Ἄνθρωπος: Ὑλικὴ ἢ πνευματικὴ ὀντότης;

Share:

Γράφει ὁ Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου,

Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν Δρος Θεολογίας

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σωματικὸ ἤ ψυχοσωματικὸ ὄν;

Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ἀπασχόλησε καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερα νὰ ἀπασχολεῖ τὴν φιλοσοφία καὶ τὴν θεολογία. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη ἀπὸ τὰ κτίσματα ποὺ συγκροτοῦν τὸν κόσμο, ἀλλὰ πρόκειται γιὰ ἕνα πλάσμα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἰδιαίτερο.

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη διαβάζουμε γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου: «Ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. 2, 7).

Κανένα ἄλλο κτίσμα δὲν «πλάθεται» ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Τὸ «nephesh» στὸ Ἑβραϊκὸ καὶ ἡ «ψυχὴ» στὸ Ἑλληνικὸ κείμενο δηλώνουν τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἐκδηλώνεται ἡ ζωή στὸ ἀνθρώπινο ὄν. Καὶ οἱ δύο ὅροι δὲν ἀναφέρονται σὲ ἕνα τμῆμα τοῦ ἀνθρωπίνου «εἶναι», ἀλλὰ σὲ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο.

Στὸν ἰσχυρισμὸ τῶν ὑλιστῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πνευματικὸ στοιχεῖο στὸν ἄνθρωπο, ἀπαντοῦμε τὰ ἑξῆς: Τὸ σῶμα ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὴν οὐσία ἤ τὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τοῦτο διότι τὰ ἰδιώματα τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαντλοῦνται στὴν σωματικότητά του. Ὁ βιολογικὸς ὀργανισμός του δὲν συνιστᾶ τὴν ὑπαρκτικὴ αὐτοτέλειά του.

Ἕνας ἄνθρωπος, γιὰ παράδειγμα, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ λάβει τροφή, ὁδηγεῖται μόνος στὸν θάνατο, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δὲν θέλει νὰ σιτισθεῖ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ ψυχικὸς κόσμος καθορίζει τὴν ὕπαρξή του μὲ τὸ «θέλω» καὶ ὄχι ὁ βιολογικὸς μηχανισμός του. Ἄρα ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνον ὑλικὴ – σωματικὴ ὀντότητα, ἀλλὰ ψυχοσωματική. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνατραπεῖ.

Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος τὸ λέγει καθαρά: «Αὐτὸ τὸ ζωντανὸ πλάσμα, ὁ ἄνθρωπος, εἶναι διττό, καθὼς σύγκειται ἀπὸ δύο οὐσίες. Ἡ μία εἶναι αἰσθητὴ καὶ ἡ ἄλλη πνευματική. Ἐννοῶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, τὰ ὁποῖα συγγενεύουν καὶ μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ μὲ τὴν γῆ. Μέσῳ τῆς πνευματικῆς οὐσίας ἐπικοινωνεῖ μὲ τὶς ἐπουράνιες δυνάμεις, ἐνῷ μέσῳ τῆς αἰσθητῆς συνάπτεται μὲ τὰ γήινα πράγματα. Ἔτσι γίνεται σύνδεσμος ἀκριβὴς καὶ γιὰ τὶς δύο κτίσεις» (Πρβλ. PG 56, 182).

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ δοξάζει τὸν Δημιουργό του Θεὸ μὲ τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ σῶμα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διατρανώνει αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, ὅταν γράφει στοὺς Κορινθίους: «Δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ἡμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ἡμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 6, 20).

Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν κατοικεῖ ἁπλῶς στὸ σῶμα, ἀλλὰ ἐκφράζεται μὲ τὸ σῶμα. Ψυχὴ καὶ σῶμα ἀποτελοῦν τὸν ἑνιαῖο ἄνθρωπο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὴν ἐρώτηση «γιατί ὑπάρχει ἡ ψυχὴ» ἀπαντᾶ: «Εἶναι, καθὼς ἐγὼ συμπεραίνω κι ἀκούω ἀπ’ τοὺς σοφούς, μία θεϊκὴ ροή, ποὺ μᾶς ἔρχεται ἀπὸ ψηλὰ καὶ ὅτι εἶναι τὸ φυσικὸ καὶ μοναδικό της ἔργο νὰ κατευθύνεται πρὸς τὰ ἄνω καὶ νὰ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεὸ» (Πρβλ. ΕΠΕ 9, 165).

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ἑρμηνεύοντας τὴν Ἁγία Γραφή, σεβάστηκαν ἀπόλυτα τὸ νόημα τῆς λέξεως «ψυχὴ» καὶ προσ­πάθησαν νὰ τῆς δώσουν ἕνα νόημα, τὸ ὁποῖο ἐκφράζει τὴν ὄντως ἀλήθεια. Καὶ αὐτὴ εἶναι ὅτι ἡ ψυχὴ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸ πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἠμπορεῖ νὰ ἑνώνεται μυστικὰ μὲ τὸν Δημιουργό του Θεὸ μέσῳ τῆς προσευχῆς, τῶν ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ γενικώτερα ζωῆς του.

Ὀφείλουμε νὰ γνωρίζουμε καὶ νὰ παραδε­χθοῦμε ὅτι τὸ σῶμα καὶ κυρίως ἡ ψυχὴ ἀποκαλύπτουν καὶ φανερώνουν αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος: Ἕνα δημιούργημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο πορεύεται πρὸς τὸν Δημιουργό του. Ἡ παραδοχὴ αὐτῆς τῆς ἀληθείας θὰ ἑνοποιήσει τὸ «εἶναι» μας καὶ θὰ ἰσορροπήσει τὴν πορεία μας σὲ αὐτὴ τὴν ζωή, δίνοντάς της αἰώνια καὶ σωτηριώδη προοπτική.

Previous Article

Η αλληλεγγύη των στρατιωτικών προς συναδέλφους που τέθηκαν σε ανστολή

Next Article

Μία πρότασις ἐξορθολογισμοῦ καὶ διεξόδου εἰς τὴν δυστοπίαν ποὺ βιώνομεν