«Ἡ γνωριμία καὶ ἡ σχέσις τοῦ Ἁγίου Ραφαὴλ μὲ τὸν Ἅγιον Μᾶρκον τὸν Εὐγενικόν»

Share:

Γράφει ὁ ἀρχιμ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος, ἱστορικός, Δρ. Ἀρχαίας Ἱστορίας Παν/μίου B.I.U. Μαδρίτης

Οἱ Ἅγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος καὶ Εἰρήνη συγκαταλέγονται στὴ χορεία τῶν Νεοφανῶν Ἁγίων καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ μαρτύρησαν σχεδὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικὰ μὲ τὸν βίο τοὺς γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οἱ πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν ὕπαρξη τῶν Ἁγίων ἱστοροῦνται μὲ θαυματουργικὸ καὶ ἀποκαλυπτικὸ τρόπο ἀπὸ τὸ ἔτος 1959 μ.Χ. Ἀπὸ μία ἀνασκαφὴ ποὺ ἔγινε στὴ Θερμή τῆς Λέσβου, ἀνακαλύφθηκε ὁ τάφος ἑνὸς ἀγνώστου προσώπου, ποὺ ὅπως ἀποκαλύφθηκε σὲ συνεχῆ ὁράματα, ἀνῆκε στὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Ραφαήλ, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ὁσιομάρτυρα Νικόλαο καὶ τὴν Ἁγία Εἰρήνη. Ὁ τάφος καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἀνακαλύφθηκε στὶς 13 Ἰουνίου 1960 μ.Χ.

Ὅσα γνωρίζουμε γιὰ τὸν βίο τους προέρχονται ἀπὸ ἐμφανίσεις τῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καὶ Εἰρήνης σὲ πιστοὺς τῆς Λέσβου, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὶς πληροφορίες αὐτὲς ἀπὸ ὁράματα καὶ ἐνύπνια, στὰ ὁποῖα οἱ Ἅγιοι γνωστοποιοῦσαν στοιχεῖα ἀπὸ τὸν βίο τους καὶ τὸ μαρτύριόν τους. Αὐτὰ ἐν συνεχείᾳ κατεγράφησαν σὲ ἐπιστολὲς καὶ σὲ βιβλία ποὺ ἐξεδόθησαν. Ταυτοχρόνως, ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη ἐπιβεβαίωσε μὲ τὰ εὑρήματά της τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς ταφῆς τῶν Ἁγίων, πάντοτε σύμφωνα μὲ τὶς θαυματουργικὲς ὑποδείξεις τῶν Ἁγίων.

Ἐκεῖνο τὸ στοιχεῖο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἰδιαιτέρως γνωστὸ καὶ δὲν ἔχει δοθεῖ ἡ δέουσα σημασία, εἶναι ὅτι στοὺς δύσκολους χρόνους πρὶν τὴν Ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας, ὅταν ἡ Βυζαντινὴ Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ὅδευε πρὸς τὸ ἐναγώνιο τέλος της καὶ ἡ ἐπικειμένη κατάκτηση ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς ἦταν πρὸ τῶν θυρῶν, στὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς αὐτοκρατορίας, ὅταν τὰ ἀπειλητικὰ σύννεφα ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύση πύκνωναν, οἱ διαδρομὲς καὶ τὰ βήματα τῶν δύο Ἁγίων, Ραφαὴλ καὶ Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ, διεσταυρώθησαν καὶ συναντήθησαν. Σκοπὸς τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶναι νὰ ἀναδείξει αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν διάσταση μέσα ἀπὸ τὶς ὑπάρχουσες πληροφορίες καὶ μὲ συνεκτίμηση τῶν ἱστορικῶν στοιχείων νὰ καταλήξει στὸ συναγόμενο ἱστορικὸ συμπέρασμα τῆς γνωριμίας καὶ τῆς διασυνδέσεως τῶν δύο Ἁγίων.

Ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ καταγόταν ἀπὸ τοὺς Μύλους τῆς Ἰθάκης καὶ γεννήθηκε τὸ ἔτος 1410 μ.Χ. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος Λάσκαρης ἢ Λασκαρίδης καὶ ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Διονύσιος καὶ ἡ μητέρα του Μαρία. Καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος τῶν Λασκαραίων, ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ τῆς Νικαίας. Οἱ γονεῖς του ἦσαν ἄνθρωποι εὐσεβεῖς καὶ ἔδωσαν στὸν Γεώργιο χριστιανικὴ ἀνατροφὴ καὶ μεγάλη μόρφωση.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἡ Ἰθάκη, ὅπως καὶ πολλὰ μέρη τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, ἦσαν ὑπὸ τὴν κατοχὴ τῶν Δυτικῶν. Ἡ Ἰθάκη καὶ ἡ Κεφαλονιὰ ἦσαν ὑπὸ τὴν κατοχὴ τοῦ ἰταλικοῦ οἴκου τοῦ Κάρολου Τόκκου. Ἀπὸ νωρίς, ὁ νεαρὸς Γεώργιος Λασκαρίδης ἔλαβε ἐπιμελημένη μόρφωση, ἰταλικὴ παιδεία καὶ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἀνατροφή. Μάλιστα, πλησίον σὲ κάποιον ἰατροφιλόσοφο παρακολούθησε καὶ μαθήματα ἰατρικῆς. Πάντοτε ὅμως διατηροῦσε μὲ ὑπερηφάνεια τὴν ἀνάμνηση τῆς πατρογονικῆς του καταγωγῆς ἀπὸ τὴν Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Οἱ ἱστορικὲς συγκυρίες καὶ οἱ διπλωματικὲς συμμαχίες μεταξὺ τοῦ Κάρολου Τόκκου καὶ τοῦ Θεοδώρου Παλαιολόγου τοῦ Δεσποτάτου τοῦ Μυστρᾶ, ἡ ὁποία ἐπισφραγίσθηκε μὲ ἐπιγαμία, ὁδήγησαν τὰ βήματα τοῦ νεαροῦ Γεωργίου Λασκαρίδη στὴν αὐλὴ τῶν Παλαιολόγων. Ἐκεῖ, εὑρέθη καὶ μαθήτευσε στὸν φημισμένο δάσκαλο καὶ φιλόσοφο Πλήθωνα τὸν Γεμιστόν. Ἐκεῖ, στὴν σχολὴ τοῦ Πλήθωνος στὸν Μυστρὰ γνωρίσθηκε καὶ μὲ τὸν Βησσαρίωνα, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους πρίγκηπες Παλαιολόγους, τὸν Θωμᾶ καὶ τὸν Κωνσταντῖνο, ποὺ ἔμελλε νὰ στεφθεῖ τελευταῖος αὐτοκράτορας τῆς Κων/πόλεως καὶ νὰ πέσει ἠρωικῶς μαχόμενος στὰ τείχη της τὸ 1453.

Σὲ πολὺ νέα ἡλικία, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τὴν κοσμική του μόρφωση, ἐνετάχθη στὸν αὐτοκρατικὸ στρατό, ἀρχικῶς στὴν συνοδεία τοῦ πρίγκηπα Θωμᾶ Παλαιολόγου, καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἀδελφοῦ του Δημητρίου Παλαιολόγου. Λόγῳ τῆς ὑψηλῆς του μορφώσεως καὶ τῆς ἀνδρείας του, ἀνῆλθε στὶς τάξεις τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στρατοῦ καὶ ἔφθασε στὸν βαθμὸ τοῦ χιλιάρχου.

Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Ἰωάννης Παλαιολόγος ἀπεφάσισε νὰ μεταβεῖ στὴν Δύση γιὰ διάλογο μὲ τὸν Πάπα στὴν Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, μὲ ἐντολὴ τῶν Παλαιολόγων τοῦ Δεσποτάτου τοῦ Μυστρᾶ, ὁ χιλίαρχος Γεώργιος Λασκαρίδης (ὁ μετέπειτα Ἅγιος Ραφαήλ), διετάχθη νὰ μετάσχει στὴν ἀκολουθία τοῦ αὐτοκράτορος ὡς ἐπιτελής τοῦ Δημητρίου Παλαιολόγου. Ὡς μέλος τῆς πολυμελοῦς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπίας ποὺ θὰ συμμετεῖχε στὴν Φερράρα-Φλωρεντία τὰ ἔτη 1438-1439, ὁ χιλίαρχος Γεώργιος Λασκαρίδης εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ νὰ συναναστραφεῖ μὲ τοὺς ἱστορικοὺς πρωταγωνιστὲς τῶν γεγονότων, τὸν Πατριάρχη Ἰωσήφ, τὸν Βησσαρίωνα, τὸν Ἰσίδωρο Κιέβου, τὸν Γεώργιο Σχολάριο καὶ τὸν φιλόσοφο Πλήθωνα Γεμιστό, τοὺς ὁποίους ἐγνώριζε ἀπὸ τὸν Μυστρᾶ. Ἐπίσης, εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ γνωρίσει καὶ νὰ ἐκτιμήσει τὴν μεγάλη μορφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν πρωταγωνιστὴ καὶ ὑπέρμαχο τῆς Πίστεως, τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό.

Ὅταν τελικῶς ὑπέγραφη ὁ ἑνωτικὸς ὅρος τῆς Συνόδου Φερράρας- Φλωρεντίας, κατόπιν τῶν πιέσεων τοῦ Πάπα, τῶν Δυτικῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ αὐτοκράτορος, καὶ ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς ἔμεινε μόνος του, ἐκτεθειμένος στὶς ἀπειλὲς καὶ τὸ μένος τοῦ Πάπα, διότι δὲν εἶχε συμβιβασθεῖ νὰ ὑπογράψει τὴν ψεύτικη Ἕνωση τῆς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας, ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτωρ Ἰωάννης Παλαιολόγος, ὁ ὁποῖος ἐκτιμοῦσε τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν ἐντιμότητα τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ἐγγυήθηκε τὴν ἀσφάλεια τῆς ζωῆς του καὶ τὸν ἐπεβίβασε στὴν αὐτοκρατορικὴ γαλέρα γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς τῆς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπίας. Ἐπάνω στὸ ἴδιο πλοῖο συνταξίδεψε καὶ προστάτεψε τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου ὁ χιλίαρχος Γεώργιος Λασκαρίδης.

Ὁ Γεώργιος Λασκαρίδης ἐπέστρεψε στὸ Μυστρᾶ, μαζὶ μὲ τὸν Δεσπότη Θωμᾶ Παλαιολόγον. Ἡ ὀθωμανικὴ ἀπειλὴ γινόταν συνεχῶς καὶ περισσότερο πιεστική, ἡ ἐπιθετικὴ προέλαση τοῦ σουλτάνου Μουρὰτ (πατέρα τοῦ Μωάμεθ τοῦ Πορθητῆ) στὴν Βαλκανικὴ καὶ τὴν Μικρὰ Ἀσία ἔσφιγγε περισσότερο τὸν κλοιὸ γιὰ τὴν Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία εἶχε περιορισθεῖ πλέον στὴν Βασιλεύουσα, τὰ περίχωρα τῆς Κων/πόλεως καὶ τὸ Δεσποτάτο τοῦ Μυστρᾶ. Στὰ 1443, ὁ Κων/νος Παλαιολόγος ἐστέφθη Δεσπότης τοῦ Μυστρᾶ. Σὲ μίαν ὕστατη προσπάθεια συνασπισμοῦ τῶν χριστιανικῶν δυνάμεων, γιὰ νὰ ἀναχαιτισθεῖ ἡ προέλαση τῶν Ὀθωμανῶν, οἱ χριστιανικὲς δυνάμεις ὑπὸ τὸν βασιλέα Λαδίσλαον τῆς Πολωνίας ὑπέστησαν δεινὴ ἧττα καὶ συντριβὴ στὴν μάχη τῆς Βάρνας τὸ ἔτος 1444.

Κατὰ τὴν ὑποχώρηση τῶν βυζαντινῶν στρατευμάτων, ὁ χιλίαρχος Γεώργιος Λασκαρίδης, ποὺ ἔλαβε μέρος στὴν μάχη τῆς Βάρνας, εὖρε καταφύγιο στὴν Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὶς Σέρρες. Ἐκεῖ, συνάντησε τὸν παλιό του γνώριμο ἀπὸ τὸν Μυστρᾶ, τὸν πρώην φιλόσοφο Γεώργιο Σχολάριο καὶ νῦν μοναχὸ Γεννάδιο, μαθητὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καὶ ἠγέτη τῶν ἀνθενωτικῶν. Εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ συζητήσουν καὶ νὰ ἀναστοχασθοῦν τὴν μοῖρα τοῦ Γένους, τὴν πορεία τῆς φθίνουσας αὐτοκρατορίας, τὴν διάσταση ἑνωτικῶν καὶ ἀνθενωτικῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπαρασάλευτη προσήλωση τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη τῶν Πατέρων.

Στὴν πνευματικὴ ἡσυχία καὶ γαλήνη τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ χιλίαρχος Γεώργιος εἶχε τὸν χρόνο νὰ σκεφθεῖ πολλὰ πράγματα καὶ νὰ λάβει τὴν ἀπόφαση νὰ ἐγκαταλείψει τὸν στρατιωτικὸ βίο καὶ νὰ γίνει μοναχός, καὶ ἐν συνεχείᾳ κληρικὸς μὲ τὸ ὄνομα Ραφαήλ. Πρὶν γίνει κληρικὸς εἶχε σταδιοδρομήσει στὸ βυζαντινὸ στρατὸ καὶ ἔφθασε μάλιστα σὲ μεγάλο βαθμό. Σὲ ἡλικία τριάντα πέντε ἐτῶν γνώρισε ἕνα ἀσκητικὸ καὶ σεβάσμιο γέροντα, τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος τὸν προσείλκυσε στὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ὁ γέροντας κατέβηκε ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του, γιὰ νὰ ἐξομολογήσει καὶ νὰ κοινωνήσει τοὺς στρατιῶτες καὶ κήρυξε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ ἀξιωματικὸς Γεώργιος, ὅταν ὁ γέροντας κατέβηκε πάλι τὰ Θεοφάνεια, ἀποχαιρέτισε τοὺς στρατιῶτες καὶ τὸν ἀκολούθησε.

Μετὰ τὴν κουρά του σὲ μοναχό, στὴ συνέχεια ἔγινε κληρικὸς παίρνοντας τὸ ὄνομα Ραφαήλ, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καὶ ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος καὶ ἱεροκήρυκας στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Λουμπαρδιάρη στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν. Ἔπειτα τιμήθηκε καὶ μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτη καὶ τοῦ πρωτοσυγκέλλου στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Η΄ Παλαιολόγου, στὸν θρόνο τῆς Βασιλεύουσας ἀνῆλθε ὁ Κων/νος ΙΑ΄ Παλαιολόγος τὸ ἔτος 1449. Ἐπειδὴ εἶχε τεράστια μόρφωση, μαζὶ δὲ μὲ τὶς ἄλλες ἀποκαλύψεις, ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ ἀποκάλυψε ὅτι ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη στὴν Ἑσπερία, στὴν πόλη τῆς Γαλλίας ποὺ ὀνομάζεται Μορλαί, τὸν ἔστειλε γιὰ κάποια θεολογικὴ σύσκεψη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔλαβε χώρα λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ἐκεῖ, στὴν γαλλικὴ πόλη Μορλαί, στὸ πανεπιστήμιο φοιτοῦσε ὁ νεαρὸς σπουδαστὴς Νικόλαος, ποὺ ἡ καταγωγή του ἦταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη. Θεωρεῖται Θεσσαλονικεὺς στὴν καταγωγή, ἂν καὶ ἀναφέρεται ὅτι γεννήθηκε στοὺς Ράγους τῆς Μηδίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὡστόσο μεγάλωσε καὶ ἀνδρώθηκε στὴ Θεσσαλονίκη.Ἦταν πλουσιόπαιδο. Γιὸς συμβολαιογράφου. Οἱ γονεῖς του τὸν εἶχαν στείλει νὰ σπουδάσει σὲ γαλλικὸ πανεπιστήμιο. Ἡ πνευματικὴ μορφὴ ἀλλὰ καὶ ἡ μόρφωση τοῦ Ἁγίου Ραφαὴλ προσήλκυσε τὸν νεαρὸ Νικόλαο, ὁ ὁποῖος συνεδέθη πνευματικῶς μὲ τὸν σεβάσμιο ἱερομόναχο Ραφαήλ, καὶ ἄφησε τὶς σπουδές του. Ὁ Νικόλαος, συγκινημένος ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία τοῦ Ραφαήλ, ἐγκατέλειψε τὴν κοσμικὴ ζωή καὶ τὸν ἀκολούθησε. Γύρισε στὴν Ἑλλάδα, ἀσπάστηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ χειροτονήθηκε διάκονος. Ἔγινε πιστὸς συνεργάτης καὶ ἀφοσιωμένος στὸν Ραφαὴλ καὶ ἀπὸ τότε δὲν ἀποχωρίστηκαν ποτέ.

Ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ καὶ ὁ διάκονος Νικόλαος ἦσαν στὴν Κων/πολη, λίγο πρὶν τὴν Ἅλωση τοῦ 1453. Ὅταν ὅμως ἔγινε ἡ ἑνωτικὴ λειτουργία στὴν Ἁγία Σοφία, στὶς 12 Δεκεμβρίου 1452, λειτουργοῦντος τοῦ λατινόφρονος καρδιναλίου Ἰσιδώρου, παρουσίᾳ Ἑλλήνων καὶ Λατίνων, ὅπου ἔγινε καὶ ἡ μνημόνευση τοῦ Πάπα, ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ μὲ τὸν διάκονον Νικόλαον ἀρνήθησαν νὰ παραστοῦν καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Πόλη.

Ὅταν ἔγινε ἡ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης, τὸ 1453, ὁ Ραφαὴλ καὶ ὁ Νικόλαος συνέπεσε νὰ βρίσκονται στὴ Θρᾴκη. Μόλις ἔπεσε ἡ Κωνσταντινούπολη στὰ χέρια τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι εἰσέβαλαν ὁρμητικὰ στὴ Θρᾴκη καὶ καταλύθηκε ὁριστικὰ ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ὁ φόβος γιὰ γενικοὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν Χριστιανῶν στάθηκε ὡς ἀφορμὴ νὰ καταφύγει ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ μὲ τὴν συνοδεία του ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως, στὴ Μυτιλήνη. Ἐκεῖ, τὸ 1454 ἐγκαταστάθηκε μαζὶ μὲ ἄλλους μοναχοὺς στὴν παλαιὰ μονὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία στὸ παρελθὸν ἦταν γυναικεία καὶ ἦταν χτισμένη στὸ λόφο Καρυές, κοντὰ στὸ χωριὸ Θέρμη. Ἡγούμενος τῆς μονῆς ἐξελέγη στὴν συνέχεια ὁ Ἅγιος Ραφαήλ.

Ἔπειτα ἀπὸ μερικὰ χρόνια, τὸ ἔτος 1463 μ.Χ., ἡ Λέσβος ἔπεσε στὰ χέρια τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι σὲ μία ἐπιδρομή τους στὸ μοναστήρι, συνέλαβαν τὸν Ἅγιο Ραφαὴλ καὶ τὸν Ἅγιο Νικόλαο, τὴ Μεγάλη Πέμπτη τοῦ ἰδίου ἔτους. Ἀκολούθησαν σκληρὰ καὶ ἀνηλεῆ βασανιστήρια καὶ ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ μαρτύρησε διὰ σφαγῆς μὲ πολὺ σκληρὸ τρόπο. Τὸν ἔσυραν βιαίως τραβώντας τον ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ τὴν γενειάδα, τὸν κρέμασαν ἀπὸ ἕνα δένδρο, τὸν χτύπησαν βάναυσα, τὸν τρύπησαν μὲ τὶς λόγχες, ἀφοῦ προηγουμένως τὶς πυράκτωσαν σὲ δυνατὴ φωτιὰ καὶ τελικὰ τὸν ἔσφαξαν πριονίζοντάς τον ἀπὸ τὸ στόμα.

Ἔπειτα ἀπὸ θαυματουργικὲς ὑποδείξεις τῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καὶ Εἰρήνης, ἔγινε γνωστὴ ἡ ὕπαρξη τῶν λειψάνων τους καὶ ὑποδεί-χθηκαν τὰ σημεῖα ὅπου βρίσκονταν οἱ τάφοι τους.

Βιβλιογραφία (ἐνδεικτική)

-) Βασιλειάδη Νικολάου, Μᾶρκος Εὐγενικὸς καὶ ἡ ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν, ἔκδ. ἀδελφότητος θεολόγων ” Ὁ ΣΩΤΗΡ”, Ἀθῆναι 1972.

-) Λίτσα Φωτίου, Ἄγραφον (ἡ ἀποκάλυψις τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ), ἔκδ. Ἀκρίτας, 2008.

-) Μπεκιάρη Δημητρίου , ἀρχιμ., Ἡ ζωή ἐκ τάφων, Ἀθήνα 1988.

-) Ντίτορα Ὀλυμπιάδος, Ὁ σπορέας τοῦ ΟΧΙ (ἀφηγηματικὴ βιογραφία τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ), ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἀθανασίου Σφηνίτσης, Ἠμαθία, 2017.

Previous Article

Το σόφισμα του μητσοτακικού Mr Bean για το πρόστυχο πρόστιμο των 100 €

Next Article

Νεοταξικά σχέδια και διωγμός