Ἡ Λαβίς τοῦ Πυρὸς (Ἡσαΐας, Κεφ. 6)

Share:

Τοῦ κ. Παναγιώτου Μπάρτζη

Αἰῶνες τώρα, αἰωρεῖται μία ἐρώτηση. Ποιὸς φταίει γιὰ τὴν πτώση τῆς Πόλης καὶ τὴν ὑποδούλωση τῆς Πατρίδος μας;

«Ἡ Πόλις ἑάλω», ἡ πόλη ἔπεσε.

Ἄν ἐξετάση κάποιος ποιὸς φταίει γιὰ τὴν ὑποδούλωση τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐλέγξη μὲ ἀκρίβεια τὴν αἰτία, θὰ βρῆ ὅτι δὲν φταίει μόνο ὁ βάρβαρος κατακτητής, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς.

Τί εἶχε πεῖ τότε ὁ πρῶτος Πατριάρχης μας Γεώργιος Σχολάριος: «φτάσαμε δίκαια σὲ τοῦτο τὸ κατάντημα διὰ τὰς ἁμαρτίας μας…» Καὶ συνεχίζει: «Ἢ μήπως δὲν βλέπουμε παντοῦ οἱ θεῖοι νόμοι νὰ τιμῶνται μόνο στὰ λόγια, ἐνῷ στὴν πράξη νὰ καταφρονοῦνται, καὶ ἡ καταφρόνηση νὰ ἔχη ἀρχίσει ἀπὸ τοὺς ἱερωμένους καὶ νὰ ἔχη προχωρήσει μέχρι καὶ τοὺς λαϊκούς; Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι παράδοξο ποὺ τόσα πλήθη Χριστιανῶν ἔχουν ὑποδουλωθῆ στοὺς ἀπίστους…».

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης παρατηρεῖ: «Ποιὸς λοιπὸν ἔχει τὴν μικρὴ ἀμφιβολία γιὰ τὸ πῶς μᾶς ἔρχονται τά δεινά;… Δὲν εἶναι γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, γιατὶ ἐγκαταλείψαμε τὸν Θεό; Δικαίως ἐγκαταλειφθήκαμε, ἐπειδὴ Τὸν ἐγκαταλείψαμε, Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωή, ἡ εἰρήνη, ὁ ἅγιος, ὁ φιλάγαθος».

Ἡ παράδοση λέγει ὅτι παρουσιάσθηκε ἡ Παναγία μας σὲ κάποιον ἅγιο Γέροντα καὶ τοῦ εἶπε: «Γιὰ δύο λόγους ἐπέτρεψα τὴν πτώση τῆς Πόλης. Ὁ πρῶτος λόγος ἦταν ὅτι οἱ κληρικοί πωλοῦσαν τόν Υἱον μου (σιμωνία) καί ὁ δεύτερος ὅτι στηρίχθηκαν στὸν Πάπα καὶ ὄχι σὲ μένα ποὺ 1000 καί πλέον χρόνια τοὺς βοηθοῦσα.

Μήπως καὶ σήμερα δὲν ἐγκαταλείψαμε τὴν Παναγία μας ποὺ ἦταν καὶ εἶναι καὶ θὰ εἶναι τὸ στήριγμα τῶν πιστῶν καὶ δὲν πολεμοῦμε τὴν θεία Κοινωνία, δηλαδὴ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.

Μὰ ἡ θεία Κοινωνία εἶναι Αὐτὸ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἔτσι ἀπορρίπτεται ἡ πίστη μας.

Ὅταν λοιπὸν τὰ βάζουμε μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ ἀπορρίπτουμε τὴν ἴδια τὴν πίστη μας τί περιμένουμε;

Εἶναι δυνατὸν νὰ θέτουμε ἀμφιβολίες γιὰ αὐτὸ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου; Εἶναι δυνατὸν νὰ μεταδίδη ἰοὺς καὶ νὰ ἀρρωστήσουμε ἀπὸ τὴν θεία Κοινωνία;

Μᾶς συμβουλεύει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος:

«῞Ωστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί. Εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινό­μεθα·» (Α΄  Κορινθ ια΄- 27-31). Δηλ. Ὥστε ὁποιοσδήποτε τρώγει τὸν ἄρτον αὐτὸν καὶ πίνει τὸ ποτήριον τῆς κοινωνίας τοῦ Κυρίου ἀναξίως, θὰ εἶναι ἔνοχος δι’ ἀσέβειαν καὶ βεβήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἀποτολμᾷ εἰς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἂς ἐξετάζῃ δὲ κάθε ἄνθρωπος μὲ προσοχὴν τὸν ἑαυτόν του καὶ ἀφοῦ προετοιμασθῇ μὲ τὴν ἐξέτασιν αὐτήν, τότε ἂς τρώγῃ ἀπὸ τὸν καθαγιασμένον ἄρτον καὶ ἂς πίνῃ ἀπὸ τὸ καθαγιασμένον ποτήριον. Διότι ἐκεῖνος, ποὺ τρώγει καὶ πίνει ἀναξίως ἀπὸ τὸν καθαγιασμένον ἄρτον καὶ οἶνον, τρώγει καὶ πίνει κατάκριμα καὶ καταδίκην εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἐπειδὴ δὲν κάνει διάκρισιν τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ μεταχειρί­ζεται καὶ τρώγει ταῦτα, σὰν νὰ ἦσαν κοιναὶ τροφαί. Διότι δὲ ἀναξίως καὶ χωρὶς δοκιμασίαν τοῦ ἑαυτοῦ σας τρώγετε καὶ πίνετε τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν μεταξύ σας πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ ἀπέθαναν ἀρκετοί. Διότι, ἐὰν ἀνεκρίναμεν καὶ ἐξετάζαμεν μὲ φόβον Θεοῦ τὸν ἑαυτόν μας προτοῦ νά, προσέλθωμεν εἰς τὴν θείαν Κοινωνίαν, δὲν θὰ κατεδικαζώμεθα ἀπὸ τὸν Θεόν μὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς τιμωρίας.

Ἑπομένως ἀρρωσταίνουμε ὄχι ἀπὸ τὴν θεία Κοινωνία, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας.

Ἀκοῦμε πολλὲς φορὲς παραλλαγὲς ἀπιστίας σχετικὰ μὲ τὴν θεία Κοινωνία, τὸν τρόπο δηλαδὴ ποὺ θὰ κοινωνοῦμε καὶ μάλιστα διαδίδεται ἡ ἄποψη μὲ κουταλάκια μιᾶς χρήσεως! ἤ μὲ ἄλλους τρόπους!  Ἀπίστευτα!

Ὁ θεῖος Χρυσόστομος ἐπισημαίνει:

«Προσερχόμενοι νὰ μεταλάβετε, μὴ νομίζετε ὅτι μεταλαβαίνετε τὸ Θεῖο Σῶμα ἀπὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ νὰ πιστεύετε ὅτι μεταλαβαίνετε τὸ Θεῖο Σῶμα ἀπ’ τὰ ἴδια τὰ Σεραφεὶμ μὲ τὴ λαβίδα τοῦ πυρός, τὴν ὁποία εἶδε ὁ Ἡσαΐας (Ἡσ. Κεφ. 6), καὶ σὰν νὰ ἀγγίζουν τὰ χείλη μας τὴ Θεία κι ἄχραντη πλευρά, ἔτσι νὰ μεταλαβαίνουμε τὸ Σωτήριο Αἷμα».

Βλέπετε τί λέγει: Τὰ ἴδια τὰ Σεραφεὶμ κρατοῦσαν τὴν λαβίδα.

Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας (8ος αἰών π.Χ.) στὸ 6 κεφ. στίχ. 5-7 διηγεῖται ἕνα ἐντυπωσιακὸ ὅραμα, ὅπου τὸ θυσιαστήριο προεικονίζει τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ μᾶς φωτίζει καὶ καθαρίζει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας.

Γράφει: «καὶ εἶπον· ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὢν καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγὼ οἰκῶ καὶ τὸν βασιλέα Κύριον σαβαὼθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου. καὶ ἀπεστάλη πρός με ἓν τῶν Σεραφείμ, καὶ ἐν τῇ χειρὶ εἶχεν ἄνθρακα, ὃν τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ἥψατο τοῦ στόματός μου καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων σου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας σου καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ. Δηλ.: Καὶ εἶπα ἐγὼ τότε· «ὦ ταλαίπωρος ἐγώ!  ἔχω συγκλονισθῆ ὁλόκληρος, διότι, ἐνῷ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ἔχω ἀκάθαρτα χείλη καὶ κατοικῶ ἀνάμεσα εἰς λαόν, ποὺ ἔχει ἐπίσης ἀκάθαρτα χείλη, ἰδοὺ ὅτι ἐγὼ ὁ ἀνάξιος εἶδον μὲ τὰ μάτια μου τὸν βασιλέα καὶ Κύριον τῶν δυνάμεων! Τότε ἐστάλη πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τὸν Κύριον ἕνα ἀπὸ τὰ Σεραφείμ· καὶ εἶχεν εἰς τὸ χέρι του ἀναμμένον ἄνθρακα, τὸν ὁποῖον μὲ τὴν λαβίδα εἶχε λάβει ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον. Ἤγγισε τὸ στόμα μου καὶ εἶπεν· «ἰδού, αὐτὸ ἤγγισε τὰ χείλη σου καὶ θὰ ἀφαιρέσῃ τὰς ἀνομίας σου καὶ θὰ καθαρίσῃ τελείως καὶ θὰ ἀπαλείψῃ ἀπὸ σὲ τὰς ἁμαρτίας σου».

Ποιὸς εἶναι ὁ ἄνθρακας; Εἶναι ἡ θεία Κοινωνία, τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου «Ἐκεῖνο τὸ πῦρ τοῦτο τοῦ πυρὸς τοῦ πνευματικοῦ (τύπος ἐστίν)», ἑρμηνεύει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Τό Σεραφείμ πού ἔλαβε τόν ἄνθρακα ἀπό τό Θυσιαστήριο μέ τήν λαβίδα καί ὄχι μέ τό χέρι του καί τό ἔβαλε στό στόμα του; Τό Σεραφείμ προεικονίζει τόν λειτουργό ἱερέα πού κοινωνεῖ τούς πιστούς μέ τήν ἁγία λαβίδα. Οἱ μελετητὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τὸν 6ο αἰώνα χαρακτηρίζουν τὴν Θεοτόκο ὡς λαβίδα. Ὁ Μέγας Βασίλειος σχολιάζει ὅτι τό Σεραφεὶμ ἀπὸ τιμὴ καὶ εὐλάβεια δὲν τόλμησε «τῇ ἰδίᾳ χειρὶ ἐφάψασθαι» τὸν ἄνθρακα (ΒΕΠΕΣ 56, 189).

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τονίζει:

«Τὸ ἱερώτατον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καλῶς ἐσθιόμενον, πολεμοῦσι μὲν ἐστιν ὅπλον, ἀποδημοῦσι δὲ ἐπάνοδος· τοὺς ἀσθενεῖς ἐνισχύει, τοὺς ἐρρωμένους εὐφραίνει, τὰς νόσους ἰᾶται, τὴν ὑγείαν διαφυλάττει, διὰ τούτου γινόμεθα πραότεροι, πρὸς διόρθωσιν σπουδαιότεροι, πρὸς τοὺς πόνους μακροθυμότεροι, θερμότεροι πρὸς τὴν ἀγάπην, πρὸς γνῶσιν ἀγχινούστεροι, προθυμότεροι πρὸς ὑπακοήν, ὀξύτεροι πρὸς τὴν τῶν χαρισμάτων ἐνέργειαν· ὦν τἀναντία τοῖς οὐ καλῶς μεταλαμβάνουσι ἕπεται».

Ὁ μακαριστός π. Φιλόθεος Ζερβάκος συνεχίζει: «Ὅταν μεταλαμβάνης συνεχῶς καὶ ἀξίως τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ συνεχῶς καὶ νουνεχῶς ἀναγινώσκῃς τὰς Ἁγίας Γραφὰς καὶ ποιῇς τὰς ἐντολάς, τότε θὰ βαδίζῃς εὐκολώτερον τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τότε θὰ εὕρῃς τὸν πολύτιμον μαργαρίτην, τὸν ὁποῖον σπούδασον νὰ ἀποκτήσῃς».

Ποιὸς εἶναι ὁ Προσφερόμενος; Μᾶς διδάσκει ὁ θεῖος Χρυσόστομος.

«Ὅταν βλέπης τὸν Κύριο θυσιασμένο καὶ κείμενο στὴν Ἁγία Τράπεζα, καὶ τὸν ἱερέα νὰ εὔχεται σκυμμένος ἐπάνω στὸ θῦμα, καὶ τοὺς παρισταμένους ὅλους νὰ κοκκινίζουν ἀπ’ τὸ πολύτιμο ἐκεῖνο Αἷμα, πῶς μπορεῖς νὰ νομίζης ὅτι βρίσκεσαι ἐπάνω στὴ γῆ καὶ δὲν μεταφέρεσαι στοὺς οὐρανοὺς καί, ἀπαλλαγμένος ἀπ’ τό σαρκικὸ φρόνημα τῆς ψυχῆς, δὲν βλέπεις τὰ οὐράνια μὲ γυμνὴ ψυχὴ καὶ καθαρό νοῦ; Τί ὑπέροχο θαῦμα τῆς Θείας φιλανθρωπίας! Ὁ Υἱός, ποὺ κάθεται ἐπάνω μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα, τὴν ἴδια ἐκείνη ὥρα κρατεῖται στὰ χέρια ὅλων καὶ προσ­φέρει τὸν ἑαυτό Του σὲ ὅλους, ὅσοι θέλουν νὰ Τὸν περιπτυχθοῦν καὶ νὰ Τὸν δεχθοῦν μέσα τους. Καὶ τοῦτο τὸ πραγματοποιοῦν ὅλοι μὲ τὰ μάτια τῆς Πίστεως» [Ἀπ’ τὸν Γ΄ Λόγο του «ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ»].

Εἶναι ἀνυπέρβλητο τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας «ποιὸ λιμάνι εἶναι τέτοιο σὰν τὴν Ἐκκλησία; Ποιὸς Παράδεισος εἶναι τέτοιος, ὅπως ἡ δική μας ἡ συγκέντρωση;».

Καὶ συνεχίζει ὁ Ἅγιος: «Μὴ ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιατὶ τίποτα δὲν εἶναι πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἐλπίδα σου εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ σωτηρία σου ἡ Ἐκκλησία, τὸ καταφύγιό σου ἡ Ἐκκλησία.  Δοκιμάζεται ἀπὸ τρικυμίες, ἀλλὰ δὲν παθαίνει ναυάγιο. Παλεύει, ἀλλὰ μένει ἀήττητη. Ἀγωνίζεται, ἀλλὰ δὲν νικιέται. [Ἀπ’ τὴν Β΄ Ὁμιλία του «ΕΙΣ ΕΥΤΡΟΠΙΟΝ»].

Τέλος ὁ Ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης συμπληρώνει γιὰ τοὺς ἱεροὺς ναούς μας:

«Μέσα στοὺς ναοὺς ἐνεργοῦν θεῖες δυνάμεις, καὶ συμβαίνουν ἐμφανίσεις ἀγγέλων καὶ Ἁγίων· καὶ θαύματα ἐπιτελοῦνται· καὶ τὰ αἰτήματα ἐκπληρώνονται· καὶ γίνονται θεραπεῖες ἀσθενῶν. Καὶ ὅσα ἄψυχα ἀντικείμενα ὑπάρχουν μέσα στοὺς ναούς, καὶ τὰ νερὰ καὶ οἱ πέτρες καὶ οἱ κίονες καὶ τὰ πέπλα καὶ τὰ σίδερα ἁγιάζουν, ὄχι ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀφοῦ εἶναι ἄψυχα καὶ κτίσματα τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἔχουν τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Ὅμως ἐνεργοῦν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὴν ἔχουμε ἐπικαλεσθῆ γι’ αὐτά, καὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἁγίου τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ ἁγιασθοῦμε ἐμεῖς. Ὅπου λοιπὸν ὑπάρχει ὀνομασία καὶ ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα, τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ὅλα εἶναι ἅγια, καὶ ὅλα ἁγιάζουν καὶ θεραπεύουν καὶ σώζουν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ» («Περὶ τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ καὶ τῆς τούτου καθιερώσεως», PG 155, 336).

Ὥστε στοὺς ἱεροὺς ναοὺς εἰσερχόμεθα ἄρρωστοι πνευματικὰ καὶ σωματικὰ καὶ βγαίνουμε ὑγιεῖς καὶ ἁγιασμένοι καὶ δὲν προσερχόμεθα ὑγιεῖς, γιὰ νὰ ἐξέλθουμε ἄρρωστοι.

Previous Article

Αστυνομικός κλοιός στην Εκκλησία του Αγ.Ανδρέα στην Πάτρα

Next Article

Πιστοὶ ἐναντίον τοῦ Γλυφάδας

Διαβάστε ακόμα