὰ τὴ δήλωση τοῦ ἰδίου ἱεράρχη, στὴν «ποιμαντικὴ» διαχείριση ἀχαρίτωτων ἱερέων ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν δύνανται νὰ ἐνεργοῦν ἐξ’ ὀνόματος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας; Ἂν ἡ ἐξέταση τῶν παραμέτρων μένει ἁπλῶς σὲ μία ἐπιφάνεια καὶ δὲν εἰσέρχεται στὴν οὐσία τοῦ θεολογικοῦ προβλήματος, τότε ἡ ὁποιαδήποτε ἐπιχειρούμενη ἐπίλυση, θὰ εἶναι ἀντιστοίχως ἐπιφανειακή.

Συναφῶς, ἔχει καταντήσει σύνηθες οἱ ἱεροὶ κανόνες νὰ προσεγγίζονται ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ προσεγγίζει ἕνας νομικὸς τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ κώδικα καὶ τῆς ποινικῆς δικονομίας, ὅπου χρησιμοθηρικὰ ἀναζητοῦνται διατάξεις ποὺ ἐξυπηρετοῦν τὸν ἐντολέα του. Στὸ ἐκκλησιαστικὸ ἀντίστοιχο, πρόκειται γιὰ τοὺς ἴδιους ἀνθρώπους ποὺ δηλώνουν σὲ κάθε περίπτωση ὅτι «ὑπέρκειται ἡ Ἐκκλησία τῶν κανονικῶν διατάξεων» θέτοντας χωρὶς λόγο, σὲ ἀντιθετικὸ δίπολο τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, ὡσὰν νὰ μὴ τέθηκαν οἱ κανόνες ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ζωῆς καὶ τῆς ταυτότητάς της, ἀλλὰ νὰ τῆς ἐπιβλήθηκαν ἔξωθεν. Ὅπου ὅμως τίθενται ἐκβιαστικὰ δίπολα, ποὺ ἐκφράζουν ἀνύπαρκτα διλήμματα, ἡ παρερμηνεία τῶν κανόνων θὰ συντελεῖται συστηματικὰ ὡς ἀναγκαῖο παρεπόμενο. Ἀπὸ τὴ φύση τους οἱ κανόνες, ἐὰν ἀποσυνδεθοῦν ἀπὸ τὸ δογματικὸ περιβάλλον ἀνάπτυξής τους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθοῦν μὲ ἀσφάλεια καὶ καθίσταται ἀδύνατη ἡ δι’ αὐτῶν πνευματικὴ διαμόρφωση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ συγκεκριμένες συνθῆκες καὶ ὑπὸ συγκεκριμένα ἱστορικὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ἴσως καὶ νὰ ἀγνοοῦμε σὲ κάποιες περιπτώσεις, μπορεῖ νὰ ἐνήργησε μὲ τὸν τάδε ἢ τὸν δεῖνα ποιμαντικὸ τρόπο, σὲ καμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ δημιουργεῖ αὐτὸ τὸ ὁποῖο στὰ πολιτικὰ δικαστήρια ὀνομάζεται “δεδικασμένο”, ὥστε τὸ ἱστορικὸ προηγούμενο νὰ δικαιώνει αὐτομάτως καὶ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐπανάληψη τῆς αὐτῆς πρακτικῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ καθίσταται ὡς κανόνας καθολικῆς ἰσχύος. Αὐτὸ ἄλλωστε ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ἁγιορείτης ἑρμηνεύοντας καὶ σχολιάζοντας τὸν 68ο ἀποστολικὸ κανόνα, ὅπου σημειώνει: «Σπάνια τὰ τοιαῦτα καὶ κατὰ περίστασιν, κανονικῆς ἀκριβείας λειπόμενα, οὐ νόμος δὲ Ἐκκλησίας τὸ κατὰ περίστασιν γινόμενον καὶ τὸ σπάνιον […]. Τό, παρὰ κανόνας, οὐχ ἕλκεται πρὸς ὑπόδειγμα»[5]. Ἐπιπρόσθετα, πρέπει νὰ σημειωθεῖ καὶ τὸ ἑξῆς: ὁ τρόπος ποὺ ἐνεργεῖ μία τοπικὴ σύνοδος ἢ γενικότερα μία σύναξη ἐπισκόπων, δὲν χαρακτηρίζεται ἀπροϋποθέτως καὶ σὲ κάθε περίπτωση ἀπὸ τὸ ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἁγιοπνευματικὴ δωρεά. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄντως ἄμωμη καὶ ἀλάθητη ὡς τὸ μυστηριακὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀδιαπραγμάτευτο ὀντολογικὸ δεδομένο. Ὅμως οἱ τοπικὲς ἐκκλησιαστικὲς διοικήσεις δὲν ἐξασφαλίζονται ἐξ ὁρισμοῦ καὶ a priori ἀπὸ τὸ χαρακτηριστικὸ αὐτό, ἐφόσον δὲν εἶναι σπάνιο τὸ φαινόμενο τοῦ παραγκωνισμοῦ αὐτῆς τῆς διαχρονικῆς πατερικῆς καὶ συνοδικῆς παράδοσης, ἡ ὁποία -ἂν δὲν ἀγνοεῖται- πολλάκις ἀντιμετωπίζεται εἴτε ὡς μωρία, εἴτε ὡς σκάνδαλο. Παραφράζοντας δὲ τὰ λόγια τοῦ γνωστοῦ καθηγητῆ Φιλοσοφίας, Hugo Tristram Engelhardt, ἡ θεολογία «ἢ θὰ ἔχει τὴν παραδοσιακή της μορφὴ καὶ θὰ ἀποτελεῖ σκάνδαλο γιὰ τὸν κόσμο ἤ, στὴν κοσμικὰ προσαρμοσμένη ἐκδοχή της, θὰ βρίσκεται ἐκτὸς θέματος»[6].

Συνεπῶς, κοιτώντας στὸ ἱστορικὸ παρελθόν, κοινὴ εἶναι ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση δὲν ἐκφράστηκε πάντοτε μὲ «σύνεση καὶ σοφία», ὅπως στερεότυπα συνηθίζεται νὰ λέγεται. Συν­αντῶνται «ἐκκλησιαστικὲς» παρανομίες, οἱ ὁποῖες ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπαναληφθοῦν. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ προσπάθεια ἀντιστοίχισης καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων δικαιολόγησης τῆς σύγχρονης πρακτικῆς, ἁπλῶς μὲ ἀναφορὰ σὲ ἱστορικὰ προηγούμενα, φανερώνει προχειρότητα στὴν προσ­έγγιση καὶ ἐπιστημονικὴ ρηχότητα στὸν τρόπο ἐξαγωγῆς τῶν συμπερασμάτων.

Τὰ κείμενα ποὺ ἔχουν γραφτεῖ ἕως σήμερα, κατὰ κύριο λόγο, ἐπιχείρησαν νὰ ἀπαντήσουν στὶς κάτωθι θεματικές: ἐὰν ἡ Οὐκρανία ἀποτελεῖ ἔδαφος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἢ τῆς Κωνσταντινούπολης, περὶ τοῦ τρόπου ἀπόδοσης αὐτοκεφαλίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐὰν ἡ ἔκκλητος προσφυγὴ ἔχει χαρακτῆρα ἐνόριο καὶ ἀφορᾶ ἐδάφη μόνον τοῦ κλίματος τῆς Κωνσταντινούπολης ἢ παγκόσμιο, ἐὰν ἐντοπίζεται ὕπαρξη ἀποστολικῆς διαδοχῆς στοὺς ἐπισκόπους τῆς νέας αὐτοκέφαλης δομῆς εἴτε ὡς διαδοχὴ πίστεως, εἴτε ὡς διαδοχὴ τάξεως εἴτε δὲ διττῶς. Πρὸς ὑποστήριξη (ἢ δικαιολόγηση) τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς αὐτῶν, «ἁλιεύθηκαν» καὶ χρησιμοποιήθηκαν περιπτώσεις χειροτονιῶν ποὺ τελέσθηκαν ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ οἱ ὁποῖες κατόπιν ἔγιναν δεκτὲς ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία χωρίς ἀναχειροτονία. Οἱ ἀναφερόμενες αὐτὲς περιπτώσεις, ποὺ εἶναι πολὺ συγκεκριμένες, ἐπαναλαμβάνονται ἀντιγραφικὰ σὲ πληθώρα σχετικῶν κειμένων γιὰ τὸ Οὐκρανικό, ὅπου παρουσιάζονται, εἴτε σὲ παραποιημένο ἱστορικὸ πλαίσιο, εἴτε χωρὶς κἄν ἀναφορὰ στὸ ἱστορικὸ πλαίσιο, κυρίως ὅμως, δίχως νὰ γίνονται οἱ ἀπαραίτητες διευκρινίσεις ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τοῦ ὅρου «αἱρετικός». Ἁπλῶς ἀναφέρονται ὡς «χειροτονίες ποὺ τελέσθηκαν ἀπὸ αἱρετικούς». Ἀποτέλεσμα αὐτοῦ εἶναι ἡ παράθεση λανθασμένων δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἐπαγωγικὰ ὁδηγοῦν σὲ ἄτοπους συσχετισμοὺς μὲ τὴ σύγχρονη ἐπικαιρότητα.

Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἐπιχειρηθεῖ ἡ ἁδρομερὴς παρουσίαση τοῦ ἱστορικοῦ πλαισίου τῶν συγκεκριμένων αὐτῶν περιπτώσεων, ὥστε νὰ διαυγαστεῖ τὸ πῶς καὶ γιατί συνέβησαν, ἐὰν σχετίζονται καὶ ἐὰν τελικὰ ἡ χρήση τους δικαιώνεται ἐκκλησιολογικὰ στὴν θεματικὴ γιὰ τὴν ὁποία χρησιμοποιοῦνται. Νὰ σημειωθεῖ τέλος, ὅτι σχετικὰ ἑρμηνευτικὰ σημεῖα ἔχουν ἤδη ἐκτεθεῖ σὲ προηγούμενο ἄρθρο μας ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὁ Δωρόθεος Βουλησμᾶς καὶ σύγχρονες θεολογικὲς παρερμηνεῖες περὶ ἀποδοχῆς αἱρετικῶν»[7]. Πρὶν προβοῦμε δὲ στὴν ἔκθεση τοῦ ἱστορικοῦ πλαισίου ἕκαστης τῶν περιπτώσεων, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἐξεταστεῖ ἡ σημασία τοῦ ὅρου «αἱρετικός», καθὼς εἶναι κομβικῆς σημασίας ὡς πρὸς τὴν κατανόηση τῶν κειμένων, εἰδάλλως ἡ παρερμηνεία αὐτῶν καθίσταται δυστυχῶς ἀναπόφευκτη.

Ὁ ὅρος «αἱρετικός»

Ὁ συγκεκριμένος ὅρος, παρὰ τὴ σύγχρονη μονοσήμαντη νοηματοδότησή του, ἐν τούτοις τόσο στὰ κείμενα τῶν Πατέρων ὅσο καὶ στὰ συνοδικὰ κείμενα ἔχει διττὴ σημασία, κάτι ποὺ συνεπάγεται τὴ σαφῆ διάκριση τῶν αἱρετικῶν, στοὺς συνοδικὰ ἀκατάκριτους ὅσο καὶ στοὺς συνοδικὰ κεκριμμένους ἢ ἐληλεγμένους[8]. Ἂν δὲν διευκρινιστεῖ καὶ δὲν ἑρμηνευθεῖ ὀρθὰ ἡ διαφορετικὴ νοηματοδότηση τοῦ συγκεκριμένου ὅρου σὲ ἀναφορὰ στὴν πρὸ καὶ μετὰ συνοδικῆς διαγνώμης διαδικασία, τότε μοιραῖα ἀκολουθεῖ ἡ σύγχυση καὶ τὰ λανθασμένα συμπεράσματα. Ἀνάλογη περίπτωση τέτοιας συγχύσεως, προκειμένου καὶ ὁ ἁπλοϊκὸς ἀναγνώστης νὰ κατανοήσει αὐτὴ τὴ διαφορά, μᾶς προσφέρει καὶ ἡ τρέχουσα ἐπικαιρότητα τῆς πανδημίας τοῦ κορωνοϊοῦ, ὁπότε καὶ κατατέθηκαν ἀπόψεις καὶ ἐπιχειρήματα ἀπὸ συγκεκριμένους διδασκάλους τῆς πίστεως, ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς, (γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ παραδείγματος ἀφήνουμε κατὰ μέρος τὸν χῶρο τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας) γύρω ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἢ τὰ σχετικὰ περὶ τῆς ἁγίας λαβίδας κ.λπ., ποὺ παραδόξως θύμισαν τὴν ἐπιχειρηματολογία τῶν παλαιῶν αἱρεσιαρχῶν. Στὴν ἴδια βάση, ἄλλωστε, ἐντάσσονται καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ προβάλλονται καὶ ἐπιχειροῦν νὰ ὑποστηρίξουν τὴν “πρωτειομανία” καὶ τὴν ἐπισκοποκεντρικότητα, στηριζόμενα σὲ ἐνδοτριαδικὲς παρατηρήσεις περὶ -δῆθεν- ὀντολογικῆς προτεραιότητας τοῦ Πατρὸς ἔναντι τοῦ Υἱοῦ κ.λπ., ὅπου ἄλλοτε ἔμμεσα καὶ ἄλλοτε ἄμεσα, διδάσκεται αὐτούσια ἡ ἀρειανικὴ ἐπιχειρηματολογία. Καὶ αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται δυσ­τυχῶς οὔτε καθ’ ὑπερβολήν, οὔτε ἀόριστα, καὶ ἀσφαλῶς δὲν ἀφορᾶ σὲ ἐνδεχόμενες (ὡς μὴ ὤφειλε) ἀστοχίες διατύπωσης. Ἀναφέρεται στὶς ἑρμηνευτικὲς προϋποθέσεις ποὺ θεμελιώνουν τὰ συγκεκριμένα ἐπιχειρήματα καὶ ἐκφράζονται μέσῳ αὐτῶν. Οἱ συγκεκριμένες περιπτώσεις ἱερέων καὶ ἐπισκόπων, ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἐν γένει συνοδικῆς καὶ πατερικῆς αὐτοσυνειδησίας, θὰ χαρακτηρίζονταν ὡς αἱρετικοί, καθόσον διαφοροποιοῦνται σαφῶς ἀπὸ τὴν Παράδοση καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε καὶ θὰ ἦσαν ὑπόλογοι σὲ μία μελλοντικὴ ἐκκλησιαστικὴ σύνοδο ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων, τὰ ὅσα ἐλέχθησαν δὲν σημαίνει ὅτι ἐπιτρέπουν θεολογικὲς παρερμηνεῖες – τουλάχιστον στὸ χῶρο τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας- περὶ ἀπώλειας χάριτος, ἀκύρων μυστηρίων καὶ de facto ἔκπτωσης αὐτῶν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Στὴν πρὸ συνοδικῆς ἐξέτασης περίοδο, μὲ τὸν ὅρο “αἱρετικὸς” ἐπισημαίνεται ἡ σαφὴς διαφοροποίηση ἀπὸ τὸ εὐσεβὲς φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὸ ἐκφράζεται μέσα στοὺς αἰῶνες πατερικῶς καὶ συνοδικῶς καὶ βιώνεται διαχρονικὰ ὡς ζῶσα παράδοση. Ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο κατανοεῖται ἡ ἐκκλησιαστικὴ σύνοδος ὡς χαρισματικὸ ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ δύναται νὰ παύσει ἕνα χάρισμα, τὸ ὁποῖο ἀσφαλῶς ἡ ἴδια ἔχει μεταδώσει, ὅταν διακρίνει ἑτερότητα διδασκαλίας, ποὺ ἀλλοιώνει τὴν ἴδια της τὴ ζωή. Πρὸ συνοδικῆς διαγνώμης, οἱ αἱρετικοὶ ἐπίσκοποι ποὺ φρονοῦν καὶ διδάσκουν καινοφανεῖς διδασκαλίες, ὑπὸ τὴ μορφὴ τῶν ζιζανίων, παραμένουν τρόπον τινὰ ἐντός τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ ἐνεργοῦν ἔγκυρα καὶ ὑποστατὰ μυστήρια, ἐφόσον ἐνεργοῦν τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀμετανόητη ὅμως στάση τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων ἐνώπιον εἰδικὰ συγκληθείσας ἐκκλησιαστικῆς συνόδου, συνεπάγεται τὴ συνοδικὴ καταδίκη, τὴν ὁριστικὴ καθαίρεσή τους καὶ τὸν ἀναθεματισμό, τὰ ὁποῖα σημαίνουν τὴ διακοπὴ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, τὴν τοποθέτησή τους ἐκτὸς Ἐκκλησίας καὶ κατ’ ἐπέκταση τὴν ἀκυρότητα τῶν τελουμένων ὑπ’ αὐτῶν μυστηρίων, ἐφόσον πλέον δὲν ἐνεργεῖ δι’ αὐτῶν ἡ Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας τὸ φρόνημα ἀρνήθηκαν. Ἀξιοπρόσεκτο εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἀκόμη καὶ πρὸ συνοδικῆς καταδίκης καὶ συνοδικοῦ ἀναθεματισμοῦ, ἡ διαφοροποίηση ἀπὸ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ διδασκαλία ἕτερης δόξας δὲν ἀντιμετωπίζεται ἁπλῶς ὡς μία διαφορετικὴ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση, ἀλλὰ ὡς ἐμπαθὴς πολεμικὴ κατὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, μὲ τὸ δεδομένο ὅτι ἡ Ἐκκλησία στηρίζεται στὸ θεμέλιo τῆς ὀρθῆς πίστης, μέσῳ τῆς ὁποίας γνωρίζεται ἐν Χριστῷ ὁ Τριαδικὸς Θεός. Ἔτσι λοιπόν, ὅπως καταδεικνύεται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῶν συνόδων ἀλλὰ καὶ τὶς συναφεῖς πηγές, ὡς αἵρεση δὲν χαρακτηρίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον, μία ἤδη καταδικασμένη αἱρετικὴ κοινότητα, ἡ ὁποία ἔχει καταδικασθεῖ συνοδικῶς, ἔχοντας ἑπομένως ἐκπέσει ἀπὸ τὴν κοινωνία τῆς πίστεως καὶ τῶν χαρισμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν περίπτωση τῆς εἰσέτι συνοδικῶς ἀκατάκριτης αἵρεσης, αὐτὸ ποὺ ἐννοεῖται εἶναι ἡ ἐμφάνιση καὶ ὕπαρξη κάποιας νέο-διδασκαλίας, ἡ ὁποία σαφῶς διαφοροποιεῖται ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὸ φρόνημα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐνυπάρχει, μέχρι νὰ ἀντιμετωπιστεῖ, ὡς προβληματικὴ θεολογικὴ θέση μέσα στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Εὐθύνη τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων εἶναι νὰ συνέλθουν σὲ ἐκκλησιαστικὴ σύνοδο, ἐφόσον παραμένουν οἱ κατεξοχὴν (θεσμικῶς καὶ χαρισματικῶς) ἁρμόδιοι καὶ ὑπεύθυνοι, ὡς φέροντες χαρισματικὰ τὸ κατεξοχὴν διδασκαλικὸ ἀξίωμα. Ἡ ἀναστάτωση, τὰ προβλήματα καὶ οἱ διασπάσεις ποὺ προκαλεῖ ἡ ἐν λόγῳ νεόκοπη διδασκαλία, καθίσταται ἡ ἀποκλειστικὴ αἰτία, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴ σύγκληση συνόδου, προκειμένου ν’ ἀπαντηθοῦν καὶ ν’ ἀντιμετωπιστοῦν θεολογικὰ τὰ ἐν λόγῳ προβλήματα.

Συμπερασματικά, ὅποτε συναντοῦμε τὴν περίπτωση τῆς κατ’ οἰκονομίαν ἀποδοχῆς αἱρετικοῦ, αὐτὴ ἀφορᾶ σὲ εἰσέτι συνοδικῶς ἀκατάκριτο ἐπίσκοπο, ἐνῷ γιὰ τὴν περίπτωση τῶν ἐληλεγμένων καὶ καταδικασθέντων αἱρετικῶν, ὁ ἔγκυρος Δωρόθεος Βουλησμᾶς σημειώνει: «Ἀνοικονόμητοι δὲ πάντῃ τε καὶ πάντως οἱ τελείως ἑαυτοὺς τῆς κεφαλῆς ἀπορρήξαντες, καὶ ἄδεκτοι εἰς ἱερουργίαν οἷοί εἰσιν οἱ ἐληλεγμένοι αἱρετικοί. Ὅθεν ὀβελιστέοι οἱ τούτους ἀποδεχόμενοι ἀδέσποτοι λόγοι. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν καὶ περὶ τούτων»[9]. Ἐξ αὐτῶν γίνεται κατανοητὸ ὅτι ἂν δὲν διευκρινίζεται κάθε φορά τὸ νοηματικὸ περιεχόμενο τοῦ συγκεκριμένου ὅρου (αἱρετικός, αἵρεση), ἂν αὐτὸ ἀφορᾶ δηλαδὴ σὲ συνοδικῶς ἀκατάκριτους ἢ κεκριμμένους αἱρετικούς, τότε ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μιλοῦμε γιὰ θεολογικῶς ὀρθὴ προσέγγιση καὶ ἑρμηνεία τῶν κειμένων, ἐφόσον ὑπὸ τὶς προϋποθέσεις αὐτὲς συντελεῖται μία ἀπροϋπόθετη ἑνοποίηση ἑτερόκλητων μεταξύ τους περιπτώσεων.

Ἱστορικὸν πλαίσιον χειροτονιῶν τελεσθεισῶν ὑπὸ αἱρετικῶν

1. Ἐγκρατῖται

Ὑποστηρίζεται ἀπὸ κάποιους ἡ θέση, ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος ἔκανε ἀποδεκτὲς τὶς χειροτονίες ποὺ τελέσθηκαν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καὶ συγκεκριμένα στὸ σχίσμα τῶν Ἐγκρατιτῶν. Στηρίζονται δὲ ἑρμηνευτικὰ στὴν Α΄ Κανονικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Μ. Βασιλείου πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Ἰκονίου[10], ἅγιο Ἀμφιλόχιο, στὴν ὁποία τοῦ δίνει ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα ποὺ πρωτύτερα τοῦ εἶχαν τεθεῖ. Δυστυχῶς οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου πρὸς τὸ Μ. Βασίλειο δὲν σῴζονται, ὥστε νὰ ἔχουμε πλήρη γνώση τῆς συζητήσεώς τους, ὅμως μὲ βάση τὴν ἀπάντηση τοῦ Μ. Βασιλείου συμπεραίνεται πὼς προηγήθηκε ἐρώτηση σχετικὰ μὲ τὸν ἀναβαπτισμὸ ἢ μή, σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν ὁμάδων, οἱ ὁποῖες προφανῶς δραστηριοποιοῦνταν στὴν περιοχὴ διαποίμανσης τοῦ Ἁγ. Ἀμφιλοχίου. Ἐπιβεβαιωτικὰ ὡς πρὸς αὐτό, παρατηροῦμε ὅτι στὶς κανονικὲς συλλογὲς τοῦ Πηδαλίου ἀλλὰ καὶ τῶν Ράλλη-Ποτλῆ, ἡ συγκεκριμένη κανονικὴ ἐπιστολὴ καταχωρεῖται στὴν ἑνότητα «Τίνες ἀναβαπτίζονται;», πρᾶγμα ποὺ δηλώνει ὅτι ἑρμηνευτικὰ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς αἱρετικῶν κληρικῶν (ἐπισκόπων-πρεσβυτέρων), μὰ ἀφορᾶ συγκεκριμένα τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐξετάζονται οἱ προϋποθέσεις καὶ οἱ δυνατότητες ἄσκησης τῆς ἀκρίβειας ἢ τῆς οἰκονομίας.

Ἐπεξηγώντας ὁ Μ. Βασίλειος, προκρίνει τὴν ἄσκηση τῆς ἀκρίβειας, δηλ. τὸν ἀναβαπτισμὸ (δουλεύειν ἀκριβείᾳ κανόνων) ἔχοντας σαφῶς ὑπόψιν του τὶς περιπτώσεις κάποιων ἐπισκόπων τῆς Ἀσίας, οἱ ὁποῖοι γιὰ λόγους ποιμαντικοὺς ἔκαναν χρήση τῆς οἰκονομίας (ἡ λέξη “ἔθος”, ἐδῶ δηλώνει τὴν ἄσκηση ἰδιαίτερης ποιμαντικῆς διαχείρισης λόγῳ ἰδιαίτερων τοπικῶν δεδομένων καὶ ὄχι μία ἀόριστη συνήθεια, ὅπως πολλὲς φορὲς λανθασμένα ἀναφέρεται). Συνεχίζοντας ἀναφέρει, ὅτι ἂν γιὰ κάποιους λόγους ἡ ἀκρίβεια πρόκειται νὰ σταθεῖ ἐμπόδιο στὴν εἴσοδο αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μόνον τότε, σαφῶς προτείνεται ἡ οἰκονομία, προβάλλοντας ἔτσι τὴν σωτηριολογικὴ ἀξία τῆς ἔνταξης τῶν ἀνθρώπων στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σωτηρία (Ὑφορῶμαι γὰρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηροὺς αὐτοὺς περὶ τὸ βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διὰ τὸ τῆς προτάσεως αὐστηρόν). Τέλος, στὴν περίπτωση ποὺ κάποιος ἐπίσκοπος ἐπανέλθει στὴν κοινωνία τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας αὐτομάτως καὶ χωρὶς ἄλλη διαδικασία, ἀναγνωρίζονται καὶ οἱ βαπτίσεις ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχαν τελεσθεῖ στὸ σχίσμα καὶ οἱ συγκεκριμένοι λαϊκοὶ θεωροῦνται πλέον ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς μετάνοιας τοῦ Ἐπισκόπου τους (“οὐκέτι δυνάμεθα διακρίνειν ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, οἷον κανόνα τινά τῆς πρὸς αὐτοὺς κοινωνίας ἐκθέμενοι, διὰ τῆς τῶν ἐπισκόπων παραδοχῆς”). Ὁ Μ. Βασίλειος, ἀναφερόμενος εἰδικὰ στοὺς Ἐγκρατίτες, ρητὰ ὁρίζει ὅτι αὐτοὶ θὰ πρέπει νὰ ἀναβαπτίζονται (“Τὸ δὲ τῶν Ἐγκρατιτῶν κακούργημα νοῆσαι ἡμᾶς δεῖ ὅτι, ἵνα αὐτοὺς ἀπροσδέκτους ποιήσωσι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐπεχείρησαν λοιπὸν ἰδίῳ προκαταλαμβάνειν βαπτίσματι, ὅθεν καὶ τὴν συνήθειαν τὴν ἑαυτῶν παρεχάραξαν. Νομίζω τοίνυν ὅτι, ἐπειδὴ οὐδέν ἐστι περὶ αὐτῶν φανερῶς διηγορευμένον, ἡμᾶς προσῆκε ἀθετεῖν αὐτῶν τὸ βάπτισμα, κἄν τις ᾖ παρ’ αὐτῶν εἰληφώς, προσιόντα τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζειν”). Στηρίζει μάλιστα τὴν προτροπὴ του αὐτὴ καὶ στὸ γεγονὸς τῆς ἀπουσίας κάποιας διαφορετικῆς κανονικῆς πρόβλεψης σχετικὰ μὲ τὸν τρόπο ἀντιμετώπισης τῆς συγκεκριμένης κοινότητας (οὐδέν ἐστι περὶ αὐτῶν φανερῶς διηγορευμένον).

Τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνει καὶ στὸν κανόνα ΜΖ΄, στὸν ὁποῖο σαφέστατα πλέον δὲν ἀφήνει τὰ περιθώρια τῆς οἰκονομίας ποὺ ἀνέφερε στὸν Α΄ κανόνα΄(“Ἡμεῖς μέντοι ἑνὶ λόγῳ ἀναβαπτίζομεν τοὺς τοιούτους” ἐνν. Ἐγκρατίτες, Σακκοφόρους, Ἀποτακτίτες, Ναυατιανοὺς ἢ Καθαροὺς) καθὼς τοὺς χαρακτηρίζει ὡς «Μαρκιωνιστῶν αὐτοβλάστημα». Μάλιστα τονίζει καὶ ἀναφέρει ρητά, ὅτι στὶς ἐν λόγῳ περιπτώσεις δὲν ὑπάρχουν δεδομένα ποὺ θὰ ἐπέτρεπαν τὴν ἄσκηση τῆς οἰκονομίας, διότι ἡ πίστη τὴν ὁποία ἐκφράζουν ἔχει ἀπευθείας ἀναφορὰ στὸ τριαδολογικὸ δόγμα, παρουσιάζοντας τὸ Θεὸ ὡς δημιουργό τοῦ κακοῦ (οἳ γε κακῶν ποιητὴν ὑποτιθέμενοι τὸν Θεόν, ἐφαμίλλως τῷ Μαρκίωνι καὶ ταῖς λοιπαῖς αἱρέσεσιν). Ἐπιμένει ἰδιαίτερα στὴ θέση αὐτή, προτείνοντας παράλληλα, ἡ ἄποψή του αὐτὴ νὰ λάβει καὶ συνοδικὴ κατοχύρωση ἀπὸ σύνοδο ἐπισκόπων, ὥστε νὰ ὑπάρχει παγιωμένη καὶ ἀξιόπιστη ἐκκλησιαστικὴ ἀπάντηση γιὰ ὁποτεδήποτε στὸ ἑξῆς παραστεῖ ἀνάγκη, μὲ ὁμοιομορφία στὸν τρόπο ἀντιμετώπισης[11].

Κατὰ συνέπεια, ὅταν σὲ μία ἐξωεκκλησιαστικὴ ὁμάδα δὲν μπορεῖ νὰ ἀσκηθεῖ οἰκονομία στὸ βάπτισμα, πολλῷ μᾶλλον δὲν μπορεῖ νὰ ἀσκηθεῖ οἰκονομία στὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης. Ἐπιπρόσθετα, στὴν ἀρχὴ τοῦ Α΄ κανόνα, στὸ σημεῖο ὅπου ὁ Μ. Βασίλειος διακρίνει τριπλῶς μεταξὺ αἵρεσης, σχίσματος καὶ παρασυναγωγῆς, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς σπουδαῖα: Τὸ βάπτισμα στὴν αἵρεση νὰ ἀθετεῖται παντελῶς ὡς μὴ γενόμενο καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνεται χωρὶς αὐτὸ νὰ θεωρεῖται δευτέρωσή του. Τὸ βάπτισμα ὅσων ἀποσχίστηκαν νὰ γίνεται δεκτὸ «ὡς ἔτι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ὄντων», ἐνῷ ὅσοι ἐν μετανοίᾳ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν παρασυναγωγή, νὰ συνάπτονται καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία χωρὶς ἀσφαλῶς νὰ χρειάζεται νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Εἰδικὰ γιὰ τὴν παρασυναγωγή, ἡ ὁποία κρίνεται ὡς ἡ ἠπιότερη μορφὴ ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας, προσθέτει καὶ μία ἀναφορὰ σχετικὴ μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης. Ἀναφέρει πὼς ὅσοι ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τοὺς ἀνυπότακτους φέροντας ἱερατικὸ βαθμὸ (ἐπίσκοποι, πρεσβύτεροι) καὶ μετανόησαν, πολλὲς φορὲς γίνονταν δεκτοὶ στὸν ἴδιο βαθμὸ (πολλάκις καὶ τοὺς ἐν βαθμῷ συναπελθόντας τοῖς ἀνυποτάκτοις, ἐπειδάν μεταμεληθῶσιν, εἰς τὴν αὐτὴν παραδέχεσθαι τάξιν). Πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὅποιος ἱερέας μετανοεῖ καὶ αἰτεῖται νὰ ἐπιστρέψει στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θεωρεῖται δεδομένο ὅτι σὲ κάθε περίπτωση καὶ ἀπροϋποθέτως θὰ γίνει δεκτὸς μὲ τὸν ἱερατικό του βαθμό, τὸν ὁποῖο σὲ κάθε περίπτωση ἔλαβε ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία. Ὑπάρχει πάντοτε τὸ ἐνδεχόμενο, λόγῳ διδασκαλικῆς ἀφερεγγυότητος, νὰ μὴ ἀποκατασταθεῖ στὸν ἱερατικό του βαθμό, ἀλλὰ νὰ γίνει ἁπλῶς δεκτὸς ὡς λαϊκός, καὶ αὐτό, ἀποκλειστικὰ γιὰ λόγους σωτηριολογικούς, ὥστε, ἐφόσον μετανοήσει, νὰ ἔχει τὴ δυνατότητα τῆς μετοχῆς στὰ θεουργὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.

Ἑπομένως, κάθε περίπτωση κρίνεται πάντοτε ξεχωριστά, ἐνῷ ταυτόχρονα, δὲν πρέπει νὰ ἐμφανίζονται «τετελεσμένα γεγονότα», τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν πρα­γμάτων καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἐξαναγκάζουν καὶ ὑποδεικνύουν στὴν Ἐκκλησία τὴν ἄσκηση τῆς οἰκονομίας. Στηριζόμενοι ὅμως κάποιοι στὴ φράση «Οἶδα δέ, τοὺς ἀδελφούς τους περὶ Ζώινον καὶ Σατορνίνον, ἀπ ἐκείνης ὄντας τῆς τάξεως, προσεδεξάμεθα εἰς τὴν καθέδραν τῶν ἐπισκόπων» ἐξάγουν τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος κάνει δεκτὲς τὶς χειροτονίες ποὺ τελέσθηκαν στὸ σχίσμα τῶν Ἐγκρατιτῶν δεχόμενος τοὺς ἐπισκόπους αὐτῶν ἄνευ ἀναχειροτονίας καὶ ἑπομένως «ἀναγνωρίζει ὡς Ἐπισκόπους τὸν Ζώινον καὶ τὸν Σατουρνίνον»[12]. Ὅμως μία τέτοια ἐπιφανειακὴ ἀνάγνωση καὶ ἑρμηνεία ἐμφανίζει τὸν Μ. Βασίλειο νὰ κρατᾶ –ἀδιευκρίνιστα- ἐπαμφοτερίζουσα στάση ἔναντι τῶν Ἐγκρατιτῶν μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀντιφάσκει καὶ νὰ αὐτοαναιρεῖται ἀκόμη καὶ ἐντός τοῦ ἴδιου κανόνα. Τὸ μόνο ποὺ σίγουρα δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴ διατύπωση τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι ὅτι ἀναφέρεται συγκεκριμένα στοὺς Ζώινο καὶ Σατορνίνο ὡς μεμονωμένες περιπτώσεις. Κάτι τέτοιο θὰ μποροῦσε θεωρητικὰ καὶ δυνητικὰ νὰ ὑποστηριχθεῖ, ἐὰν ἡ διατύπωση εἶχε τὴν ἑξῆς μορφή: «Οἶδα δέ, τὸν Ζώινον καὶ Σατορνίνον….». Ὅμως ἡ φράση ἀναφέρεται ὄχι στὸν Ζώινο καὶ στὸν Σατορνίνο, ἀλλὰ στοὺς «ἀδελφούς τούς περὶ Ζώινον καὶ Σατορνίνον». Ὅπως ὅμως ἐπὶ παραδείγματι οἱ φράσεις «οἱ περὶ τὸν Ἄρειον, οἱ περὶ τὸν Νεστόριον, οἱ περὶ τὸν Μάνην, οἱ περὶ τὸν Μελίτιον κ.λπ.», δὲν ἀναφέρονται ἀντίστοιχα στοὺς Ἄρειο, Νεστόριο, Μάνη καὶ Μελίτιο, ἀλλὰ στοὺς ὀπαδοὺς καὶ ὑποστηρικτὲς αὐτῶν, ἔτσι καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ Μ. Βασίλειος δὲν ἀναφέρεται στὸν Ζώινο καὶ στὸν Σατορνίνο, ἀλλὰ σὲ ἀδελφούς του συνεπισκόπους, ποὺ παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῶν ἀνωτέρω διδασκάλων τοῦ γνωστικισμοῦ καὶ τοῦ ἀκραίου ἐγκρατισμοῦ καὶ συναριθμήθηκαν στὴν τάξη αὐτὴ (ἀπ’ ἐκείνης ὄντας τῆς τάξεως). Οἱ ἀναφερόμενοι ὡς “ἀδελφοὶ” ἦσαν ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀκολούθως ἐξετράπησαν δογματικὰ γινόμενοι φορεῖς ἐγκρατιτικῶν τάσεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο τοὺς διαχώρισε γιὰ κάποιο διάστημα ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων μαζί τους. Πλὴν ὅμως, ἐπέστρεψαν ἐν μετανοίᾳ καὶ ἔγιναν κατ’ οἰκονομίαν δεκτοὶ στὶς ἐπισκοπικές τους ἕδρες. Ἄλλωστε, ὁ ὁποιοσδήποτε ἔχει ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν ὁρολογία ποὺ συνηθίζει νὰ χρησιμοποιεῖ ὁ Μ. Βασίλειος στὰ ἔργα καὶ στὶς ἐπιστολές του, καταλαβαίνει ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ προσαγορεύσει ὡς ἀδελφούς του ἀχειροτόνητους «ἱερεῖς», ἐφόσον τὸν συγκεκριμένο χαρακτηρισμὸ τὸν ἀποδίδει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στοὺς «θεοφιλεστάτους ἀδελφοὺς καὶ συλλειτουργοὺς»[13]. Πρωτογενῶς βέβαια, εἶναι πάγια κανονικὴ ἀρχὴ πὼς ὅ,τι δὲν ἀναφέρεται ρητὰ καὶ μὲ τρόπο σαφῆ, εἶναι ἐπιστημονικῶς ἄτοπο νὰ χρησιμοποιεῖται ὡς ἔγκυρη ἐπιχειρηματολογία.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν μελετηθεῖ τὸ σύνολο τῶν κανόνων τοῦ ἁγίου πατρός, ἀκόμη δὲ περισσότερο, τὸ σύνολο τῶν ἔργων του, τότε ἀβίαστα ἀποκαλύπτεται ἡ γενόμενη παρερμηνεία, περὶ -δῆθεν- ἀποδοχῆς ἱερωσύνης ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ὑπ’ αὐτοῦ. Στὴ βάση αὐτὴ καὶ ἐφόσον βλέπουμε ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση τῆς παρασυναγωγῆς, ὅπου ὑπάρχει κατὰ τεκμήριο ἔγκυρη καὶ ὑποστατὴ ἱερωσύνη, θέτει ὑπὸ ἐξέταση τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς στὸν οἰκεῖο ἱερατικὸ βαθμό, εἶναι σαφῶς ἄτοπο νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος ἀποδέχεται χειροτονίες ποὺ τελέσθηκαν στὸ σχίσμα τῶν Ἐγκρατιτῶν.

Ὑπάρχει ὅμως ἀκόμη ἕνα σημεῖο ποὺ χρῄζει διευκρίνισης, πρὸς τὸ τέλος τοῦ κανόνα, περὶ προσδοχῆς πρώην Ἐγκρατιτῶν στὶς καθέδρες τῶν ἐπισκόπων, ὅπου λανθασμένα κατανοεῖται ὑπὸ συγχρόνων ἑρμηνευτῶν, ὡς ἀναγνώριση ἱερωσύνης ἀπὸ τὸ σχίσμα. Ἡ ἐπίλυση τοῦ ζητήματος εἶναι ἁπλή: ὡς “καθέδρα τῶν ἐπισκόπων” δὲν νοεῖται τὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα καθαυτό, ἀλλὰ ἡ ἐπισκοπικὴ ἕδρα (δηλαδὴ ἡ τυχὸν μητρόπολη ἢ ἐπισκοπή). Εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἀναφέρει στὴν πρὸς Ρουφινιανὸν ἐπιστολή του, ποὺ καὶ ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀξιοποιεῖ καὶ ἐπαναλαμβάνει ὡς «τόπον κλήρου»[14]. Ἑπομένως δὲν πρόκειται γιὰ «ἀβάπτιστους, μὴ κεχρισμένους καὶ ἀχειροτόνητους»[15] κληρικούς. Μὲ ἁπλὰ λόγια, τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι ἂν οἱ ὑπ’ ὄψιν εἶναι ἐπίσκοποι ἢ ὄχι, ἀλλὰ τὸ ἐὰν ἡ Ἐκκλησία θὰ τοὺς δεχθεῖ καὶ πάλι στοὺς κόλπους της ὡς ἐπισκόπους. Γιὰ τὸν Μ. Βασίλειο δὲν ὑφίσταται τὸ συγκεκριμένο ἐρώτημα οὔτε κατὰ διάνοιαν, ἐὰν δὲν εἶχε προηγηθεῖ ἀπαραίτητα χειροτονία ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ συνέπεια, ἡ ἄποψη ποὺ θέλει τὸν Μ. Βασίλειο νὰ ἀναγνωρίζει τὶς ἐπισκοπικὲς χειροτονίες ποὺ τελέσθηκαν στὸ σχίσμα τῶν Ἐγκρατιτῶν δὲν ἐπιβεβαιώνεται βάσει τῶν ὅσων ἀναφέρονται στὸν Α΄ Κανόνα. Ἡ προσδοχὴ πρώην σχισματικῶν ἐπισκόπων σὲ ἐπισκοπικὲς καθέδρες, ἑρμηνεύεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς μετάνοιάς τους καὶ κατ’ οἰκονομίαν τοποθέτηση αὐτῶν στὶς ἐπισκοπικές τους ἕδρες, καθόσον αὐτοί, πρὸ τοῦ σχίσματος ἦταν ἤδη ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ὁποία καί, οἰκειοθελῶς κατ’ ἀρχάς, ἀπομακρύνθηκαν.

2. Δονατισταί

Ἡ γένεση τῆς δονατιστικῆς ἔριδας ὀφείλεται πρωτογενῶς σὲ ζητήματα ποὺ ἀποτέλεσαν ἀπόρροια τοῦ διωγμοῦ τοῦ Διοκλητιανοῦ, θέματα τὰ ὁποῖα ἔφθασαν νὰ ἐπηρεάσουν κατ’ ἐπέκταση τὴν ποιότητα τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἀφρικῆς καὶ Ρώμης. Δευτερογενῶς εἶναι ποὺ ἐμφανίστηκαν οἱ θεολογικὲς διαφοροποιήσεις στὸ πλαίσιο τῶν διαταραγμένων αὐτῶν σχέσεων. Ἐπ’ αὐτοῦ, ὁ καθηγητὴς ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου Α.Π.Θ, Νίκος Μαγγιῶρος, σημειώνει: «Ἡ δονατιστικὴ ἔριδα ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἔκφραση ἑνὸς προβληματισμοῦ μὲ συγκεκριμένες θεολογικές, κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς προεκτάσεις, οἱ ὁποῖες ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπέδρασαν στὴ διαμόρφωση τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας»[16]. Σύμφωνα μὲ τὸν μακαριστό, διαπρεπῆ πατρολόγο Στυλιανὸ Παπαδόπουλο τὴ γένεση τοῦ συγκεκριμένου κινήματος θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀναζητήσουμε στὶς ἐξαιρετικὰ ἐχθρικὲς σχέσεις τῶν «βορειοαφρικανῶν πρὸς τοὺς Ρωμαίους, τοὺς ὁποίους ἔβλεπαν ὡς αἱμοσταγεῖς διῶκτες (πρὸς τοὺς ὁποίους συνέπραττε ἢ συμφωνοῦσε ἡ κανονικὴ Ἐκκλησία) καὶ ὡς κατακτητές, ποὺ βρίσκονταν στὴν πατρίδα τους, γιὰ νὰ καταπιέζουν τοὺς πτωχούς, νὰ τοὺς φορολογοῦν ἀνελέητα καὶ γιὰ νὰ τοὺς ὑποχρεώνουν σὲ ἄθλιο βιοτικὸ καὶ κοινωνικὸ ἐπίπεδο». Στὴ βάση αὐτὴ ὑποστηρίζει πὼς «ὁ δονατισμὸς ἀποτελοῦσε εἶδος λαϊκῆς ἀντιστάσεως καὶ κίνηση ἐθνικοκοινωνικῶν διεκδικήσεων»[17].

Τὰ ἀνωτέρω θὰ πρέπει νὰ ληφθοῦν ὑπόψιν προκειμένου νὰ ὑπάρχει σαφὴς καὶ ὁλοκληρωμένη εἰκόνα σχετικὰ μὲ τὴν συγκεκριμένη περίπτωση. Στὴ σύν­οδο Καρθαγένης γίνονται δεκτοὶ χωρὶς ἀναχειροτονία καὶ στοὺς οἰκείους ἱερατικοὺς βαθμοὺς οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τὸ σχίσμα τῶν Δονατιστῶν, ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν χειροτονία μέσα στὸ σχίσμα. Ὁ συγκεκριμένος τρόπος ἀποδοχῆς εἶναι ὄντως παράδοξος στὴ βάση τῶν ὅσων ἔχουν παγιωθεῖ στὴ συν­οδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Σχολιάζοντας ὅμως ὁ ἅγιος Νικόδημος τοὺς σχετικοὺς μὲ τὸ ζήτημα κανόνες τῆς Καρθαγένης, ἐπισημαίνει τὸν λόγο τῆς σημειούμενης διαφοροποίησης: «Τόση μεγάλη ἔνδεια Κληρικῶν ἦτο εἰς τὴν Ἀφρικήν, ὥστε ὁπού, καθὼς ἀναγινώσκομεν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς παρούσης Συνόδου, οὐδὲ ἕνας Διάκονος, κἄν καὶ ἀγράμματος, εἰς μερικάς Ἐκκλησίας δὲν εὑρίσκετο πόσῳ μᾶλλον Πρεσβύτεροι ἢ Ἐπίσκοποι, διὰ τὴν ὁποίαν ἔνδειαν ἐθρήνουν καὶ ἐλυποῦντο καθημερινῶς οἱ Χριστιανοί, καὶ ἀκολούθως διὰ τοὺς θρήνους πάλιν αὐτῶν συγκατέβη οἰκονομικῶς ἡ Σύνοδος καὶ ἐδέχθη τὰς χειροτονίας τῶν Δονατιστῶν»[18].

Τὸ θέμα μάλιστα παρέπεμψαν πρὸς συνοδικὴ ἐξέταση στὸν πάπα Ρώμης Ἀναστάσιο καὶ Μεδιολάνων Βενέριο, οἱ ὁποῖοι «ἐν Ἰταλίᾳ συγκροτήσαντες σύνοδον οὐ παρεδέξαντο τὰς τῶν Δονατιστῶν χειροτονίας”»[19]. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν, ὄχι μόνον τὰ ὅσα ἀναφέρονται, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος ποὺ αὐτὰ ἐκτίθενται στὸν ΟΖ΄ Κανόνα[20] τῆς Καρθαγένης. Σὲ αὐτόν, σύμφωνα μὲ τοὺς κανονολόγους ἑρμηνευτές, ἡ σύνοδος τῆς Καρθαγένης ζητᾶ «ἀπολογητικά, ὅτι πρέπει νὰ δεχθοῦν αὐτάς εἰς τὴν Ἀφρικὴν διὰ τὴν μεγάλην ἀνάγκην καὶ ἔνδειαν ὁπού αὐτὴ εἶχεν ἀπὸ κληρικούς, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἤθελαν χρηματίσουν, […] καὶ διὰ ταῦτα πάντα τὰ οἰκονομικὰ αἴτια δέχονται τὰς χειροτονίας αὐτῶν, καὶ ὄχι ὡς ἐναντιούμενοι εἰς τὴν ἐν Ἰταλίᾳ Σύνοδον, ἢ ὡς παραβαίνοντες τὴν ἐκείνης ἀπόφασιν»[21]. Ἑπομένως πρόκειται γιὰ μία πολὺ ἰδιάζουσα περίπτωση μὲ πολὺ συγκεκριμένα χαρακτηριστικὰ τοπικοῦ χαρακτήρα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὰ σύγχρονα δεδομένα.

3. Μελίτιος Λυκοπόλεως

Ὁ Μελίτιος ἦταν ἐπίσκοπος στὴ Λυκόπολη τῆς Θηβαΐδος καὶ τὸ ἔτος 306 κρίθηκε ἔκπτωτος[22] ἀπὸ σύν­οδο ποὺ συγκρότησε στὴν Αἴγυπτο ὁ Πέτρος Ἀλεξανδρείας γιὰ δύο λόγους: πρωτίστως διότι τελοῦσε ὑπερόριες χειροτονίες πρεσβυτέρων σὲ μητροπόλεις, ποὺ εἴτε βρίσκονταν σὲ κατάσταση χηρείας, εἴτε οἱ Μητροπολίτες τους βρίσκονταν στὴ φυλακὴ ἐξαιτίας τοῦ διωγμοῦ τοῦ Διοκλητιανοῦ, δευτερευόντως, διότι ἀπαιτοῦσε αὐστηρότερη στάση ἀπὸ τὸν Πέτρο στὸ ζήτημα τῆς μετάνοιας τῶν πεπτωκότων. Ἡ διαφωνία αὐτὴ δίχασε τὶς τάξεις τῶν κληρικῶν μὲ ἀποτέλεσμα κάποιοι νὰ συνταχθοῦν μὲ τὴν αὐστηρότητα τοῦ Μελιτίου (μελιτιανὸ σχίσμα), ἐνῷ ἕτεροι μὲ τὴν ἠπιότερη στάση τοῦ Πέτρου[23]. Ὁ Μελίτιος συγκρότησε παράλληλη ἱεραρχία μὲ 30 ἐπισκόπους, ἐνῷ ἡ θεραπεία τοῦ σχίσματος ἔγινε τελικὰ ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Στὴν περίπτωση αὐτὴ καὶ παρότι φαίνεται νὰ ὑπάρχει μία -κατ’ ἀρχὰς- ὁμοιότητα μὲ τὴν περίπτωση τῶν χειροτονιῶν τοῦ “Κιέβου” Φιλαρέτου, ἀξίζει νὰ ἐπισημανθοῦν δύο σημεῖα, τὰ ὁποῖα διαφοροποιοῦν θεμελιωδῶς τὶς δύο περιπτώσεις. Πρῶτον, ἡ θεραπεία τοῦ σχίσματος γίνεται, ὄχι μονομερῶς καὶ ἀπὸ μία τοπικὴ Ἐκκλησία (Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξάνδρειας), ἀλλὰ ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο μαρτυρεῖ τὴν πανορθόδοξη συμφωνία τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Δεύτερον, θὰ πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ προσεχθεῖ ὁ τρόπος ποὺ ἔγιναν τελικῶς δεκτοὶ οἱ μελιτιανοὶ ἐπίσκοποι. Δίχως μὲν ἀναχειροτονία, μετὰ ὅμως ἀπὸ χειροθεσία (μυστικωτέρα χειροτονία) καὶ στὰ πλαίσια ἀκραίας οἰκονομίας, ὁπότε καὶ ἔγιναν δεκτοὶ στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νὰ παύσει νὰ ὑφίσταται τὸ σχίσμα. Ὅμως οἱ μελιτιανοὶ ἐπίσκοποι διατήρησαν μόνον ψιλὸ τὸν τίτλο τῆς ἐπισκοπῆς, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν δύο ἐπίσκοποι ταυτόχρονα στὸν ἴδιο τόπο καὶ ἀσφαλῶς χωρὶς νὰ τοποθετοῦνται σὲ θέση ἀνώτερη ἀπὸ τὸν κανονικὸ ἐπίσκοπο. Τοποθετοῦνται σὲ δεύτερη θέση μετὰ τὸν κανονικὸ ἐπίσκοπο, δὲν δικαιοῦνται νὰ τελοῦν χειροτονίες, δὲν συμμετέχουν στὴ σύνοδο ὡς μέλη, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ προτείνουν ὑποψηφίους γιὰ τὴν ἀρχιερωσύνη καὶ γενικότερα δὲν πράττουν τίποτε χωρὶς τὴν κανονικὴ ἄδεια τοῦ ἐπισκόπου.

Τὴν κανονικὴ πρόβλεψη τῶν ἀνωτέρω τὴν βρίσκουμε στὸν Η΄ κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[24] καὶ μὲ πρόθεση «νὰ μὴ ἀκολουθήση τοῦτο τὸ ἄτοπον, νὰ ἦναι δύω Ἐπίσκοποι εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πόλιν»[25], κατὰ τὴν γραφίδα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου. Ὅλα τὰ ἀνωτέρω τὰ ἐκθέτει ἀναλυτικὰ σὲ ἐπιστολὴ του ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ τοῦ Θεοῦ χάρις τῆς μὲν κακοδοξίας ἐκείνης καὶ τῆς βλασφημίας καὶ τῶν προσώπων τῶν τολμησάντων διάστασιν καὶ διαίρεσιν ποιήσασθαι τοῦ εἰρηνευομένου ἄνωθεν λαοῦ ἠλευθέρωσεν τὴν Αἴγυπτον, ἐλείπετο δὲ τὸ κατὰ τὴν προπέτειαν Μελιτίου καὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντων· καὶ περὶ τούτου τοῦ μέρους ἃ ἔδοξε τῇ συν­όδῳ ἐμφανίζομεν ὑμῖν, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί. ἔδοξεν οὖν Μελίτιον μὲν φιλανθρωπότερον κινηθείσης τῆς συνόδου—κατά γὰρ τὸν ἀκριβῆ λόγον οὐδεμιᾶς συγγνώμης ἄξιος ἦν — μένειν ἐν τῇ ἑαυτοῦ πόλει καὶ μηδεμίαν ἐξουσίαν ἔχειν μήτε προχειρίζεσθαι μήτε χειροθετεῖν μήτε ἐν χώρᾳ μήτε ἐν πόλει ἑτέρα φαίνεσθαι ταύτης τῆς προφάσεως ἕνεκα, ψιλὸν δὲ τὸ ὄνομα τῆς τιμῆς κεκτῆσθαι. τοὺς δὲ ὑπ’ αὐτοῦ κατασταθέντας μυστικωτέρα χειροτονία βεβαιωθέντας κοινωνηθῆναι ἐπὶ τούτοις, ἐφ’ ᾧτε ἔχειν μὲν αὐτοὺς τὴν τιμὴν καὶ λειτουργεῖν, δευτέρους δὲ εἶναι ἐξάπαντος πάντων τῶν ἐν ἑκάστῃ παροικίᾳ καὶ ἐκκλησίᾳ ἐξεταζομένων τῶν ὑπὸ τὸν τιμιώτατον «ἀδελφὸν» καὶ συλλειτουργὸν ἡμῶν Ἀλέξανδρον [προκεχειρισμένων], ὡς τούτοις μὲν μηδεμίαν ἐξουσίαν εἶναι τοὺς ἀρέσκοντας αὐτοῖς προχειρίζεσθαι ἢ ὑποβάλλειν ὀνόματα ἢ ὅλως ποιεῖν τι χωρὶς γνώμης τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου. τῶν «δὲ» ὑπὸ Ἀλέξανδρον τοὺς χάριτι Θεοῦ καὶ εὐχαῖς ὑμετέραις ἐν μηδενὶ σχίσματι εὑρεθέντας, ἀλλὰ ἀκηλιδώτους ἐν τῇ καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ ἐκκλησίᾳ ὄντας ἐξουσίαν ἔχειν καὶ προχειρίζεσθαι καὶ ὀνόματα ἐπιλέγεσθαι τῶν ἀξίων τοῦ κλήρου καὶ ὅλως πάντα ποιεῖν [καὶ] κατὰ νόμον καὶ θεσμὸν ἐκκλησιαστικόν. εἰ δὲ τινὰ συμβαίῃ ἀναπαύσασθαι τῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, τηνικαῦτα προσαναβαίνειν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ τετελευτηκότος τοὺς ἄρτι προσληφθέντας, μόνον εἰ ἄξιοι φαίνοιντο καὶ ὁ λαὸς αἰροῖτο συνεπιψηφίζοντος αὐτῷ καὶ ἐπισφραγίζοντος τοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας ἐπισκόπου. τοῦτο δὲ τοῖς μὲν ἄλλοις ἅπασι συνεχωρήθη, ἐπὶ δὲ τοῦ Μελιτίου προσώπου οὐκέτι τὰ αὐτὰ ἔδοξε διὰ τὴν ἀνέκαθεν αὐτοῦ ἀταξίαν καὶ διὰ τὸ πρόχειρον καὶ προπετές τῆς γνώμης, ἵνα μηδεμία ἐξουσία ἢ αὐθεντία αὐτῷ δοθῇ ἀνθρώπῳ δυναμένῳ πάλιν τὰς αὐτάς ἀταξίας ποιῆσαι. ταῦτά ἐστι τὰ ἐξαίρετα καὶ διαφέροντα Αἰγύπτῳ καὶ τῇ ἁγιωτάτῃ ἐκκλησίᾳ Ἀλεξανδρέων»[26]. Ἂν δὲν δοθεῖ προσοχὴ στὸ ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο ποὺ ὁρίζει ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε ἐπακολουθεῖ τὸ ἐκκλησιολογικῶς ἄτοπο νὰ βρίσκονται στὸν ἴδιο τόπο δύο ἐπίσκοποι. Καὶ μὲ τὸ δεδομένο ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωροῦνται κανονικοὶ ἀμφότεροι οἱ ἐπίσκοποι, ἐνυπάρχει ὁ κίνδυνος, ὁ μέχρι πρότινος κανονικὸς νὰ τεθεῖ στὸ περιθώριο ὡς «ἀντικανονικὸς» μὲ ἀποτέλεσμα ἡ θεραπεία νὰ ἀποτυγχάνει καὶ ἡ διάσταση νὰ συντηρεῖται. Ἁπλῶς ἀπὸ ἄλλη πλευρά.

4. Μελέτιος Ἀντιοχείας

Ἀρχικὰ νὰ σημειώσουμε, ὡς ἱστορικὴ ἀποκατάσταση, ὅτι ὁ Μελέτιος δὲν χειροτόνησε σὲ διάκονο τὸν Μ. Βασίλειο, ὅπως ἀναφέρεται λανθασμένα σὲ ὅσους στηρίζονται βιβλιογραφικὰ στὸν ἱστορικὸ Σωκράτη, τὸ λάθος τοῦ ὁποίου διορθώνει ὁ Βασίλειος Στεφανίδης στὴ μελέτη του «Ἱστορικαὶ διορθώσεις εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν τοῦ Σωκράτους» (σελ. 109). Ὁ Μ. Βασίλειος χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο Καισαρείας.

Στρεφόμενοι τώρα στὸν ἴδιο τὸν Μελέτιο Σεβαστείας, μετέπειτα Ἀντιοχείας, ἡ ἐπίμαχη διατύπωση ποὺ ἔχει ὁδηγήσει σὲ παρανοήσεις, ἔχει ὡς ἑξῆς: «ὁ ἅγιος Μελέτιος ὑπὸ τῶν Ἀρειανῶν ἐχειροτονήθη, καὶ ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ ἄμβωνος καὶ ἐκήρυξε τὸ ὁμοούσιον, ἡ δὲ χειροτονία οὐκ ἀπεδοκιμάσθη»[27]. Ὅμως τὰ ἴδια τὰ ἱστορικὰ γεγονότα εἶναι ποὺ ἔρχονται νὰ φωτίσουν τὸ πρόβλημα καὶ νὰ ἀποδείξουν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο γιὰ χειροτονία ἀπὸ καταδικασμένους ἀρειανούς, ὅπως πρόχειρα συμπεραίνεται, ἀλλὰ γιὰ χειροτονία τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Εἰδικότερα, ὅπως προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Βουλησμᾶ, ἡ ἀνωτέρω φράση δὲν ἀναφέρεται κἄν στὴν χειροτονία του ὡς ἐπισκόπου Σεβαστείας, ἀλλὰ στὴν μετέπειτα ἐκλογὴ καὶ τοποθέτησή του στὸ θρόνο τῆς Ἀντιόχειας[28]. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι ἐπιστημονικὰ ὀρθὸ νὰ ἰσχυρίζεται κανεὶς ὅτι ὁ Μελέτιος ἔλαβε χειροτονία ἀπὸ ἐξωεκκλησιαστικὴ κοινότητα, ἡ ὁποία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ μάλιστα μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μ. Βασιλείου, τὴ στιγμὴ ποὺ εἶναι ἱστορικὰ μὴ ἀμφισβητήσιμη ἡ στάση τοῦ Μ. Βασιλείου ἔναντι τῶν αἱρέσεων. Ὁ Μελέτιος χειροτονεῖται τὸ ἔτος 358 ἐπίσκοπος[29] ἀπὸ τὴ μερίδα τῶν Ὁμοίων καὶ ἀντικαθιστᾶ τὸν ἐκθρονισμένο γιὰ ἀρειανικὲς πλάνες Εὐστάθιο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἀποκλείεται σὲ πρώτη φάση νὰ ἔχει χειροτονηθεῖ ἀπὸ καταδικασμένους ἀρειανοὺς καὶ ταυτόχρονα νὰ πληρώνει κενὴ ἐπισκοπικὴ θέση, ἐκθρονισμένου γιὰ ἀρειανικὲς πλάνες προκατόχου του. Δεύτερο στοιχεῖο ποὺ συνηγορεῖ στὴν κανονικότητα τῆς χειροτονίας του εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἀρειανοί τῆς Σεβαστείας δὲν τὸν δέχθηκαν, καθὼς ἔμεναν πιστοὶ στὶς αἱρετικὲς θέσεις τοῦ Εὐσταθίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δὲν θὰ συνέβαινε, ἐὰν στὸ πρόσωπο τοῦ Μελετίου διέκριναν ὁμοφροσύνη πίστεως. Τὸ ἔτος 360 ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν Ὁμοίων, ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης Ἀκάκιος[30], καλεῖ τὸν Μελέτιο νὰ ἀναλάβει τὸ θρόνο τῆς Ἀντιόχειας, στὴν ὁποία γίνεται παμψηφεὶ ἀποδεκτὸς μὲ κοινὸ ψήφισμα καὶ ἀπὸ τὶς δύο μερίδες ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ, αὐτὴ τῶν ὀρθοδόξων καὶ τὴν ἕτερη, ἀρειανικῆς ἀπόχρωσης, καθὼς ἡ κάθε πλευρὰ ἐναπόθετε στὸ Μελέτιο ἐλπίδες γιὰ ὑποστήριξη τῶν θέσεών της[31].

Ἀπὸ ἄμβωνος ὁ Μελέτιος καὶ ἐνῷ δὲν χρησιμοποίησε τὸν ὅρο «ὁμοούσιος» γιὰ τὸν Υἱό, μὲ περιφραστικὲς διατυπώσεις, ὁμολόγησε ὅτι ἀκολουθεῖ τὴν πίστη τῆς Νίκαιας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο στάθηκε αἰτία νὰ ἐξοριστεῖ ἀπὸ τοὺς ἀρειανούς. Ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ ὑποστεῖ διωγμοὺς γιὰ τὴν προσκόλλησή του στὸ Σύμβολο πίστης τῆς Νίκαιας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἔκανε τὸν Μ. Βασίλειο νὰ τὸν ὑποστηρίξει καὶ νὰ στείλει ἐπιστολὲς ὑπέρ του, ἐγγυώμενος τὸ ὀρθόδοξο φρόνημά του[32]. Ὁ Μελέτιος τέλος, διετέλεσε πρόεδρος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐν μέσῳ τῶν ἐργασιῶν τῆς ὁποίας καὶ ἀπεβίωσε. Οἱ ὁμάδες τῶν Ὁμοίων, Ἀνομοίων (Εὐνομιανοί, Εὐδοξιανοὶ) καὶ Ὁμοιουσιανῶν (γέννημά τους ἀποτελοῦν οἱ Πνευματομάχοι ἢ Μακεδονιανοί), ὀνομάζονταν καὶ αὐτὲς ἀρειανικὲς ἢ ἀλλιῶς ἡμιάρειοι, ὄχι διότι ταυτίζονταν μὲ τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ διότι, ἔχοντας υἱοθετήσει ὡς κινητήρια ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ τὴν ταύτιση τῶν ὅρων «οὐσία» καὶ «ὑπόσταση» ἐξέφραζαν προβληματικὲς θέσεις περὶ τοῦ τριαδολογικοῦ δόγματος. Πλὴν ὅμως, οἱ ἐν λόγῳ ὁμάδες, γιὰ τὸ χρονικὸ πλαίσιο ποὺ ἐξετάζουμε δὲν εἶναι εἰσέτι συνοδικὰ καταδικασμένες, καθόσον αὐτὲς ἀντιμετωπίζονται καὶ καταδικάζονται ἀπὸ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ 381, ὅπου ἡ Ἐκκλησία τελικὰ διασάφησε τὸ περιεχόμενο τῶν ἀνωτέρω φιλοσοφικῶν ὅρων, δίδοντας σὲ αὐτοὺς σαφὲς θεολογικὸ περιεχόμενο. Ἡ σύγκριση τῆς μορφῆς τοῦ ἀρχικοῦ συμβόλου πίστεως τῆς Νίκαιας (325) καὶ τοῦ πῶς αὐτὸ ἐν τέλει παγιώθηκε ἀπὸ τὴ σύνοδο τῆς Κωνσταντινούπολης (381) ὡς πρὸς τὸ ἄρθρο ποὺ ἀναφέρεται στὸν Χριστό, ὡς Υἱὸ ἀϊδίως γεννηθέντα ἐκ τοῦ Πατρός, ἀποτελεῖ παράδειγμα τῆς δογματικῆς ἀποκρυστάλλωσης ποὺ ἐπετεύχθη τὸ 381. Βλέπουμε τὴν πρώτη του μορφὴ ὡς ἑξῆς: «Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, γεννηθέντα ἐκ τοῦ πατρὸς μονογενῆ, τουτέστιν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ πατρός». Ἐνῷ στὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, λαμβανομένων ὑπόψιν τῶν παρερμηνειῶν ἕνεκα τῆς ὁρολογίας, παγιώνεται ὡς ἑξῆς: «Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων»[33]. Ἡ χειροτονία του ἑπομένως, ἔγινε δεκτὴ ὄχι οἰκονομικῶς ἀλλὰ κατ’ ἀκρίβειαν, φέρουσα τὰ αὐθεντικὰ χαρακτηριστικά τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, καθὼς στὸ πρόσωπό του συμπλέκονται καὶ ὁ θεσμικὸς ὡς ἀδιάσπαστη διαδοχή, ἀλλὰ καὶ ὁ χαρισματικὸς χαρακτήρας τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, ὡς φορέα τῆς ἀποστολικῆς πίστης. Δὲν μπορεῖ ἐπίσης κἄν νὰ συζητηθεῖ ἡ περίπτωση ἀποδοχῆς ἔστω κι ἂν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ὀρθὴ ὁμολογία τῆς πίστεως, ἐὰν δὲν ὑπάρχει χειροτονία ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία. Στὴν περίπτωση αὐτή, ὁ ὁποιοσδήποτε ἀχειροτόνητος αὐτοτιτλοφορούμενος ὡς ἐπίσκοπος, ποὺ θὰ ὁμολογοῦσε ρήμασιν τὴν ὀρθόδοξη πίστη, θὰ δημιουργοῦσε ἔδαφος ἀποδοχῆς του ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία.

5. Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων

Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων χειροτονήθηκε τὸ ἔτος 348 ἀπὸ τὸν Ἀκάκιο Καισαρείας, ὁ ὁποῖος ἀνῆκε στὴ μερίδα τῶν Ὁμοίων. Ὁ Ἀκάκιος, ὅπως καὶ ἀνωτέρω στὴν ὑπ’ἀριθμ. 4 περίπτωση σημειώσαμε, εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ χειροτόνησε τὸ ἔτος 358 ἐπίσκοπο τὸν ἅγιο Μελέτιο Ἀντιοχείας ὡς Σεβαστείας καὶ ἀφορᾶ σὲ συν­οδικῶς ἀνεξέλεγκτο αἱρετικὸ ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι σὲ καταδικασμένο ὑπὸ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου αἱρετικὸ ὅπως -κακῶς- ὑποστηρίζεται.

6. Ἅγιος Γερμανὸς Κωνσταντινουπόλεως

Χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Κυζίκου ὄχι ἀπὸ μονοθελῆτες, ὅπως διαδίδεται λανθασμένα ἀπὸ συγκεκριμένους κύκλους, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Κῦρο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τὸ ἔτος 705[34]. Ὁ αὐτοκράτορας Βαρδάνης-Φιλιππικὸς θέλοντας ὅμως νὰ ἀνατρέψει τὶς ἀποφάσεις τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ νὰ ἐπαναφέρει τὸν ὑπ’ αὐτῆς καταδικασμένο μονοθελητισμό, ἀπομακρύνει τὸ ἔτος 711 τὸν πατριάρχη Κῦρο γιὰ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημά του, ἐνῷ παράλληλα συγκαλεῖ τὴ μονοθελητικὴ σύνοδο τοῦ 712. Τὸ στοιχεῖο ποὺ ἐξωτερικὰ μόνον μπορεῖ νὰ συνδέσει τὸν ἅγιο Γερμανὸ μὲ τὴν αἵρεση τοῦ μονοθελητισμοῦ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν χειροτονία του, ἀλλὰ μὲ τὴν συμμετοχὴ τοῦ ἰδίου ὡς μητροπολίτη Κυζίκου, ὅπως καὶ τοῦ Ἀνδρέα Κρήτης, στὴ σύνοδο τοῦ 712. Ὁ ἅγιος Γερμανὸς στὸ «περὶ αἱρέσεων καὶ συνόδων» ἔργο του ὅμως καὶ θέλοντας νὰ ἐκθέσει τὴν πίεση καὶ τὸν ἐξαναγκασμὸ ποὺ ὑπέστησαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ὡς πρὸς τὴν ὑπογραφή, σημειώνει τὰ ἑξῆς: «Εἰ καὶ τὰ μάλιστα ἐδοκίμασαν καὶ μετὰ τοῦτο τινὲς τὴν αὐτὴν ἕκτην ἀνατρέψαι σύνοδον, καὶ τόμους ἐξέθεντο, καὶ ὑπογραφὰς βιαίως ἐν αὐτῇ πεποιήκασι, βασιλικῇ χειρὶ πάντων συνωθουμένων, καὶ πρὸς ἀναίρεσιν αὐτῆς παραπεμπομένων· ὃς ἦν Φιλιππικός, μᾶλλον δὲ Βαρδάνης (διώνυμος γὰρ ὁ κακώνυμος ἐλέγετο), ὁ κατ’ αὐτῆς ἀναστὰς βασιλεὺς»[35]. Μετὰ δὲ τὴν τύφλωση καὶ θανάτωση τοῦ Βαρδάνη, ὁ νέος αὐτοκράτορας ἀποκαθιστᾶ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνῷ τὸ 715 ὁ Γερμανὸς ἐκλέγεται ἀπὸ Κυζίκου, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

7. Ἅγιος Ἰωάννης Ἱεροσολύμων

Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰωάννη ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος στοὺς πατριαρχικοὺς καταλόγους τῶν Ἱεροσολύμων ἀναφέρεται ὡς Ἰωάννης Γ΄ (516-523). Στὰ πρακτικὰ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταχωρεῖται μακροσκελὴς ἀναφορὰ στὴν περίπτωσή του καὶ στὰ εἰδικὰ δεδομένα αὐτῆς παρμένα «ἐκ τοῦ βίου τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σάββα»[36]. Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἠλίας, λόγω τῆς ὁμοφροσύνης καὶ ἀφοσίωσής του στὴν πίστη τῆς συνόδου τῆς Χαλκηδόνας, δὲν δεχόταν σὲ κοινωνία τὸν πατριάρχη Ἀντιοχείας, Σεβῆρο. Ὁ Σεβῆρος, χρησιμοποιώντας πρὸς ὄφελός του τὴν πολιτικὴ ἐξουσία, ἀπομακρύνει τὸν Ἠλία καὶ «τῇ τρίτῃ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς ἀρχὴ τῆς δεκάτης ἰνδικτιῶνος» χειροτονεῖ τὸν Ἰωάννη «τὸν Μαρκιανοῦ υἱόν […] ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων»[37], προκειμένου στὸ θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων νὰ βρίσκεται πατριάρχης ὁμόφρων του ἰδίου. Τὸ μυστηριακῶς ἔγκυρο τῆς χειροτονίας τοῦ Ἰωάννη ἀσφαλῶς καὶ οὐδέποτε ἐτέθη σὲ ἀμφισβήτηση. Ἁπλῶς, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς του ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τῶν Ἱεροσολύμων, αὐτὸ ποὺ τοῦ ζητοῦνταν, ἦταν ἡ ρητὴ ὁμολογία τῆς πίστης τῆς Χαλκηδόνας. Μάλιστα ἀναφέρεται ὅτι «γνοὺς δὲ ὃ τε ἡγιασμένος Σάββας καὶ οἱ λοιποὶ τῆς ἐρήμου πατέρες ταῦτα συνθέμενον τὸν Ἰωάννην συν­αχθέντες διεμαρτύραντο αὐτῷ Σευῆρον εἰς κοινωνίαν μὴ δέξασθαι, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἐν Χαλκηδόνι συνόδου προκινδυνεύειν ἔχοντα πάντας συμμαχοῦντας»[38]. Στὴν ὑποδοχή του ὁ λαὸς καὶ πλῆθος 10.000 μοναχῶν ἐπίμονα ζητοῦσαν «τοὺς αἱρετικοὺς ἀναθεμάτισον καὶ τὴν σύνοδον βεβαίωσον», πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἦταν οὐσιαστικὰ ὁ ὅρος, ὥστε νὰ γίνει δεκτὸς ὡς πατριάρχης. Τὸ ζήτημα δηλαδὴ τῆς ἀποδοχῆς του τέθηκε ἀποκλειστικὰ στὴ βάση τῆς στάσης ποὺ θὰ κρατήσει ἔναντι τῆς πίστης τῆς Χαλκηδόνας, ἐφόσον ἡ χειροτονία του ἀνάγεται ἀναμφισβήτητα σὲ ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας. Συγκεκριμένα καὶ σύμφωνα μὲ τὸ πηγαῖο κείμενο «ἀνέρχεται ἐπ’ ἄμβωνος ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ Θεοδόσιον καὶ Σάββαν τοὺς τῶν μοναχῶν κορυφαίους καὶ ἡγεμόνας […] ἀμελητὶ οὖν οἱ τρεῖς ἐκ συμφώνου ἀναθεματίζουσι Νεστόριον καὶ Εὐτυχέα καὶ Σευῆρον καὶ Σωτήριχον τὸν Καισαρείας Καππαδοκίας καὶ πάντα τὸν μὴ δεχόμενον τὴν σύνοδον Χαλκηδόνος»[39]. Στὴ βάση αὐτὴ τῆς σύνταξής του μὲ τὴν πίστη τῆς Χαλκηδόνας γίνεται δεκτὸς ὁ Ἰωάννης ὡς Ἱεροσολύμων, διακονώντας τὸν πατριαρχικὸ θρόνο κατὰ τὰ ἔτη 516-523.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ συνοδικὴ καταδίκη τοῦ Σεβήρου λαμβάνει χώρα τὸ ἔτος 536. Ὁπότε γίνεται φανερὸ ὅτι καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Σεβήρου ὡς αἱρετικοῦ ἀφορᾶ προφανέστατα σὲ συνοδικῶς ἀκατάκριτο αἱρετικό.

8. Ἐπίσκοποι τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, χειροτονηθέντες ὑπὸ τοῦ Ἀκακίου Καισαρείας

Γιὰ τὸν Ἀκάκιο Καισαρείας (ἐπικεφαλῆς τῆς ὁμάδος τῶν Ὁμοίων βλ. ὑπ’ ἀριθμ. 4 περίπτωση), ἰσχύουν ὅσα ἴσχυσαν γιὰ τὶς λεγόμενες ἀρειανικὲς ἢ ἡμιαρειανικὲς ὁμάδες ποὺ ἐμφανίζονται ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες δὲν καταδικάζονται στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὥστε νὰ θεωροῦνται ἐληλεγμένες, ἀλλὰ στὴν Β΄ Οἰκουμενική. Ἀρκεῖ δὲ κανεὶς νὰ ἀναγνώσει τὸν Α΄ κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στὸν ὁποῖον ρητὰ ἀναφέρονται οἱ ἐν λόγῳ ὁμάδες, οἱ ὁποῖες καταδικάστηκαν ἀπὸ τὴν σύνοδο αὐτή: «Ὥρισαν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει συνελθόντες ἅγιοι Πατέρες μὴ ἀθετεῖσθαι τὴν πίστιν τῶν Πατέρων τῶν Τριακοσίων δεκαοκτώ, τῶν ἐν Νικαίᾳ τῆς Βιθυνίας συνελθόντων, ἀλλὰ μένειν ἐκείνην κυρίαν καὶ ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν, καὶ εἰδικῶς τὴν τῶν Εὐνομιανῶν, εἶτ’ οὖν Εὐδοξιανῶν, καὶ τὴν τῶν Ἡμιαρείων, εἶτ’ οὖν Πνευματομάχων, καὶ τὴν τῶν Σαβελλιανῶν, καὶ τὴν τῶν Μαρκελλιανῶν, καὶ τὴν τῶν Φωτεινιανῶν, καὶ τὴν τῶν Ἀπολιναριανῶν»[40]. Ἑπομένως, οἱ ἐπίσκοποι τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ εἶχαν χειροτονηθεῖ πρωτύτερα ἀπὸ τὸν Ἀκάκιο καὶ τοὺς λοιποὺς ἦταν κανονικοὶ ἐπίσκοποι τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον οἱ χειροτονίες τελέσθηκαν ἀπὸ ἀκατάκριτους ἐπισκόπους.

9. Πέτρος Γ΄ Μογγὸς καὶ οἱ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες

Τὰ γεγονότα τῆς ἐκλογῆς καὶ χειροτονίας τοῦ Πέτρου Μογγοῦ θὰ πρέπει νὰ τὰ δοῦμε σὲ ἀναφορὰ μὲ τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τοῦ Ἑνωτικοῦ τοῦ αὐτοκράτορα Ζήνωνος, τὸ ὁποῖο, μέσῳ διφορούμενων διατυπώσεων, προσδοκοῦσε νὰ συμβιβάσει τοὺς ὑπέρμαχους τῆς Χαλκηδόνας καὶ τοὺς μὴ δεχόμενους αὐτήν, οἱ ὁποῖοι κατὰ κύριο λόγο ἀντιλαμβάνονταν τὸ «ἐν δύο φύσεσι μετὰ τὴν ἕνωσιν» ὡς νεστοριανικὴ ἔκφραση, ποὺ εἰσήγαγε διηρημένες φύσεις. Βεβαιότατα καὶ ὁ Πέτρος εἶχε φρονήματα αἱρετικά, ὅμως τὸ στοιχεῖο ποὺ ἐνδιαφέρει τὴν προβληματικὴ ποὺ ἐξετάζουμε δὲν εἶναι τὸ φρόνημα ποὺ εἶχε καὶ ἐξέφραζε, ἀλλὰ τὸ ἐὰν στὴν ἐπισκοπική του χειροτονία ὑπῆρχε ἡ ἀπαραίτητη διαδοχὴ τάξεως. Γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιεπισκόπων Ἀλεξανδρείας πρέπει νὰ λάβουμε ὑπόψιν ὅτι «οἱ ὑποψήφιοι ὑπεδεικνύοντο ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, διὸ καὶ ὁ πρεσβύτερος καὶ οἰκονόμος τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου Ἰωάννης Ταλάιας μετέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν, διὰ νὰ κερδήση τὴν βασιλικὴν εὔνοιαν»[41]. Ἡ περίπτωση τοῦ Πέτρου ἀσφαλῶς καὶ ἐξυπηρετοῦσε τὴν αὐτοκρατορικὴ πολιτικὴ καὶ στὴ βάση αὐτὴ καὶ ὑπὸ τὸν ἀπαραίτητο ὅρο τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ἑνωτικοῦ «ὁ Μογγὸς δεξάμενος τὸ Ἑνωτικὸν Ζήνωνος, ἔλαβε καὶ τὸν θρόνον Ἀλεξανδρείας»[42]. Τὸ Ἑνωτικὸ ὑπέγραψαν ἐπίσης ὁ Ἀκάκιος Κωνσταντινουπόλεως, Ἀντιοχείας Πέτρος Κναφεὺς καὶ Ἱεροσολύμων Μαρτύριος. Ὁ Ρώμης Φήλιξ Γ΄ ἀντέδρασε καὶ δὲν τὸ ὑπέγραψε. Ὡς πρὸς τὴ χειροτονία τοῦ Πέτρου ὑπάρχουν δύο ἐκδοχές: Στὴν μὲν χρονογραφία τοῦ Θεοφάνη ἀναφέρεται ὅτι χειροτονήθηκε «ὑπὸ ἑνὸς ἐπισκόπου καὶ αὐτοῦ καθηρημένου»[43], ἐνῷ στὴν δωδεκάβιβλο τοῦ Δοσιθέου ἀναφέρεται ὅτι «ὑπὸ δύο μόνων Ἐπισκόπων, καὶ αὐτῶν Αἱρετικῶν ἐχειροτονήθη»[44](ὡς αἱρετικοὶ στὴν παροῦσα χρονικὴ περίοδο ὀνομάζονται ὅσοι ἀντιτίθενται στὴν δυοφυσιτικὴ ὁρολογία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).

Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ὁ Ρώμης Φήλιξ διὰ δύο συνόδων (484 καὶ 485) καθαίρεσε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν Πέτρο Μογγὸ ὡς μονοφυσίτη, ἀποδεικνύει ἂν μὴ τί ἄλλο τὴν ὕπαρξη ὑποστατὴς ἀρχιερωσύνης. Εἰδάλλως δὲν ἔχει κανένα ἐκκλησιολογικὸ νόημα ἡ καθαιρετικὴ πράξη. Τὸ αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ὀνόματος τοῦ Πέτρου στοὺς ἀναθεματισμοὺς τῆς ΣΤ΄ Συνόδου[45], στὴν ὁποία ἀναθεματίζονται αἱρετικοὶ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν βάση αὐτὴ ἐξετάζονται καὶ οἱ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες, ὡς χειροτονίες τῆς Ἐκκλησίας.

10. Ἐπίσκοποι τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴ προβάλλεται ὅτι οἱ περισσότεροι ἐπίσκοποι ποὺ μετεῖχαν στὴν ΣΤ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ τοὺς μονοθελῆτες πατριάρχες Σέργιο, Πύρρο, Πέτρο καὶ Παῦλο. Ἰσχύουν καὶ ἐδῶ τὰ ὅσα ἀναφέρθηκαν πρωτύτερα γιὰ τοὺς ἐπισκόπους ποὺ συμμετεῖχαν στὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀκάκιο Καισαρείας, ἀλλὰ καὶ τοὺς λοιποὺς τῶν Ὁμοίων, Ἀνομοίων καὶ Ὁμοιουσιανῶν. Ὁ μονοθελητισμὸς καταδικάζεται τελεσιδίκως στὴν ΣΤ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅπου ὁμολογοῦνται δύο φυσικὲς ἐνέργειες καὶ δύο φυσικὰ θελήματα στὸ Χριστὸ (θέληση καὶ ἐνέργεια ἔχουν χαρακτῆρα φυσικὸ καὶ ὄχι ὑποστατικό). Ὅσοι ἐπίσκοποι παρέμειναν ἀμετανόητα πιστοὶ στὰ μονοθελητικά τους φρονήματα καθαιροῦνται ἀπὸ τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα καὶ τίθενται ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας (ἀναθεματίζονται). Ἑπομένως, οἱ χειροτονίες ποὺ τέλεσαν οἱ συγκεκριμένοι πατριάρχες (Σέργιος, Πύρρος, Πέτρος, Παῦλος) πρὸ τῆς καταδίκης τους ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη Σύνοδο ἀσφαλῶς καὶ δὲν λογίζονται ὡς προβληματικές, οὔτε βεβαίως οἱ ὀρθῶς φρονοῦντες ἐπίσκοποι εἶναι ὑπόλογοι γιὰ τὰ αἱρετικὰ φρονήματα τῶν ἐπισκόπων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ ἴδιοι ἔλαβαν τὴν ἀρχιερατική τους χειροτονία (Ἡ χειροτονία εἶναι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ἐκ τοῦ προσώπου). Ἡ συγκεκριμένη ἐκκλησιολογικὴ πρα­γματικότητα ὁμολογήθηκε καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπὸ τὴν ἑξῆς διατύπωση: «ὅτι οὐκ ἀποθανοῦνται τέκνα ὑπὲρ πατέρων, ἀλλ’ ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ ἁμαρτίᾳ ἀποθανεῖται, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἡ χειροτονία»[46]. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος θέτει ἄλλωστε τὸ συγκεκριμένο ζήτημα καὶ στὴν ἀντίστροφή του ἀνάγνωση, σημειώνοντας: «Ὅτι γὰρ οὔτε πατέρες ὑπὲρ τέκνων, οὔτε τέκνα ὑπὲρ πατέρων δίκην διδόασιν, ἀλλ’ ἕκαστος ὑπὲρ ὧν ἐπλημμέλησε τὰς εὐθύνας ὑπέχει»[47].

11. Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος

Ὡς πρὸς τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὑποστηρίζεται ὅτι προέβη σὲ ἄμεση ἀναγνώριση καὶ ἀποκατάσταση σὲ ἐπισκοπικοὺς θρόνους, τῶν χειροτονημένων ἐπισκόπων ἐκ τῶν αἱρετικῶν εἰκονομάχων. Ἀποσιωπᾶται ὅμως τὸ ἑξῆς οὐσιαστικό: Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶναι ἡ πρώτη Σύνοδος ἡ ὁποία ἐπιλαμβάνεται ἐκκλησιαστικῶς νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀναφύσασα αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας καὶ ταυτόχρονα νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη καὶ τὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως οἱ (πρώην εἰκονομάχοι) ἐπίσκοποι ποὺ μετανόησαν ἔγιναν δεκτοὶ καὶ ἀποκαταστάθηκαν στοὺς θρόνους τους ἔχοντας χειροτονία, τὴν ὁποία ἔλαβαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ὄχι ἀπὸ κάποια αἱρετικὴ κοινότητα ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Σημειωτέον ὅτι τὴν αὐτὴ χειροτονία ἔφερε καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Ζ΄ Συνόδου, ἅγιος Ταράσιος. Μάλιστα, προκειμένου νὰ ὑποστηριχθεῖ ἔτι περαιτέρω ἡ θέση ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀναγνώρισε τὴν ἀρχιερωσύνη ποὺ προέρχεται ἀπὸ κοινότητα ἐγνωσμένης αἵρεσης (ἑπομένως βρισκόμενης ἐκτὸς αὐτῆς), χρησιμοποιεῖται φράση τῆς ὁμολογίας ποὺ κάνουν ὁ (πρώην εἰκονομάχος) ἐπίσκοπος Νικαίας Ὑπάτιος καὶ «οἱ σὺν αὐτῷ ἐπίσκοποι». Σὲ αὐτὴν ἀναφέρουν εἰλικρινὰ καὶ ἀπολογητικὰ ὅτι «ἐν ταύτῃ τῇ αἱρέσει ἡμῶν γεννηθέντες ἀνετράφημεν καὶ ηὐξήθημεν»[48].

Ἐδῶ βεβαίως τίθεται τὸ ἐρώτημά του πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ εἰκονομαχία νὰ εἶναι ἐγνωσμένη αἵρεση, δηλ. συνοδικῶς καταδικασμένη καὶ ἄρα κοινότητα ἐκπεσοῦσα τῆς Ἐκκλησίας, πτωχὴ τῶν χαρισμάτων αὐτῆς, τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ζήτημα τῆς εἰκονομαχίας πρώτη φορά ἀντιμετωπίζεται συνοδικῶς ἀπὸ τὴν παροῦσα σύνοδο τοῦ 787; Ἀναφερθήκαμε ἤδη στὸ εἰσαγωγικὸ τμῆμα τοῦ παρόντος κειμένου, ὅτι ἡ αἵρεση, ὅταν δὲν ἀφορᾶ συνοδικῶς ἐληλεγμένη διδασκαλία ποὺ χαρακτηρίζει ἀντιστοίχως ἐξωεκκλησιαστικές αἱρετικὲς κοινότητες, ἀναφέρεται συγκεκριμένα σὲ ἑρμηνευτικὰ προβληματικὲς θεολογικὲς θέσεις, οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν ὡς στρεβλὴ διδασκαλία μέσα στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καὶ εἶναι αὐτὲς οἱ ὁποῖες οὐσιαστικὰ προκαλοῦν τὴν ἀντανακλαστικὴ ἀντίδραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης καὶ τῶν γνησίων φορέων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης. Ἑπομένως, ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Ὑπατίου καὶ τῶν λοιπῶν δὲν ἑρμηνεύεται ὡς τὸ ἀνήκειν σὲ αἱρετικὴ καὶ ἀχαρίτωτη κοινότητα. Αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἀπολογητικὰ ὑπονοεῖται στὴν ἀνωτέρω φράση εἶναι ὅτι οἱ ἴδιοι δὲν προέβησαν στὴν παρερμηνεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης λόγω ἀσέβειας ἢ ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ «περιέργως θεολογεῖν», ἀλλὰ γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν διδασκόμενοι τὴν αἵρεση ὡς ὀρθοδοξία, πλὴν ὅμως, ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Στὰ λεγόμενα δὲ ὑπὸ τῶν μετανοούντων -πρώην εἰκονομάχων- ἐπισκόπων μποροῦν δυσ­τυχῶς νὰ βρεθοῦν πολλὲς ἀντιστοιχίες πρὸς τὴν σύγχρονή μας πραγματικότητα. Μάλιστα, λίγο πρὶν τὴν ἀνωτέρω ὁμολογία του, ὁ Ὑπάτιος εἶχε προσθέσει ὅτι «ἐκ κακῶν διδασκάλων μαθήματα κακὰ παρελάβομεν»[49]. Ὡς πρὸς τὸ θέμα μας δὲ καὶ συμπερασματικά, ὅλοι οἱ προσερχόμενοι ἐνώπιον τῆς Συνόδου, μετανοημένοι ἐπίσκοποι, ἔφεραν ὑποστατὴ ἀρχιερωσύνη ἐκ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση ἀπολογοῦνται γιὰ τὸ αἱρετικό τους φρόνημα, θεωρώντας το κατ’ἀρχὰς -λανθασμένα σύμφωνα μὲ τὴν ὁμολογία τῶν ἰδίων- ὡς φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο ὡς ἐπίσκοποι δίδασκαν.

12. Ἀνατόλιος Κωνσταντινουπόλεως

Γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ ἁγίου Ἀνατολίου Κωνσταντινουπόλεως, τὸν ὁποῖο χειροτόνησε ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Διόσκορος πρὸ καταδίκης του ἀπὸ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (ἀκατάκριτος αἱρετικός), παραπέμπουμε στὶς σελίδες 19-22 τοῦ προμνημονευθέντος ἄρθρου μας σχετικὰ μὲ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἔχουν ἤδη ἀξιοποιηθεῖ καὶ ἐκτεθεῖ στοιχεῖα ἀπὸ τὰ σχόλια τοῦ Δωρόθεου Βουλησμᾶ καθὼς καὶ τοῦ καθηγητῆ στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ., Θεοδώρου Γιάγκου.

13. Εὐστάθιος Σεβαστείας

Στὴν περίπτωση τοῦ Εὐσταθίου Σεβαστείας ἀναφέρεται ἡ «πρὸς τοὺς δυτικοὺς ἐπιστολὴ»[50] τοῦ Μ. Βασιλείου, χρήση τῆς ὁποίας ἔγινε καὶ ἀπὸ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Στὸ χωρίο γίνεται ἀναφορὰ στὸν κανονικῶς χειροτονημένο ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιο, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐν συνεχείᾳ ἐπέδειξε δείγματα παλινῳδιῶν καὶ δογματικῆς ἀστάθειας. Μάλιστα δὲ προκύπτει ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος συνδεόταν μαζί του μὲ σχέση φιλίας, ἡ ὁποία ὅμως διακόπηκε, ὅταν ὁ Εὐστάθιος ἄρχισε νὰ ἐξωτερικεύει αἱρετικὰ φρονήματα[51]. Ὁ Εὐστάθιος ἦταν ἤδη χειροτονημένος ὡς ἱερέας τῆς Ἐκκλησίας, στὴν πορεία ὅμως καὶ ἔχοντας μαθητεύσει πλάι στὸν Ἄρειο, υἱοθέτησε τὶς αἱρετικές του θέσεις περὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου καὶ στὴ βάση αὐτὴ καλεῖται ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Ἑρμογένη (ὁ ὁποῖος καὶ τὸν εἶχε χειροτονήσει) νὰ καταθέσει ὁμολογία πίστεως. Στὴν ὁμολογία αὐτὴ ὁ Εὐστάθιος, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὰ ρήματα, ὁμολόγησε τὴν ὀρθόδοξη πίστη περὶ τοῦ ὁμοουσίου Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ μὲ τὸ δεδομένο αὐτὸ ἔγινε δεκτὸς σὲ κοινωνία.

Ὁ Εὐστάθιος ὅμως, ἀναλόγως μὲ τὸ ποῦ ἀπευθυνόταν καὶ ἀπὸ ποῦ ἐπεδίωκε νὰ γίνει δεκτός, διατύπωνε ἀντιστοίχως διαφορετικὴ πίστη, μάλιστα δέ, μὲ ἔμφυτη πειθώ, ὁδηγώντας τὸν Μ. Βασίλειο ἕως τοῦ σημείου νὰ διαμαρτυρηθεῖ, λέγοντας: «Παρελθόντες εἰς τὴν ἐπισκοπήν, ἵνα τὰ ἐν μέσῳ παραλείπω, ὅσας ἐξέθεντο πίστεις; Ἐπ’ Ἀγκύρας ἄλλην, ἑτέραν ἐν Σελευκείᾳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὴν πολυθρύλητον, ἐν Λαμψάκῳ ἑτέραν, μετὰ ταῦτα τὴν ἐν Νίκῃ τῆς Θρᾴκης, νῦν πάλιν τὴν ἀπὸ Κυζίκου, ἧς τὰ μὲν ἄλλα οὐκ ἐπίσταμαι, τοσοῦτον δὲ ἀκούω ὅτι τὸ ὁμοούσιον κατασιγάσαντες, τὸ κατ’ οὐσίαν ὅμοιον νῦν περιφέρουσι καὶ τὰς εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα βλασφημίας μετ’ Εὐνομίου συγγράφουσι. Τούτων δὲ τῶν πίστεων ἅς ἀπηριθμησάμην, εἰ καὶ μὴ πᾶσαι πρὸς ἀλλήλας ἔχουσιν ἐναντίως, ἀλλ’ οὖν τὸ εὐμετάβολον τοῦ τρόπου ὁμοίως συνιστῶσι διὰ τὸ μηδέποτε αὐτοὺς ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐστάναι ρημάτων»[52]. Ὁ Εὐστάθιος ἔχοντας χειροτονηθεῖ ἐπίσκοπος, προσκολλᾶται ἔπειτα στὴ μερίδα τῶν Ὁμοιουσιανῶν συμμετέχοντας στὶς συνόδους τῆς Ἀγκύρας (358) καὶ τῆς Λαμψάκου (365), ὑποστηρίζοντας τὴν ἀντίστοιχη τριαδολογικὴ πίστη. Σὲ κάποια χρονικὴ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Εὐστάθιος ἦταν ἤδη ἐπίσκοπος, ὁ Μ. Βασίλειος πῆγε καὶ τὸν συνάντησε καὶ συζήτησε μαζί του τὰ σημεῖα, στὰ ὁποῖα ὁ Εὐστάθιος εἶχε διαφοροποιηθεῖ. Ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἦταν ὁ Εὐστάθιος νὰ ὁμολογήσει τελικὰ τὴν πίστη τῆς Νίκαιας, ὁπότε καὶ τοῦ ζητήθηκε ὑπὸ τοῦ Μ. Βασιλείου νὰ καταθέσει καὶ γραπτῶς τὰ ὅσα προφορικῶς παραδέχθηκε, πρᾶγμα ποὺ ἔγινε, καὶ μὲ τὸ δεδομένο αὐτὸ τὸν δέχθηκε σὲ κοινωνία[53]. Στὰ πρακτικὰ μάλιστα τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀμέσως μετὰ τὸ ἀναγνωσθὲν ἀπόσπασμα «τῆς πρὸς τοὺς δυτικοὺς ἐπιστολῆς» τοῦ Μ. Βασιλείου, ἀναφέρεται ὅτι «ἀνεγνώσθη δὲ καὶ ἡ πρὸς Τερέντιον κόμητα τοῦ αὐτοῦ πατρὸς ἐπιστολή, ἐν ᾗ ἐσήμανεν ὁ πατὴρ τὴν πρὸς Εὐστάθιον κοινωνίαν καὶ ἀποδοχὴν ἐκ τῆς αἱρέσεως ἐπιστρέψαντα»[54]. Ἀπὸ τὴν ἀνωτέρω ἀντίδραση τοῦ Μ. Βασιλείου στὴν ἐπαμφοτερίζουσα θεολογικὴ θέση τοῦ Εὐσταθίου Σεβαστείας συνάγεται ὅτι ἡ ὁμολογία πίστης ἔρχεται νὰ ἐπισφραγίσει τὴν δεδομένα κανονικὴ χειροτονία τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔχει ὡς συνέπεια τότε μόνον ὁ Μ. Βασίλειος νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. Δηλ. ἡ συγκεκριμένη περίπτωση δὲν ἀφορᾶ περίπτωση χειροτονίας ἐκτὸς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία «ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ παραθεωρεῖται καὶ ἐκεῖνο ποὺ κυρίως ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ πρόθεση γιὰ ἔνταξη στὴν κανονικότητα»[55] (sic). Ἡ ὕπαρξη χειροτονίας ἐντὸς Ἐκκλησίας εἶναι ὅρος ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, ὥστε ἡ πράξη ἢ μὴ τῆς ἀποδοχῆς νὰ ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ τὸ φρόνημα καὶ ὄχι τὴν ἐγκυρότητα τῆς χειροτονίας, ἡ ὁποία καθαυτὴ δὲν συζητεῖται κἄν.

Παῦλος καὶ Ἀθανάσιος

(Σύνοδος Σαρδικῆς 343).

Στὴ σύνοδο τῆς Σαρδικῆς δικαιώθηκαν καὶ ἀποκαταστάθηκαν ὁ Παῦλος Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὁ Μ. Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος εἶχε καθαιρεθεῖ τὸ 339 ἀπὸ ἀρειανικὴ σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια. Ἔχει σημασία ὅμως νὰ δοῦμε τὸ παρὸν γεγονὸς αὐτούσιο ἀπὸ τὴν γραφίδα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου σὲ σχολιασμὸ ποὺ κάνει στὸν Ε΄ Κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καθὼς ἔχει σχέση μὲ τὴ σύνοδο τῆς Σαρδικῆς ποὺ χρονικὰ προηγήθηκε: «Ἐπειδὴ ἔμαθον Κωνστάντιος, καὶ Κώνστας οἱ Βασιλεῖς, ὅτι οἱ περὶ τὸν Εὐσέβιον ταράττουσι τὰς ἐκκλησίας, καὶ ὅτι ἐκάθηραν τὸν μέγαν Ἀθανάσιον, καὶ Παῦλον Κωνσταντινουπόλεως, ἐπρόσταξαν νὰ συναχθῆ Σύνοδος ἐν τῇ Σαρδικῇ τῇ Ἰλλυρικῇ πόλει, τόσον Δυτικῶν Πατέρων, ὅσον καὶ Ἀνατολικῶν· οἱ μὲν οὖν Ἀνατολικοὶ ἀπερχόμενοι εἰς τὴν Σύνοδον ἔγραψαν ἀπὸ Φιλιππουπόλεως εἰς τοὺς Δυτικοὺς νὰ μὴ συγκαθίσουν εἰς τὴν Σύν­οδον τὸν Ἀθανάσιον καὶ Παῦλον ὡς καθῃρημένους· ἦσαν γὰρ ἐχθροί τοῦ ὁμοουσίου· οἱ δὲ Δυτικοὶ ἀντέγραψαν αὐτοῖς, ὅτι οὐ γινώσκουσιν αὐτοὺς καθῃρημένους, ἢ πταίστας. Ταῦτα μαθόντες οἱ Ἀνατολικοὶ ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Σύνοδον, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Φιλιππούπολιν· οἱ δὲ Δυτικοὶ μόνοι μείναντες, τὴν Σύνοδον ἐτέλεσαν , ἀθωώσαντες μὲν τὸν Ἀθανάσιον καὶ Παῦλον, βεβαιώσαντες δὲ καὶ τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν, καὶ μηδὲν προσθέντες , ἢ ἀφαιρέσαντες»[56]. Κατὰ συνέπεια, ἡ Σύνοδος τῆς Σαρδικῆς οὔτε ἕνωσε, οὔτε κἄν ἐπανένωσε τοὺς Παῦλο καὶ Ἀθανάσιο μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν ὁποία ποτὲ τους δὲν διαφοροποιήθηκαν καὶ δὲν ἀπεκόπησαν. Ἔπραξε τὸ αὐτονόητο, ἐπιβεβαιώνοντας τοὺς δύο ὑπέρμαχους τῆς Νίκαιας καὶ ἀκυρώνοντας ταυτόχρονα τὰ ὅσα ἀντικανονικῶς καὶ ἀντιεκκλησιαστικῶς εἶχε πράξει ἡ σύνοδος τοῦ 339 εἰς βάρος τῆς πίστης καὶ τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.

15. Τέλεσις θείας Λειτουργίας ὑπὸ λαϊκοῦ

Τὸ συγκεκριμένο παράδειγμα ἀνήκει στὴν ἀπολογία τοῦ Ἱεροσολυμίτου μοναχοῦ Λεοντίου καὶ χρησιμοποιεῖται συχνὰ ἀπὸ συγκεκριμένους σύγχρονους θεολόγους, ὥστε νὰ καταδειχθεῖ, σύμφωνα μὲ τὴ δήλωση τῶν ἰδίων, ὅτι «ἡ Χάρις ὑπερβαίνει τὸ Νόμο». Κατ’ αὐτοὺς λοιπόν, ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔφθασε ν’ ἀναγνωρίσει τὴν “ἱερωσύνη” καὶ τὸ ἔγκυρον τῆς θείας Λειτουργίας ποὺ τέλεσε ἀχειροτόνητος λαϊκὸς μῖμος. Ἡ ἐκπληκτικὴ αὐτὴ διαπίστωση, ὅπως θὰ φανεῖ, στηρίζεται σὲ εὐθεῖα παρανάγνωση τῶν πηγῶν μὲ τὴν δεδομένη καὶ συνεπαγόμενη παρερμηνεία αὐτῶν. Παρενθετικὰ νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ περιεχόμενο τοῦ συγκεκριμένου κειμένου ἔχει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο πνεῦμα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἐπιχειρεῖται νὰ προβληθεῖ σχετικὰ μὲ τὴ σχέση τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν θαυμαστῶν σημείων.

Γιὰ νὰ γίνει ὅμως αὐτὸ κατανοητὸ ἀπαιτεῖται νὰ παρουσιαστεῖ ὁλόκληρο τὸ κείμενο (Mansi 7 800A-824B) καὶ ὄχι κολοβωμένο τμῆμα αὐτοῦ (Mansi 7 821C-824B), ὅπως συνήθως συμβαίνει. Παραταῦτα, τὸ πρόβλημα δὲν ἐντοπίζεται μόνον ἐκεῖ. Ἂν μελετηθεῖ ὁλόκληρο τὸ κείμενο θὰ γίνει κατανοητὸ ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὴν ἔγκριση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου, ἀλλὰ μάλιστα, χρονικὰ δὲν ἔχει ἀπολύτως καμία σχέση μὲ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Περιγράφει γεγονότα ποὺ ἀνήκουν σὲ τελείως ἄλλη χρονικὴ περίοδο, διαφορετική τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ στὸν τίτλο του ἐπιγράφεται ὡς προσθήκη. Ἀποτελεῖ παρέμβλημα σὲ συγκεκριμένα χειρόγραφα, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ δὲν εἰσήχθη καὶ δὲν ὑπάρχει στὴν κριτικὴ ἔκδοση τῶν πρακτικῶν τῆς συγκεκριμένης Συνόδου (ACO), παρὰ μόνον στὴ συλλογὴ τῶν Mansi καὶ Μήλια. Ἐνδεικτικό τῆς ἐνσυν­είδητης παραπλάνησης εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι σὲ ὅσα κείμενα ἀναφέρεται τὸ συγκεκριμένο χωρίο ποὺ αἰσιοδοξοῦν νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ἐπικαιρότητα, παρότι οἱ ὑπόλοιπες παραπομπὲς ποὺ ἀφοροῦν πρακτικὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων γίνονται στὴν ἔκδοση τοῦ κριτικοῦ κειμένου τῆς σειρᾶς ACO, ἐν τούτοις στὴν περίπτωση αὐτὴ καὶ μόνον, ἡ παραπομπὴ γίνεται στὴ συλλογὴ τοῦ Mansi. Πληροφοριακά, τὸ κείμενο τοῦ Λεοντίου[57], χρονικά, εἶναι πολὺ μεταγενέστερο τῆς Συνόδου τοῦ 451, καὶ τοποθετεῖται στὰ 536-538. Ἄλλωστε, οἱ σαφῶς μεθύστερες διατυπώσεις ποὺ περιέχονται γιὰ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο[58] προϋποθέτουν τὴν Σύνοδο αὐτὴ ὡς τετελεσμένο γεγονὸς καὶ ὄχι ἐν ἐξελίξει. Ἐπιπρόσθετα, οἱ ἀναφορὲς ποὺ γίνονται στὸν Σεβῆρο Ἀντιοχείας ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἀνωτέρω χρονολόγηση καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ προϊδεάσουν ὡς πρὸς τὸ χρονικῶς μεταγενέστερο, ἐφόσον εἶναι γνωστὸ ὅτι ὡς Ἀντιοχείας στὴν Δ΄ Σύνοδο ὑπογράφει ὁ Μάξιμος. Μάλιστα τὸ 451 ποὺ συγκροτεῖται ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνας, ὁ Σεβῆρος δὲν εἶχε κἄν γεννηθεῖ! Ἡ ἀβασάνιστη χρήση τοῦ συγκεκριμένου χωρίου εἶναι ἐνδεικτικὴ τῶν προθέσεων, καὶ σὲ κάθε περίπτωση, οὔτε μεμονωμένη περίπτωση παραποίησης ἀποτελεῖ, μὰ οὔτε καὶ ἀσυν­είδητο σφάλμα. Δυστυχῶς χαρακτηρίζει τὸν πρόχειρο τρόπο ποὺ γράφονται καὶ δημοσιεύονται -ὑπὸ συγκεκριμένων- ἐπίσημα θεολογικὰ κείμενα.

Συμπεράσματα

Σύμφωνα μὲ ὅσα ἀνωτέρω ἐκτέθηκαν, γίνεται κατανοητὸ ὅτι ἡ προσπάθεια δικαίωσης μιᾶς σύγχρονης κατάστασης μέσῳ ἀτάκτως ἐρριμμένων χωρίων καὶ κειμένων, ποὺ στεροῦνται ἐσωτερικῆς ἑνότητας καὶ ὁμοιομορφίας, δίχως παράλληλα νὰ γίνεται ἡ ἀναγκαία ἑρμηνεία τοῦ ὅρου «αἱρετικὸς» καὶ κυρίως, χωρὶς ὅλες αὐτὲς οἱ ἀναφορὲς νὰ ἔχουν τὴν ὁποιαδήποτε ὁμοιότητα ἢ σχέση μὲ τὸ ζήτημα ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ δικαιώσουν, ἀποδεικνύουν τὸν ἀντιεπιστημονικὸ τρόπο ποὺ γράφονται τέτοιου εἴδους κείμενα. Τὸ ἀβασάνιστο τῶν πηγῶν δυστυχῶς ὁμολογεῖ τὸ βεβιασμένο τῶν συμπερασμάτων ποὺ ἔπρεπε σὲ κάθε περίπτωση νὰ ἐξαχθοῦν.

Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἔχει κατασταλαγμένο ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο ἀποδοχῆς σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο συναντοῦμε ἀνεξαιρέτως σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, εἶναι ἐπιστημονικῶς καὶ ἐκκλησιαστικῶς ἀδόκιμο νὰ ἐπιχειρεῖται ἡ παρουσίαση ἑνὸς ἄλλου, “ἐξυπηρετικοῦ” πλαισίου, τὸ ὁποῖο μάλιστα θεμελιώνεται σὲ δύο σημεῖα. Ἀφενὸς μέν, σ’ ἕνα ἐπιλεκτικὸ τρόπο ἔκθεσης τῶν γεγονότων, ἀφετέρου δέ, στὴν παραποίηση αὐτῶν καθαυτῶν τῶν γεγονότων, ἐνῷ στὴ συνέχεια, ἡ διαδικασία αὐτὴ “μετουσιώνεται” σὲ ἐκκλησιαστικὴ ἐπιχειρηματολογία. Τέτοιου ἐπιπέδου ἐπιχειρηματολογία ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελεῖ τρόπο ὑπεράσπισης τῆς ἀλήθειας καὶ μᾶλλον παραπέμπει σὲ ἄλλους χώρους. Ἡ ἑρμηνεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης γίνεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, διότι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ἐντός της βιώνεται ἡ καθολικότητα τῆς ἀλήθειάς της. Ἄλλωστε, ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει, γνωρίζεται καὶ μετέχεται μόνον στὴν καθολικότητά της καὶ πάντοτε ἔχει τὸν τρόπο νὰ ἐπιβάλλεται ὅσο καὶ νὰ συκοφαντεῖται. Ὅταν ἐπιχειρεῖται ἡ ὁποιαδήποτε ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση τῆς παράδοσης μὲ «ἐργαλεῖα» ἀμάρτυρα καὶ ἄσχετα πρὸς αὐτήν, τότε βεβαιότατα δὲν ἀναμένεται ἑρμηνεία, ἀλλὰ κακοποίηση τῆς παράδοσης. Ὅταν γιὰ παράδειγμα στὴ σκέψη τοῦ θεολόγου ἑρμηνευτῆ δὲν ὑπάρχει σαφῶς κατασταλαγμένη ἐκκλησιολογική βάση, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ τρόπος ποὺ ἐνεργεῖ κατὰ πάγιο τρόπο ἡ Ἐκκλησία σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους.

Ἐν κατακλεῖδι, αὐτὸ ποὺ ἐντυπωσιάζει εἶναι ἡ ἄκριτη υἱοθέτηση προβληματικῶν καὶ ὁρολογίας ποὺ δὲν ἀφοροῦν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἐπιγεννήματα ἄλλων ὀργανισμῶν, ποὺ «εἰδικεύονται» στὶς οἰκουμενικὲς συγκλήσεις. Ὅταν ἡ ἑρμηνεία τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας ἐπιχειρεῖται μέσα ἀπὸ δίπολα «ἀποκλειστικῆς» ἢ «περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας», οἱ ἀντιφάσεις καὶ τὰ ἀδιέξοδα θὰ πρέπει νὰ θεωροῦνται δεδομένα. Τέτοιου εἴδους ἐνέργειες ὅμως δὲν προτίθενται νὰ δώσουν ἀπαντήσεις καὶ λύσεις ποὺ νὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ θεολογικὸ βάρος καὶ ἐκκλησιαστικὸ κῦρος. Καὶ αὐτό, διότι τὸ κῦρος δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀκαδημαϊκὴ ἢ ὅποια ἄλλη ἰδιότητα τοῦ γράφοντος. Προκύπτει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ἀπὸ τὴν πιστότητα στὴν πατερικὴ καὶ συνοδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ τὴν σοβαρότητα, μὲ τὴν ὁποία αὐτὴ κατατίθεται. Ἄλλωστε, τὰ κείμενα τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας ἀποκτοῦν ἐπιστημονικὸ κῦρος μόνον ὅταν συστηματικὰ βασίζονται στὴν ζῶσα καὶ ἀδιάσπαστη παράδοση. Σὲ διαφορετικὴ περίπτωση οἱ ὑποκειμενικὲς γνῶμες καὶ ἑρμηνεῖες μᾶλλον δὲν ἐνδιαφέρουν κανένα.

Σημειώσεις:

[1] Παραθέτω ὡς ἄξιο λόγου ἕνα ἱστορικὸ συμβάν, γιὰ τὸ ὁποῖο ὑπάρχει καὶ ἀντίστοιχο ὀπτικοαουστικὸ ὑλικό: Τὸ Σάββατο 19 Ὀκτωβρίου 2019, διοργανώθηκε ἀπὸ τὸν σύλλογο θεολόγων «Μέθεξις» ἡμερίδα σχετικὰ μὲ τὸ ζήτημα τῆς οὐκρανικῆς αὐτοκεφαλίας, ἡ ὁποία φιλοξενήθηκε στὸ πολιτιστικὸ κέντρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Σὲ αὐτὴν συμμετεῖχαν ὡς εἰσηγητὲς οἱ κάτωθι: μακαριστὸς Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς, ἐπίσκοπος Ἀβύδου (νῦν μητρ. Κρήνης) Κύριλλος Κατερέλος, ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Παπαθωμᾶς, ἀρχιμανδρίτης Συμεὼν Γαγάτικ καὶ ἡ καθηγήτρια Χριστινάκη Εἰρήνη. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση καὶ τῆς δεύτερης συνεδρίας, ἀκολούθησε σειρὰ ἐρωτημάτων καὶ συζήτηση, ἐνῷ ἔγινε ἀναφορὰ καὶ στὸ ζήτημα τῆς ὕπαρξης ἢ μὴ ἀχειροτόνητων στὴ νέα δομή. Σὲ ρητὴ ἐρώτηση ποὺ ὑποβλήθηκε πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Ἀβύδου, ὁ ἴδιος ἀπάντησε πὼς δὲν ὑπάρχουν ἀχειροτόνητοι καθὼς ὅλοι τους ἕλκουν τὶς χειροτονίες τους ἀπὸ πρώην ἀρχιερεῖς τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Ἐπ’ αὐτοῦ, ὁ μακαριστὸς μητροπολίτης Μαυροβουνίου Ἀμφιλόχιος ὑποστήριξε μὲ ζέση ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑποστηρίζεται ἀπὸ κάποιους ἡ μὴ ὕπαρξη ἀχειροτόνητων, καθὼς μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶχε ἀσχοληθεῖ ἐνδελεχῶς προσωπικὰ ὁ ἴδιος ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν μητρ. Μπάσκας, ὅταν τὸ Πατριαρχεῖο Σερβίας εἶχε κληθεῖ νὰ ἐξετάσει τὴ δυνατότητα ἀναγνώρισης ἑνὸς ἐπισκόπου (ἀνέφερε ὀνομαστικὰ τὴν περίπτωση), ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ δύο Οὐκρανοὺς ἐπισκόπους. Αὐτὸ ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἔρευνά τους, ὁ μακαριστὸς Μητρ. Μαυροβουνίου τὸ κατέθεσε στὴν ἡμερίδα λέγοντας “εἶναι γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν ἀχειροτόνητοι σὲ αὐτὴν τὴν ἱεραρχία, εἶναι σίγουρο”, ἀναφερόμενος συγκεκριμένα στὶς γραμμὲς διαδοχῆς τοῦ Βασιλείου Λιπκόφσκη τοῦ 1920 καὶ τοῦ Βασιλείου Πολωνίας τοῦ 1942. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ γεγονός, ὅτι στὴν ἀπόκριση τοῦ μακαριστοῦ Μαυροβουνίου κανεὶς ἀπὸ ὅσους ὑποστήριζαν τὴν ἀντίθετη θέση δὲν ἀποτόλμησε νὰ ἀνταπαντήσει. Γιὰ τὴν περίπτωση τοὺ Βασιλείου Λιπκόφσκη καθὼς καὶ γιὰ τὴν ὕπαρξη αὐτοχειροτόνητων εἶχε ἀσχοληθεῖ ἐπίσης ὁ ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος (Βλ. Μητρ. Σάρδεων Μάξιμος, Συλλογὴ μελετῶν καὶ κειμένων, ἔκδ. Ἐπέκταση, 1998, ὅπου καὶ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὴν περιεχόμενη μελέτη Τὸ Οὐκρανικὸν ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα). [2] Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ 240΄, Νικοπολίταις πρεσβυτέροις, PG 893C-897B. [3] E. Lamberz, Acta conciliorum oecumenicorum, Series secunda, volumen tertium: Concilium universale Nicaenum secundum, Pars Prima, Concilii actiones I-III, Berlin – Boston: De Gruyter, 2008, (= Lamberz Ἰ), σελ. 108. [4] acadimia.org [5] Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καὶ Νικοδήμου Μοναχοῦ, Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηὸς τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας ἤτοι ἅπαντες οἱ ἱεροὶ καὶ θεῖοι κανόνες, ἔκδ. Ἀστὴρ Ἄλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 1957, σελ. 91. [6] Ἡ πρωτότυπη διατύπωση, ἡ ὁποία καὶ παραφράστηκε, ἀναφέρεται στὴν βιοηθικὴ καὶ εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ὅταν μία θρησκεία προσαρμόζεται στὶς ἀπαιτήσεις μία κοσμικῆς κουλτούρας, δὲν ἔχει τίποτε πλέον ἡ ἴδια νὰ προσφέρει. Ἡ ἐπιλογὴ δὲν κρύβει καμία γοητεία: Ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἡ βιοηθική του ἢ θὰ ἔχουν τὴν παραδοσιακὴ μορφή τους καὶ θὰ ἀποτελοῦν σκάνδαλο γιὰ τὸν κόσμο ἤ, στὴν κοσμικὰ προσαρμοσμένη ἐκδοχή τους, θὰ βρίσκονται ἐκτὸς θέματος. Στὸ κάτω-κάτω, ἂν αὐτὸ ποὺ θέλουμε εἶναι ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη, ἡ κοσμικὴ φιλοσοφία θὰ μποροῦσε νὰ τὰ πάει ἐξίσου καλά, ἂν ὄχι καὶ καλύτερα, ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ ἠθικὴ θεολογία -κάτι ποὺ τὸ θίγουν πολλοὶ χριστιανοὶ ἠθικολόγοι» (H. Tristram Engelhardt, Jr, Τὰ θεμέλια της Βιοηθικῆς Μία Χριστιανικὴ θεώρηση, μτφ. Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου, ἔκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2007, σελ. 20).

[7] romfea.gr. Ἐναλλακτικὰ βλ.: academia.edu

[8] Γιὰ τὴ συγκεκριμένη διάκριση βλ. μελέτη Οἱ Κολλυβάδες καὶ ὁ Δωρόθεος Βουλησμᾶς, Τὸ ζήτημα τῆς “ἀνακρίσεως τοῦ” Πηδαλίου καὶ τοῦ Κανονικοῦ, ἔκδ. Ἔρεισμα, Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερῶν, Χαλανδρίτσα Ἀχαΐας 2020, σελ. 661-670, ὅπου ὑπάρχει σχετικὸ ὑποκεφάλαιο ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἱστορικὸ-κανονικὴ θεώρησις τῆς διακρίσεως ἐληλε­γμένων καὶ ἀνεξελέγκτων αἱρετικῶν».

[9] Οἱ Κολλυβάδες καὶ ὁ Δωρόθεος Βουλησμᾶς, σελ. 699.

[10] Ράλλη Α. Γ. – Ποτλῆ Μ., Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, τόμος Δ΄, Ἀθήνησιν 1854, σελ. 89.

[11] Βλ. καὶ σχολιασμὸ ἁγίου Νικοδήμου στὸν ΜΖ΄ κανόνα τοῦ ἁγίου Βασιλείου: «Εἰ μὲν τὸν α΄ αὐτοῦ Κανόνα ὁ θεῖος οὗτος Πατὴρ ἐδιώρισεν οἰκονομικῶς, κατὰ τὸν ἀνώνυμον ἑρμηνευτὴν τῶν Κανόνων, νὰ δέχεται τὸ βάπτισμα τῶν Ἐγκρατιτῶν καὶ Ναυατιανῶν (ἀγκαλὰ καὶ ἐκεῖσε, εἰς τοὺς τοῦτο δεξαμένους κατὰ τὴν Ἀσίαν Πατέρας, ἀκολουθῶν, τοῦτο ἐδιώρισεν,) εἰς δὲ τὸν παρόντα, τὸ κατ’ οἰκονομίαν ἐκεῖσε διορισθέν, ἐπιδιορθούμενος, λέγει, ὅτι ὅλοι οἱ Ἐγκρατῖται καὶ Σακκοφόροι καὶ Ἀποτακτῖται (περὶ ὧν ὅρα τὰς ὑποσημειώσεις του), ἀλλὰ καὶ οἱ Ναυτιανοὶ πρέπει νὰ ἀναβαπτίζωνται, καὶ ὅτι, ἀγκαλὰ καὶ κοντὰ εἰς τοὺς Ἀσιανοὺς καὶ Ρωμαίους ἐμποδίσθη ὁ τῶν τοιούτων ἀναβαπτισμός, χάριν οἰκονομίας· ὁ λόγος ὅμως ὁ ἐδικός του, λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἔχη τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχύν, ἐπειδὴ ἡ αἵρεσις αὐτῶν εἶναι παραφυὰς ἀπὸ τὴν αἵρεσιν τῶν Μαρκιωνιστῶν, τῶν συγχαινομένων τὸν γάμον καὶ τὸν οἶνον, καὶ κακῶν ποιητὴν λεγόντων τὸν Θεόν. Ὥστε, ἀνίσως καὶ ἦναι ἀρεστὴ ἡ γνώμη αὕτη, πρέπει νὰ γένη Σύνοδος Ἐπισκόπων, διὰ νὰ ποιήσουν αὐτήν, γνώμην μερικὴν οὖσαν, Κανόνα καθολικὸν καὶ ἀπαράβατον, ἵνα ἐκ τούτου καὶ οἱ ἀναβαπτίζοντες αὐτοὺς ἀκινδύνως τοῦτο ποιῶσι, καὶ ὁ ἀποκρινόμενος εἰς τοὺς αὐτὸν περὶ τούτου ἐρωτῶντας ἔχῃ τὸ ἀξιόπιστον ἀπὸ τοῦ Κανόνος» (Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καὶ Νικοδήμου Μοναχοῦ, Πηδάλιον, σελ. 617).

[12] Ἐπίσκοπος Ἀβύδου Κύριλλος Κατερέλος (νῦν Μητρ. Κρήνης), «Ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας», στὸ Δωδεκάνησος ΚΓ΄(Ἰούλιος-Δεκέμβριος 2019), σελ. 56.

[13] Βλ. ἐνδεικτικὰ Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ 200΄ Ἀμφιλοχίῳ, ἐπισκόπῳ Ἰκονίου, PG 32, 733A-736A.

[14] Πρᾶξις α΄, Lamberz Ἰ, σελ. 82.

[15] Ἐπίσκοπος Ἀβύδου Κύριλλος, «Ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας», σελ. 35.

[16] Νικόλαος Χ. Μαγγιῶρος, Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ ἡ Δονατιστικὴ ἔριδα, Συμβολὴ στὴ μελέτη τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας-Πολιτείας κατὰ τὴν Κωνσταντίνεια περίοδο, ἔκδ. Βυζάντιον, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 46.

[17] Στυλιανὸς Γ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, Ἀθήνα 19992, σελ. 181.

[18] Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καὶ Νικοδήμου Μοναχοῦ, Πηδάλιον, σελ. 496.

[19] Θεόδωρος Ξ. Γιάγκου, Χριστοφόρου Προδρομίτη Κανονικόν, ἔκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 20092, σελ. 185-186.

[20] Ὁ συγκεκριμένος κανόνας ἔχει τὴν ἀρίθμηση ὡς ΟΖ΄ (72) στὸ Πηδάλιο. Στὴν κανονικὴ συλλογὴ τῶν Ράλλη-Ποτλῆ (Τόμος Γ΄ σελ. 479) ἀριθμεῖται ὡς ΞΗ΄ (68).

[21] Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καὶ Νικοδήμου Μοναχοῦ, Πηδάλιον, σελ. 501.

[22] Στυλιανὸς Γ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, σελ. 64.

[23] «διηρέθη τὸ μὲν πλῆθος ἅμα Μελιτίῳ, ἐπισκόπων τε καὶ μοναχῶν καὶ πρεσβυτέρων καὶ ἄλλων ταγμάτων· ὀλίγοι δὲ παντελῶς ἅμα Πέτρῳ τῷ ἀρχιεπισκόπῳ «ἐγίνοντο», ἐπίσκοποί τε καὶ ἄλλοι ὀλίγοι» (Ἐπιφάνιος Κύπρου, Πανάριον στὸ K. Holl, Epiphanius, Bande 1-3: Ancoratus und Panarion [Die griechischen christlichen Schriftsteller] vol. 3, Leipzig 1933, σέλ. 143).

[24] «Περὶ τῶν ὀνομαζόντων μὲν ἑαυτοὺς Καθαροὺς ποτέ, προσερχομένων δὲ τῇ καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ ἐκκλησίᾳ, ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ συνόδῳ, ὥστε χειροθετουμένους αὐτούς, μένειν οὕτως ἐν τῷ κλήρῳ. Πρὸ πάντων δὲ τοῦτο ὁμολογῆσαι αὐτοὺς ἐγγράφως προσήκει, ὅτι συνθήσονται καὶ ἀκολουθήσουσι τοῖς τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας δόγμασι· τουτέστι καὶ διγάμοις κοινωνεῖν, καὶ τοῖς ἐν τῷ διωγμῷ παραπεπτωκόσιν, ἐφ’ ὧν καὶ χρόνος τέτακται, καὶ καιρὸς ὥρισται· ὥστε αὐτοὺς ἀκολουθεῖν ἐν πᾶσι τοῖς δόγμασι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας. Ἔνθα μὲν οὖν πάντες, εἴτε ἐν κώμαις, εἴτε ἐν πόλεσιν, αὐτοὶ μόνοι εὑρίσκοιντο χειροτονηθέντες, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ κλήρῳ, ἔσονται ἐν τῷ αὐτῷ σχήματι. Εἰ δὲ τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου ὄντος, προσέρχονταί τινες, πρόδηλον, ὡς ὁ μὲν ἐπίσκοπος τῆς ἐκκλησίας ἕξει τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου· ὁ δὲ ὀνομαζόμενος παρὰ τοῖς λεγομένοις Καθαροῖς ἐπίσκοπος, τὴν τοῦ πρεσβυτέρου τιμὴν ἕξει· πλὴν εἰ μὴ ἄρα δοκοίῃ τῷ ἐπισκόπῳ, τῆς τιμῆς τοῦ ὀνόματος αὐτὸν μετέχειν. Εἰ δὲ τοῦτο αὐτῷ μὴ ἀρέσκοι, ἐπινοήσει τόπον ἢ χωρεπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου, ὑπὲρ τοῦ ἐν τῷ κλήρῳ ὅλως δοκεῖν εἶναι· ἵνα μὴ ἐν τῇ πόλει δύο ἐπίσκοποι ὦσιν» (Ράλλη Α. Γ. – Ποτλῆ Μ., Σύντα­γμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τόμ. Β΄, σελ. 133.)

[25] Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καὶ Νικοδήμου Μοναχοῦ, Πηδάλιον, σελ. 134.

[26] Μ. Ἀθανάσιος, Ἀντίγραφον ἐπιστολῆς τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου κατά Ἀρείου καί τῶν σὺν αὐτῷ, στὸ H.G. Opitz, Athanasius Werke, vol. 2.1, ἔκδ. De Gruyter, Berlin 1940, σελ. 5 καὶ ΒΕΠΕΣ 37, 129-131.

[27] Πρᾶξις α΄, Lamberz Ἰ, σελ. 92. [28] Βλ. Οἱ Κολλυβάδες καὶ ὁ Δωρόθεος Βουλησμᾶς, σελ. 656-658. [29] Βλ. Στυλιανὸς Γ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, σελ. 445. [30] Σχετικὰ μὲ τὸν Ἀκάκιο Καισαρείας βλ. Κωνσταντῖνος Β. Σκουτέρης, Ἱστορία Δογμάτων τόμ. 2ος Ἡ Ὀρθόδοξη δογματικὴ διδασκαλία καὶ οἱ νοθεύσεις της ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ τέταρτου αἰώνα μέχρι καὶ τὴν Τρίτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, Ἀθήνα 2004, σελ. 129-133. [31] Ἰδιαίτερα διευκρινιστικὸς γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ Μελετίου, εἶναι ὁ σχολιασμὸς ποὺ κάνει ὁ Δωρόθεος Βουλησμᾶς. Ὁ Δωρόθεος ὑπῆρξε δεινὸς καὶ συστηματικὸς μελετητὴς τῶν κανονικῶν συλλογῶν καὶ ζητημάτων καὶ λόγῳ τῆς συγκεκριμένης ἐξειδίκευσης, εἶχε ὁριστεῖ ἀπὸ τὴν, περὶ τὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτο Ζ΄, πατριαρχικὴ σύνοδο, ἐπιθεωρητὴς καὶ ὑπεύθυνος τῶν κανονικῶν ἐκδόσεων τοῦ πατριαρχείου. Στὴν ἀλληλογραφία ποὺ ἔχει μὲ τὸν ἅγιο Νικόδημο ἁγιορείτη σχετικὰ μὲ ζητήματα περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Πηδαλίου, ὁ Βουλησμᾶς, καλεῖται μέσα στὴ συγκεκριμένη συνάφεια νὰ ἐκθέσει τὴ γνώμη τῶν ἔγκριτων ἑρμηνευτῶν κανονολόγων γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Βλ. Θεοδώρου Ξ. Γιάγκου, Χριστοφόρου Προδρομίτη Κανονικόν, ἔκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 20092, σελ. 206: «Σχετικὰ μὲ τὴν περίπτωση τοῦ Μελετίου Ἀντιοχείας, ὁ «ἀνακριτὴς» τῶν δύο κανονικῶν συλλογῶν ὑποστηρίζει ὅτι οἱ Ἀρειανοὶ ἁπλῶς μετεῖχαν στὴν ἐκλογὴ (στὴν «ψῆφον») τοῦ Μελετίου καὶ ὄχι στὴ χειροτονία. Ὁ ὅρος χειροτονία, ὅπως ἀναφέρουν καὶ οἱ σχολιαστὲς τοῦ κανόνα 1 τῶν Ἀποστόλων (Ζωναρᾶ καὶ Βαλσαμώνα) ἐξελήφθη ὅτι ἔχει τὴν ἔννοια καὶ τῆς ψήφου. «Τὸ γε μὴν Μελέτιον τὸν Ἀντιοχείας ὑπὸ αἱρετικῶν κεχειροτονῆσθαι ἰσχυρίζεσθαι πολλαχῶς δείκνυται οὐχ ὡς ὑπὸ αὐτῶν χειροτονηθῆναι, κἄν πότε διὰ τὴν μεγάλην τοῦ ἀνδρὸς ἀρετὴν καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἐψηφίσθη· προσεβλήθη γὰρ τὸ πρῶτον οὐκ Ἀντιοχείας ἀλλὰ τῆς Ἀρμενίων Σεβαστείας ἐπίσκοπος, μετὰ τὴν τοῦ Εὐσταθίου καθαίρεσιν, ὡς ὁ Ἀθηνῶν ἱστορεῖ Μελέτιος (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, βιβλ. α΄, κεφ. θ΄, στ΄), δῆλον δ΄ὡς παρ’ ὀρθοδόξων κεχειροτόνηται προβληθείς· οὐδείς γὰρ πότε παρ’ αἱρετικῶν οἱανδήποτε, εἲτ’ οὖν παρ’ ἐληλεγμένων εἴτε ἀνεξελέγκτων, ἔγραψεν ἢ ἱστόρησεν εἰς τὸν τῆς Ἀρμενίων Σεβαστείας προβῆναι θρόνον. Θεοδώρητος δὲ ἱστορεῖ (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, λόγῳ β΄, κεφ. κζ΄) ὡς τὸ τῶν Ἀρμενίων δυσήνιον δυσχεράνας ὁ ἅγιος ἡσυχίαν ἦγεν ἑτέρωθι διατρίβων. Οἱ δὲ τῆς Ἀρείου συμμορίας τοῦτον ὑπονοήσαντες ὁμόφρονα εἶναι, ἐζήτησαν τὸν βασιλέα Κωνστάντιον τούτῳ τῆς Ἀντιοχέων Ἐκκλησίας παραδοῦναι τὰς ἡνίας. Συνεψηφίσαντο δὲ τούτοις καὶ οἱ τῶν ἀποστολικῶν ἀντεχόμενοι δογμάτων ὀρθόδοξοι τοῦ μεγάλου Μελετίου τὴν ἐν τοῖς δόγμασιν ὑγιείαν εἰδότες, καὶ μὲν δὴ καὶ τὴν βίου λαμπρότητα καὶ τῆς ἀρετῆς τὸν πλοῦτον σαφῶς ἐπιστάμενοι. Διὸ μετὰ πλείστης ὅτι μάλιστα σπουδῆς ὑπογραφῆναι παρὰ πάντων τὸ ψήφισμα παρεσκεύασαν. Ὅτι μὲν οὖν οὐχ ὑπ’ αὐτῶν κεχειροτόνηται τῶν Ἀρειανῶν ἀλλ’ ἐψήφισται, συμψήφων πάντων γινομένων τῶν ὀρθοδόξων, καὶ αὐτὸ βεβαιοῖ τὸ Συνοδικὸν βιβλίον (τόμ. Α΄ τῶν Πρακτικῶν τῶν συνόδων, 263) ἐπάγον, τοῦ δὲ θρόνου Ἀντιοχείας Μελέτιον προχειρίζονται τὸν Σεβαστείας Ἀρμενίας ἀρχιεπίσκοπον· ὑπήντησαν δὲ αὐτῷ φησὶ Θεοδώρητος (ἔνθα ἀνωτ.) οὐχ οἱ τῆς ἀρχιερωσύνης μετειληχότες μόνον καὶ οἱ ἄλλοι τῆς Ἐκκλησίας χοροὶ καὶ ἅπαν τὸ τῆς πόλεως πλῆθος, ἀλλὰ καὶ Ἰουδαῖοι παρῆσαν καὶ Ἕλληνες τὸν πολυθρύλητον ἰδεῖν Μελέτιον ἰμειρόμενοι». Βλ. ἐπίσης, ὅπ. παρ., σελ. 187: «Ὁ δὲ Μελέτιος, καθὰ φησι Θεοδώρητος, πόλιν τινὰ τῆς Ἀρμενίων ἰθύνων, εἶτα τῶν ἀρχομένων τὸ δυσήνιον δυσχεράνας, ἡσυχίαν ἦγεν ἑτέρωθι διατρίβων. Τοῦτον ὑπονοήσαντες οἱ τῆς Ἀρείου συμμορίας ὁμόφρονα εἶναι καὶ κοινωνὸν τῶν δογμάτων ἐξήτησαν τὸν Κωνστάντιον τούτω τῆς Ἀντιοχέων Ἐκκλησίας δοῦναι τὰς ἡνίας, διὸ καὶ τὸ Συνοδικὸν φησι· “τοῦ δὲ θρόνου Ἀντιοχέων χηρεύοντος Ἀρειανοὶ τε καὶ Ὀρθόδοξοι Σεβαστείας Ἀρμενίας ἀρχιεπίσκοπον προχειρίζονται”. Ὡς οὖν ὁρᾶς ἐψηφίσαντο μέν μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων Ἀρειανοί, οὐκ ἐχειροτόνησαν δὲ Ἀντιοχείας ἐπίσκοπον τὸν Μελέτιον· […] τὸ γὰρ ἐν τῇ πρώτῃ τῆς Ζ΄ πράξει λεγόμενον παρὰ τινος τῶν ἐν Ρώμῃ καὶ παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου, ὅτι παρ’ αἱρετικῶν δηλαδὴ κεχειροτόνηται Μελέτιος Ἀντιοχείας ἐπίσκοπος, τὴν χειροτονίαν ἐκεῖσε ἀντὶ ψήφου ἐκληπτέον ἔχουσαν καὶ τοιοῦτον, ὡς οἶδας, σημαινόμενον. Ἐπιμιξίας δὲ οὔσης Ἀρειανῶν τε καὶ Ὀρθοδόξων ἐπὶ τεσσαράκοντα καὶ πεντήκοντα ἔτη, κατὰ τε τὸν Θεοδώρητον καὶ τὰ Πρακτικὰ τῶν συνόδων, εὔκαιρον πρὸς τὸν δείξοντα ὅτι παρ’ Ἀρειανῶν κεχειροτόνηται, ὅπερ οὐκ οἶμαι, Μελέτιος Σεβαστείας Ἀρμενίας, εἰπεῖν, ὅτι οὐ παρ’ ἀναπεμψάντων, ὅπερ ἐστὶν οὐ παρ’ ἐληλεγμένων κυρίως ἔτι, ἀλλὰ παρ’ ἐπιμίκτων, ὅπερ ἐστὶ παρ’ ἀνεξελέγκτων, τέως αἱρετικῶν ἡ χειροτονία ἐγένετο». [32] Στὸ ἀπόσπασμα τῆς παρακάτω ἐπιστολῆς, βλέπουμε τὸ Μ. Βασίλειο νὰ ὑπερασπίζεται φιλάδελφα τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ Μελετίου, τὸν ὁποῖο αἰσθάνεται ὡς γνήσιο κοινωνικό του συλλειτουργό. Ξεκαθαρίζει ὅτι ὁ Μελέτιος εἶναι θῦμα συκοφαντῶν, οἱ ὁποῖοι προκειμένου νὰ τὸν βλάψουν, τὸν παρουσίαζαν ὡς σύστοιχο καὶ ὁμόφρονα τῆς ἀρειανικῆς αἵρεσης. Ὅμως καὶ μόνο οἱ ἐκ τῶν ἀρειανῶν συκοφαντίες εἶναι ἱκανὲς ἀπὸ μόνες τους νὰ ἀποδείξουν ποιὸ εἶναι πραγματικὰ τὸ φρόνημα καὶ ἡ πίστη τοῦ Μελετίου. Βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ 266΄ Πέτρῳ ἐπισκόπῳ Ἀλεξανδρείας, PG 32, 993B-996Α: «Ἐλύπησε δὲ ἡμᾶς… τὴν πίστιν εὕρομεν». Βλ. ἐπίσης, Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ 214΄ Τερεντίῳ κόμητι, PG 32, 785B-789C: «Ἀλλὰ πάλιν ἡμᾶς… ἔρεισμα ἐχαρίσατο». [33] Ἰωάννης Καρμίρης, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τόμος Ι, ἐν Ἀθήναις 19602, σελ. 87. [34] Γιὰ περισσότερα βλ. Ἀρχ. Παντελεήμων – Γ. Τσορμπατζόγλου Δρ. Θ., Ὁ αὐτοκράτορας Βαρδάνης Φιλιππικὸς (711-713) Ἡ ἐκκλησιαστικὴ πολιτική του ὡς εἰσαγωγὴ στὴν εἰκονομαχία, ἔκδ. Ἡρόδοτος, Ἀθήνα 2019, σελ. 196-201, ὅπου καὶ βιογραφικὰ στοιχεῖα Γερμανοῦ Κυζίκου. [35] PG 98, 76Α. [36] Πρᾶξις α΄, Lamberz Ἰ, σελ. 100. [37] Ὅπ. π., σελ. 102. [38] Ὅπ. π., σελ. 103. [39] Ὅπ. π., σελ. 104. [40] Ράλλη Α. Γ. – Ποτλῆ Μ., Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τόμ. Β΄, σελ. 165. [41] Βλάσιος Ἰ. Φειδᾶς, Ὁ θεσμὸς τῆς πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν ΙΙ Ἱστορικοκανονικὰ προβλήματα περὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ (451-553), Ἀθῆναι 1977, σελ. 136. [42] Δοσίθεος Ἱεροσολύμων, Ἱστορία περὶ τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις Πατριαρχευσάντων, ἄλλως καλουμένη Δωδεκάβιβλος Δοσιθέου, τ. 5, Ἐκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλος, Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 98. [43] C. de Boor, Theophanis chronographia, vol. 1, Leipzig: Teubner, 1883 (repr. Hildesheim: Olms, 1963), σελ. 125. [44] Δοσίθεος Ἱεροσολύμων, Ἱστορία περὶ τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις Πατριαρχευσάντων, τ. 4, Ἐκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλος, Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 449. [45] «Τιμόθεος ὁ λεγόμενος Αἴλουρος, Πέτρος ὁ Μογγὸς καὶ Ἀκάκιος οἱ τὸ Κενωτικὸν τεκτηνάμενοι Ζήνωνος, […] Πέτρος ὁ κναφεύς, ὁ τῷ τρισαγίῳ ὕμνῳ προσαρμόσαι σταυρὸν θρασυνόμενος […] ἀνάθεμα» (R. Riedinger, Acta conciliorum oecumenicorum Series secunda, volumen secundum: Concilium universale Constantinopolitanum tertium, vol. 1, ἔκδ. De Gruyter, Berlin 1990, σελ. 478-480). [46] Πρᾶξις α΄, Lamberz Ἰ, σελ. 98. [47] PG 53, 269. [48] Πρᾶξις α΄, Lamberz Ἰ, σελ. 84. [49] Ὅπ. π., σελ. 66. [50] Ὅπ. π., σελ. 76 καὶ PG 32, 977Β-980Α: «Ἔστι τοίνυν… ἀπεκατέστη τῷ τόπῳ». Γιὰ ὁλόκληρη τήν ἐπιστολὴ βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ 263΄, Τοῖς δυτικοῖς, PG 32, 976B-981B. [51] Βλ. Κωνσταντῖνος Β. Σκουτέρης, Ἱστορία Δογμάτων τόμ. 2ος, 149-152. [52] Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ 244΄, Πατροφίλῳ ἐπισκόπῳ τῆς ἐν Αἰγεαῖς Ἐκκλησίας, PG 32, 924Β. [53] Βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ 99΄, Τερεντίῳ Κόμητι, PG 32, 497Β-504Β. Ὁ Εὐστάθιος ἐν τέλει πεθαίνει ἔχοντας ὑπογράψει ὁμοιουσιανὴ ὁμολογία πίστης, στὴν ὁποία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὁμολογεῖται ὡς κτιστό. Αὐτὸ ὅμως ποὺ μᾶς ἀφορᾶ εἶναι, ὄχι ἡ πολυτάραχη πολιτεία τοῦ Εὐσταθίου, ἀλλὰ τὸ πλαίσιο καὶ οἱ προϋποθέσεις πίστης, ὑπὸ τὶς ὁποῖες ὁ Μ. Βασίλειος τὸν ἔκανε δεκτὸ σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. [54] Πρᾶξις α΄, Lamberz Ἰ, σελ. 76. [55] Ἐπίσκοπος Ἀβύδου Κύριλλος, «Ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας», σελ. 56. [56] Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καὶ Νικοδήμου Μοναχοῦ, Πηδάλιον, σελ. 159. [57] Patrick T.R. Gray, Leontius of Jerusalem Against the Monophysites: Testimonies of the Saints and Aporiae, ἔκδ. Oxford Early Christian Texts, Oxford University Press 2006, σελ. 158-160. [58] «δέχεσθε γὰρ καὶ σέβετε τὴν ἐν Χαλκηδόνι σύνοδον» (Mansi 7 800A).

Previous Article

Κατηγορώντας τη Ρωσική Εκκλησία ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος προσπαθεί να δικαιολογήσει τις αντικανονικές του πράξεις

Next Article

Tο σχίσμα στην Ουκρανία κατέληξε σε αδιέξοδο