Ἡ Περιεκτικὴ Ἐκκλησιολογία, μία ἐφεύρεσις Οἰκουμενιστική – 2ον

Share:

Γράφει ὁ κ. Γεώργιος Καραλὴς

2ον

  Ὅταν λοιπὸν ὁ Λόγος δημιουργεῖ ὀνομάζουμε τὴν ἐνέργειά Του δημιουργική, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀρχή, ἀλλὰ ἔχει τέλος (παύση), ἐκεῖ ποὺ τελειώνει ἡ κάθε συγκεκριμένη δημιουργία. Ἡ προγνωστικὴ ἐνέργεια ἀρχὴ δὲν ἔχει, ἀλλὰ ἔχει τέλος ἐκεῖ ποὺ ὁλοκληρώνεται ἡ πρόγνωση τῶν ὄντων [13]  τὰ ὁποῖα προέγνωσε καὶ ἡ θεοποιὸς ἐνέργεια ποὺ δραστηριοποιεῖται μὲ τὴν θεοποίηση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔχει ὅμως κανένα τέλος. (Ἡ πρόγνωσις δὲ τοῦ Θεοῦ ἀρχὴν οὐκ ἔχουσα, μετὰ τὸ γενέσθαι περὶ ὧν προέγνω τέλος ἔχει. Ὥστε οὐ τὸ τέλος ἔχον ἀνάγκη καὶ ἀρχὴν ἔχει. Μέγας Βασίλειος PG 29,680). Ἡ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη ἐνέργεια ποὺ τὸ ἀποτέλεσμά της εἶναι κτιστό: ὁ δημιουργημένος κόσμος

  Ὁ Θεὸς εἶναι Ἄκτιστος, κανένας δὲν τὸν δημιούγησε, καὶ ἡ Οὐσία του εἶναι ἀναίτιος. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ κόσμος δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἄκτιστος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι βιολογικὸ ὄν, ἀλλὰ τὰ κατασκευάσματα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπὸ ὁρισμένα ὑλικὰ ποὺ σίγουρα δὲν ἀνήκουν στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ ἀνθρώπινα κατασκευάσματα ὅμως, προέρχονται ἀπὸ τὴν δημιουργική του ἐνέργεια, εἶναι προϊόντα ἀνθρώπινης ἐνέργειας, ὄχι τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ παιδὶ ποὺ γεννιέται ἀπὸ μία μάνα ἔρχεται ὅμως ἀπὸ τὴν ἴδια φύση μὲ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι δηλαδὴ προϊὸν τῆς οὐσίας του. Τηρώντας τὶς ἀναλογίες, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι, κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι προϊὸν τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ διάφορος ἀπὸ τὴν φύση Του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι βιολογικὸ ὄν, ἔχει βιολογικὴ ζωή, ὁ Θεὸς ἔχει ζωὴ ποὺ δὲν εἶναι βιολογική. Ὁ ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται τὴ ζωή του ὡς βιολογική. Ξεκινάει ἀπὸ ἕνα κύτταρο καὶ φτάνει στοὺς πιὸ πολύπλοκους ὀργανισμούς. Πῶς ὅμως θὰ μπορέσει νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς τὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν εἶναι βιολογική; Πῶς ὁ ἐγκέφαλός μας θὰ μπορέσει νὰ τὴν καταλάβει; Τί σημαίνει γιὰ μᾶς τὸ ὅτι Κάποιος ἔχει ζωή, ἀλλὰ δὲν εἶναι βιολογικὸ ὄν; Πῶς θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ περιγράψουμε αὐτὴ τὴ ζωή; Καὶ τί θὰ μπορούσαμε ποτὲ νὰ ποῦμε γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τὴν οὐσία Του; Ἡ ζωὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὸ ξεχνᾶμε, εἶναι ἐνέργειά Του.

  Κατὰ συνέπεια οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι μὲν μεθεκτὲς στὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ κοινωνεῖ μαζί Τους, παραμένουν δὲ Ἄκτιστες, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος παραμένει κτιστός. Καὶ μεταξὺ κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου δὲν ὑπάρχει analogia entis. Δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ ὁ ἄνθρωπος μὲ διανοητικὴ διαδικασία νὰ καταλάβει, ὄχι μόνο τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, μὰ οὔτε καὶ τὴν ἐνέργειά Του. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ οὐσία δὲν παύει νὰ εἶναι ἀμέθεκτη καὶ ἡ ἐνέργεια δὲν παύει νὰ εἶναι μεθεκτή. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ ζήσει τὴν ἴδια τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὴν θεοποιητική Του ἐνέργεια. Αὐτὴ ἀπάγει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν πηγαίνει στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὴν ἄκτιστη ζωὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν κάνει νὰ ζεῖ τὴν ἴδια ζωὴ μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀνηρπάγη μέχρι τρίτου οὐρανοῦ, καὶ ἂν καὶ μετέσχε προσωρινὰ τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ, δὲν μπόρεσε ποτὲ διανοητικὰ νὰ ἐξηγήσει τί τοῦ συνέβη. Τὸ μόνο ποὺ μπόρεσε νὰ ἐκφράσει εἶναι ἄρρητα ρήματα. [14] ( 2 Κορ 12, 4). Κανένα μάτι δὲν εἶδε ποτὲ καὶ κανένα αὐτὶ δὲν ἄκουσε, αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν. [15] (βλέπε 1 Κορ 2, 9).

  Ἡ θεοποιὸς ἐνέργεια, ὅπως καὶ οἱ ἄλλες ἐνέργειες, τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, προέρχεται ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι ἀτελεύτητος. Ἡ θεοποιὸς ἐνέργεια κάνει τὸν ἄνθρωπο ἄκτιστο κατὰ χάρη, δηλαδὴ παντογνώστη, χωρὶς ἀρχὴ καὶ τέλος, τὸν κάνει νὰ περνάει διὰ τοῦ σώματος κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ποὺ δὲν εἶναι ἰδιότητες τοῦ κτιστοῦ, ἀλλὰ τοῦ ἀκτίστου. Αὐτὸ οἱ πατέρες τὸ ὀνόμασαν θεοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ βέβαια ἔβλεπαν ὅτι αὐτὸ γινότανε διὰ τῆς θεοποιητικῆς ἐνέργειας, γιατί στὴν ἴδια αὐτὴν τὴν θεοποιὸ ἐνέργεια μετέχει ὁ κάθε θεωμένος.

  Καθὼς ὡραιότατα τὸ περιγράφει ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ Λόγος διεισδύει σὲ αὐτὸν (στὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ) μέχρι τὸν μερισμὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος χάρις στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν γνώση καὶ δὲν ὑπάρχει σὲ αὐτὸν κανένα μέρος ἄμοιρο τῆς παρουσίας Του- καὶ λοιπὸν αὐτὸς ἔγινε χωρὶς ἀρχὴ καὶ χωρὶς τέλος, ἀφοῦ δὲν ἔχει μέσα του νὰ κινεῖται ἡ χρονικὴ ζωή, ἡ ὁποία ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, καὶ δονεῖται ἀπὸ πολλὰ πάθη, ἀλλὰ ἔχει μόνη τὴ θεία καὶ ἀΐδια ζωὴ τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος κατοίκησε μέσα του, ζωὴ ποὺ δὲν ἔχει πέρας μὲ κανένα θάνατο. [16] (Μάξιμος Ὁμολογητὴς Περὶ διαφόρων ἀπόρων: Πατερικαὶ ἐκδόσεις Γρηγόριος Παλαμᾶς Τόμος14Δ σελίδα 176).

  Θὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι ἡ κάθε φύση ἔχει καὶ τὴν ἐνέργειά της. Ὅπως δὲν ὑπάρχει φύση χωρὶς ὑπόσταση, δὲν ὑπάρχει καὶ φύση χωρὶς ἐνέργεια. Ἂν ὑπῆρχε φύση χωρὶς ἐνέργεια, αὐτὸ θὰ δήλωνε μὴ πραγματική, φαινομενικὴ δηλαδὴ φύση. Γιατί γνωρίζουμε ὅτι ἐνέργεια σημαίνει κίνηση καὶ φύση χωρὶς ἐνέργεια, θὰ σήμαινε φύση ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κινηθεῖ. Πῶς λοιπὸν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει θεϊκὴ φύση χωρὶς ζωή, ἢ ἀνθρωπίνη ἄνευ τῆς αἰσθητικῆς, νοερᾶς καὶ αὐτεξουσίας κινήσεως; Ἀδύνατον .

  Οἱ Πατέρες ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ἐνέργεια εἶναι ἐκ τῆς οὐσίας καὶ ὅτι ἡ κάθε οὐσία ἔχει καὶ τὴν δική της ἐνέργεια. Δηλαδὴ ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἔχει μόνο ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ ἡ κτιστὴ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, ἔχει μόνο κτιστὴ ἐνέργεια. Ἡ ἐνέργεια, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, φανερώνει τί εἴδους εἶναι ἡ φύση. Ἡ κτιστὴ ἐνέργεια προέρχεται μόνο ἀπὸ κτιστὴ φύση καὶ ἄκτιστη ἐνέργεια προέρχεται μόνο ἀπὸ ἄκτιστη φύση. Ὅσα εἶναι τῆς ἴδιας οὐσίας εἶναι καὶ τῆς ἴδιας ἐνέργειας. Δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ ὁ Θεὸς νὰ ἔχει κτιστὴ καὶ ἄκτιστη ζωή. Ἂν εἶναι Θεός, δηλαδὴ ἂν ἔχει θεϊκὴ φύση, θὰ πρέπει νὰ ἔχει μόνο ἄκτιστη ζωή. Μόνο στὴν μυθολογία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ συναντήσει φαντασιακὰ ὄντα ποὺ ἀποτελοῦνται ἀπὸ δύο διαφορετικὲς φύσεις. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο δὲν μποροῦμε μὲ κανένα τρόπο νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφορετικῆς φύσεως ἀπὸ τὴν οὐσία Του, δηλαδὴ κτιστή.

  Πρέπει ἐπίσης νὰ ξέρουμε ὅτι ἄλλο εἶναι ἐνέργεια καὶ ἄλλο ἐνεργητικὸ καὶ ἄλλο ἐνέργημα καὶ ἄλλο αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ. Ἐνέργεια λοιπὸν εἶναι ἡ δραστικὴ καὶ οὐσιαστικὴ κίνηση τῆς φύσης. Ἐνεργητικὸ εἶναι ἡ φύση ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ἡ ἐνέργεια. Ἐνέργημα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας. Ἐνῶ αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ εἶναι αὐτὸς ποὺ κάνει χρήση τῆς ἐνέργειας, δηλαδὴ ἡ ὑπόσταση.[17] (Ἰωάννης Δαμασκηνὸς Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως 59(III,15)). Ἐδῶ θὰ χρειστεῖ νὰ κάνουμε μία διευκρίνιση. Στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου ἔχουμε πολλὲς ὑποστάσεις ποὺ ἐνεργοῦν ἐντελῶς ξεχωριστὰ καὶ αὐτόνομα ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη. Δηλαδὴ ὁ ἐνεργῶν εἶναι ὁ Γιῶργος ἢ ὁ Γιάννης. Ἐνέργημα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας τοῦ Γιώργου καὶ τοῦ Γιάννη. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Γιῶργος εἶναι ξεχωριστὸς ἀπὸ τὸν Γιάννη νομίζουμε ὅτι ἡ ἐνέργεια εἶναι διαφορετική, δηλαδὴ ὅτι ἡ ἐνέργεια δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση ἀλλὰ εἶναι προσωπική. Καὶ μιλᾶμε γιὰ προσωπικὴ ἐνέργεια τοῦ Γιώργου, ποὺ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ἐνέργεια τοῦ Γιάννη. Νομίζουμε λοιπὸν ὅτι ἡ ἐνέργεια εἶναι ἐκ τοῦ προσώπου ἢ ὅπως ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι σήμερα, [18] ὅτι εἶναι δῆθεν ἡ δυνατότητα τῆς φύσεως νὰ γνωστοποιεῖ τὰ ξεχωριστὰ πρόσωπα, γιατί διαφοροποιεῖ κάθε ἄνθρωπο ἀπὸ ὅλους τοὺς συνανθρώπους του. (Βλέπε Χρῆστο Γιανναρᾶ, τὸ ἀλφαβητάρι τῆς πίστης σελίδα 71 καὶ 72 Ἐκδόσεις Δόμος). Ἀλλὰ τέτοια φυσικὴ ἰδιότητα δὲν ὑπάρχει.

  Ἡ μιὰ ἀνθρώπινη φύση καταντάει νὰ φαίνεται ἀτομικὴ σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ δὲν καταφέρνουμε νὰ δοῦμε τὸν ἕνα ἄνθρωπο, μέσα στὰ δισεκατομμύρια ὑποστάσεων. Φαίνεται σὰν νὰ διασπᾶται ἡ ἀνθρωπότης, ἡ μία ἀνθρωπότης, ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, σὲ πολλοὺς ποὺ μόνο θεωρητικὰ ἔχουν κοινὴ φύση. Μόνο διανοητικὰ πιὰ συλλαμβάνουμε τὸ κοινὸ τῆς φύσεώς μας, ὅπως ὀρθότατα παρατηρεῖ ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γιὰ τὴν μεταπτωτική μας κατάσταση.

  Στὸ ἄνθρωπο λοιπὸν ἡ κοινότητα καὶ ἡ συνάφεια καὶ ἡ ἑνότητα θεωρεῖται μὲ τὸν λόγο καὶ τὴν σκέψη. Γιατί σκεπτόμαστε μὲ τὸ νοῦ, ὅτι ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος εἶναι τῆς ἴδιας φύσεως καὶ ἔχουν μία φύση. Ὁ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι ζῶο λογικὸ καὶ θνητό, καὶ ὁ καθένας εἶναι σάρκα ἐμψυχωμένη μὲ ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερή. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ κοινὴ φύση εἶναι θεωρητὴ μὲ τὸν λόγο. Ἔπειτα οὔτε οἱ ὑποστάσεις βρίσκονται ἡ μία στὴν ἄλλη. Ἀλλὰ ἡ καθεμιὰ κατὰ ἰδιαίτερο τρόπο καὶ σὲ ἰδιαίτερο μέρος, εἶναι δηλαδὴ χωρισμένη καθ’ ἑαυτὴ καὶ ἔχει πάρα πολλὰ στοιχεῖα ποὺ τὴν διακρίνουν ἀπὸ τὴν ἄλλη. Γιατί καὶ κατὰ τὸν τόπο εἶναι ξεχωριστὲς καὶ κατὰ τὸν χρόνο διαφέρουν καὶ κατὰ τὴν γνώμη μερίζονται καὶ κατὰ τὴν δύναμη καὶ κατὰ τὴν μορφή, δηλαδὴ κατὰ τὸ σχῆμα καὶ τὴν ἕξη καὶ τὴν κράση καὶ τὴν ἀξία καὶ τὸ ἐπάγγελμα καὶ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ἰδιώματα, περισσότερο ὅμως ἀπ’ ὅλα κατὰ τὸ ὅτι δὲν βρίσκονται ἡ μία στὴν ἄλλη ἀλλὰ εἶναι ξεχωριστές. Γι’ αὐτὸ λέγονται καὶ δύο καὶ τρεῖς ἄνθρωποι καὶ πολλοί. [19] (Ἰωάννης Δαμασκηνὸς Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος 8 (1,8) Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ σελίδα 62-64).

  Στὸν Θεὸ ὅμως δὲν συμβαίνει ἔτσι. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἂν συν­έβαινε αὐτὸ δὲν θὰ εἴχαμε ἕνα Θεὸ μὰ τρεῖς. Ἀλλὰ ἐμεῖς ξέρουμε ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν θεωμένων Πατέρων ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μὲν τρισυπόστατος, ἀλλὰ εἶναι ἕνας. Γιατί ἐκεῖ (δηλαδὴ στὴν Τριάδα) ἡ κοινότητα καὶ ἡ ἑνότητα θεωρεῖται κατὰ τὰ πράγματα, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ συναϊδιότητα καὶ ἡ ταυτότητα τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἐνέργειας καὶ τοῦ θελήματος καὶ ἡ σύμπνοια τῆς γνώμης καὶ ἡ ταυτότητα τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἀγαθότητος (δὲν λέμε ὁμοιότητα ἀλλὰ ταυτότητα) καὶ μοναδικότητα κινήσεως. Μία λοιπὸν εἶναι ἡ οὐσία, μία ἡ ἀγαθότητα, μία δύναμη, μία θέληση, μία ἐνέργεια, μία ἐξουσία, μία καὶ ἡ αὐτή, ὄχι τρεῖς ὅμοιες μεταξύ τους ἀλλὰ μία καὶ ἡ αὐτὴ κίνηση τῶν τριῶν ὑποστάσεων. [20] (Ἰωάννης Δαμασκηνὸς Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος 8, (1,8) Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ σελίδα 64).

  Εἶναι λοιπὸν προφανὲς ὅτι ὁ ἐνεργῶν στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὁ Πατὴρ ξεχωριστὰ ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα. Ὁ ἐνεργῶν εἶναι ὁ Θεός: ὁ Πατὴρ σὺν τῷ Υἱῷ σὺν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι. Αὐτὸ βέβαια σημαίνει ὅτι ὁ Πατὴρ δὲν ἐνεργεῖ ὡς Πατήρ, ἀλλὰ ὡς Θεὸς καὶ ὁ Υἱὸς δὲν ἐνεργεῖ ὡς Υἱός, ἀλλὰ ὡς Θεὸς καὶ τὸ Πνεῦμα δὲν ἐνεργεῖ ὡς Πνεῦμα, ἀλλὰ ὡς Θεός. Καὶ ἐπειδὴ Θεὸς εἶναι ὁ Πατήρ, Θεὸς καὶ ὁ Υἱός, Θεὸς καὶ τὸ Πνεῦμα, ἡ ἐνέργεια εἶναι μία καὶ ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἐνεργεῖ. Ὁ Θεὸς τῶν ὅλων καὶ Πατέρας θὰ μποροῦσε θεωρητικὰ νὰ θέλει κάτι εἴτε ὡς Πατέρας εἴτε ὡς Θεός. Ἀλλὰ ἂν θὰ ἤθελε σὰν Πατέρας τὸ θέλημά του θὰ ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ του. Γιατί ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι Πατέρας. Ἂν ὅμως ὁ Πατὴρ θέλει μόνο κατὰ τὸ ὅτι εἶναι Θεός, Θεὸς εἶναι καὶ ὁ Υἱός, Θεὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Ἄρα τὸ θέλημά τους αὐτό, εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς φύσεώς τους, δηλαδὴ φυσικό.[21] (Ἰωάννης Δαμασκηνὸς Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Περὶ θελημάτων καὶ αὐτεξουσίων τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ 58 (III,14). Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ σελίδα 264-266).

  Κατὰ συνέπεια ὅποιος ἐν Πνεύματι γνωρίζει τὸν Υἱόν, γνωρίζει καὶ τὸν Πατέρα καὶ ὅποιος βλέπει τὸν Υἱὸν ἐν Πνεύματι, βλέπει καὶ τὸν Πατέρα. Ἐδῶ καταλαβαίνουμε πιὰ ξεκάθαρα ὅτι στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ προσωπικὲς ἐνέργειες. Ἂν ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἦταν προσωπική, τότε θὰ ἔπρεπε ἡ ἐνέργεια τοῦ Πατρὸς νὰ ἦταν κατ’ ἀνάγκη διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Υἱοῦ καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος. Κὰ ἂν θὰ ἦταν διαφορετικὲς οἱ ἐνέργειές τους, θὰ εἴχαμε τρεῖς Θεούς. Καὶ πάλι ἂν οἱ ἐνέργειές τους ἦταν προσωπικές, τότε θὰ ἦταν καὶ ἀκοινώνητες μεταξύ τους. Καὶ ἂν θὰ συνέβαινε αὐτό, θὰ ἦταν κτιστὲς ἢ ἄκτιστες; Γι’ αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ ἔχουμε σωστὴ γνώση Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ μιλᾶμε γιὰ κοινωνία προσώπων, ἀλλὰ γιὰ φυσικὴ ταυτότητα τῶν Τριῶν. Δὲν γνωρίζουμε τὸν Θεὸ σὰν Πατέρα, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται στὴν φύση μας μέσῳ τῶν θείων ἐνεργειῶν. Ναὶ μὲν ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει διάκριση μεταξὺ κτιστῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ ἀκτίστου Θεοῦ, αὐτὴ ὅμως ἡ διάκριση δὲν ἐμποδίζει τὴν κοινωνία καὶ μέθεξη μὲ τὸ μεθεκτὸ τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὶς ἐνέργειές Του. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἐνεργῶν εἶναι ὁ Πατήρ, δι’ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μποροῦμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐν ἁγίῳ Πνεύματι νὰ δοῦμε τὸν Υἱὸν καὶ ὅποιος βλέπει τὸν Υἱὸν βλέπει καὶ τὸν Πατέρα καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ἔχουμε κοινωνία καὶ γνώση Θεοῦ, ὅση βέβαια μᾶς παραχωρεῖται.

Ἀλλοίωσις ὀρθοδόξου θεολογίας ἀπὸ τὸν Μητρ. Ἰωάννην Ζηζιούλαν, ὁ ὁποῖος συνεχίζει τὴν θεολογίαν τοῦ Ἁγίου Σεργίου τῶν Παρισίων

  Ἀλλὰ ἂς δοῦμε τὴν θεολογία καὶ ἐκκλησιολογία τοῦ πρωτείου τοῦ Μητρ. Περγάμου: Φαντάζεται ὅτι κάθε λογικὴ φύση διέπεται ἀπὸ ἀναγκαιότητα καὶ στερεῖται ἐλευθερίας. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ ἡ φύση θεωρεῖται ὅτι ἀναγκάζει τὸν καθένα νὰ εἶναι ἔτσι ὅπως αὐτὴ θέλει, ἐπειδὴ κινεῖται ὑπὸ τὴν ἐπήρεια ὁρισμένων δυνάμεων ἢ φυσικῶν νόμων ποὺ τὴν ὑποχρεώνουν νὰ συμπεριφέρεται πάντοτε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο.

  Γιὰ νὰ ξεπεράσει τὴν μηχανιστικὴ αὐτὴ ἄποψη, ὁ Μητρ. Περγάμου εἰσηγήθηκε μία καινούργια ἰδέα, μία ὀντολογία ποὺ ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο καὶ στὴν ἑτερότητα, θεωρούμενα σὰν ἀποκλειστικὲς πηγὲς ἐλεθευρίας, ἐντελῶς ἀνεξάρτητες ἀπὸ τὴν κοινὴ φύση. Μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ ἡ φύση στερεῖται ἐλευθερίας, κινεῖται ἐντελῶς μηχανικὰ καὶ ἀναγκαστικὰ καὶ ἡ ἐλευθερία ἀνήκει στὸ πρόσωπο, (“τὸ μόνο ἀληθινὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσεως), ποὺ καὶ αὐτὸ βέβαια ὑπόκειται στὸν ἐξαναγκασμὸ ἀπὸ τὴν μηχανικὴ κίνηση τῆς φύσεως. Εἶναι σὰν νὰ νομίζει ἕνας ποδηλάτης ὅτι ἡ ἰσορροπία τὴν ὁποία ἐπιτυγχάνει κινούμενος πάνω στὸ ποδήλατό του εἶναι ἀποκλειστικὸ ἐπίτευγμα τῶν ποδιῶν του καὶ δὲν ἔχει τίποτα νὰ κάνει μὲ τὴν μηχανικὴ δομὴ τοῦ ποδηλάτου του. Ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα τὸ ποδήλατο εἶναι φτιαγμένο μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ ἐπιτρέπει στὸν κάθε ποδηλάτη νὰ ἐπιτύχει ἰσορροπία κατὰ τὸ τρέξιμο. Μία μικρὴ βλάβη στὸν μηχανισμὸ τοῦ ποδηλάτου καθιστᾶ τὴν ἰσορροπία ἀδύνατη. Αὐτὸ σημαίνει σὲ τελευταία ἀνάλυση ὅτι ἔγκειται στὴν φύση τοῦ ποδηλάτου τὸ νὰ διατηρεῖ τὴν ἰσορροπία τοῦ ποδηλάτη.

  Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν πτωτικὴ νοοτροπία σκέψεως τὸ πρόσωπο φαίνεται σὰν νὰ ἔχει μεγάλο πρόβλημα μὲ τὴν δῆθεν μηχανικὴ κίνηση τῆς φύσεως καὶ ἐπειδὴ ὅσοι ἀντιλαμβάνονται ἔτσι τὰ πράγματα νομίζουν ὅτι τὰ πρόσωπα δὲν κινοῦνται μηχανικά, ἀλλὰ διαθέτει τὸ καθένα τους δική του ἐλευθερία. Ἔτσι τὸ πρόβλημα ποὺ πρέπει νὰ λυθεῖ ἀπὸ τέτοιους στοχαστὲς σήμερα εἶναι πῶς θὰ ἀπαλλαγεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν δῆθεν ἐσωτερικὴ μηχανικὴ ἀναγκαιότητα τῆς φύσεώς του. Ἀλλὰ προτοῦ ἀπαντήσουν σ’ αὐτὸ τὸ πρόβλημα, τὸ μεταβιβάζουν στὸν ἴδιο τὸν Θεό, τὸν Ὁποῖον φαντάζονται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια δῆθεν τῆς ἐξαναγκασμένης φύσεώς Του. Αὐτὴ ἡ ὑποταγμένη στὴν ἀναγκαιότητα φύση Του τὸν ἐξαναγκάζει νὰ εἶναι καὶ Θεὸς καὶ ἀγαθός. Δηλαδή τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα ποὺ θέτουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι: πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγεῖ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν φυσική του ἀγαθότητα; Ἄν κατάφερνε νὰ ἀπαλλαγεῖ ὁ Θεὸς θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε καὶ μεῖς!

  Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἀσκεῖ τὴν ὀντολογικὴ ἐλευθερία Του, ἐκεῖνο ποὺ τὸν κάνει νὰ εἶναι ὀντολογικὰ ἐλεύθερος, εἶναι ὅτι ὑπερβαίνει καὶ καταργεῖ τὴν ὀντολογικὴ ἀναγκαιότητα τῆς οὐσίας μὲ τὸ νὰ εἶναι Θεὸς ὡς Πατήρ, δηλαδὴ ὡς Ἐκεῖνος, ποὺ γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα[2]!!! Κατὰ συνέπεια γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσεώς Του – σύμφωνα μὲ τὸν Μητρ. Περγάμου – πρέπει νὰ χωριστεῖ ἡ ἐλευθερία Του ἀπὸ τὴν βούλησή Του, ἡ ὁποία δὲν θὰ πρέπει πλέον νὰ θεωρεῖται αὐτεξούσια, οὔτε κἄν ἐλεύθερη. Ἡ βούλησή Του κατ’ αὐτὸν δὲν εἶναι ἐλεύθερη. Ἡ ἐλευθερία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν φύση, τὴν θεωρεῖ ἀποκλειστικὴ ἰδιότητα τοῦ προσώπου καὶ μάλιστα τοῦ προσώπου τοῦ Πατρός, οὕτως ὥστε κάθε πρόσωπο νὰ προηγεῖται ὀντολογικὰ ἀπὸ τὴν φύση καὶ νὰ γίνεται ἔτσι σημαντικότερο ἀπὸ αὐτήν. Γιὰ τοὺς Ἕλληνας Πατέρας τὸ ἑνιαῖον τοῦ Θεοῦ, ὁ ἕνας Θεὸς καὶ ἡ ὀντολογικὴ ἀρχὴ ἢ αἰτία τῆς προσωπικῆς τριαδικῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ δὲν συνίσταται εἰς τὴν μίαν οὐσίαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἰς τὴν ὑπόστασιν, δηλαδὴ τὸ πρόσωπον τοῦ Πατρός. Ὁ ἕνας Θεὸς δὲν εἶναι ἡ μία οὐσία, ἀλλὰ ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ αἰτία τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Πνεύματος[3]. Τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Πατρὸς προηγεῖται καὶ καθορίζει τὴν οὐσία του δὲν προκαθορίζεται ἀπὸ αὐτήν.[4] Σ’ αὐτὴν τὴν τερατώδη ἀντίληψη περὶ Θεοῦ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος ὁ μέγας Πατριάρχης Ἱεροσολύμων καὶ πνευματικὸς ὁδηγὸς τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ ἀπαντᾶ: ἔστιν οὖν μετὰ τὸ εἶναι Θεός, Πατὴρ ὁ Πατήρ, καὶ ἔστι μετὰ τὸ εἶναι Θεὸς Υἱὸς ὁ Υἱός, καὶ ἔστι μετὰ τὸ εἶναι Θεός, Πνεῦμα ἅγιον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον.

  Ἐντελῶς ἀντίθετα πρὸς τὸν Ἅγιον Σωφρόνιο γιὰ τὸν Μητρ. Ζηζιούλια ἡ θεία φύση εἶναι ἀναγκαστικὴ καὶ ἂν κάποιος πεῖ τὸν Θεό, φύσει Θεὸ και φύσει ἀγαθὸ καὶ φύσει δημιουργό, Τὸν βάζει ὑπὸ τὸ κράτος μίας ἀνάγκης, ἡ ὁποία αἴρεται μόνο μὲ τὴν “ὀντολογία» τοῦ προσώπου. Ἄν ἡ ψυχὴ εἶναι φύσει ἀθάνατος τότε ἡ προσωπικὴ ἐπιβίωση εἶναι ἀναγκαστικὴ , ἐπανερχόμεθα πάλιν εἰς τὴν ἀρχαίαν κλασσικὴν ὀντολογίαν. Τότε καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀθάνατος ἀπὸ τὴν φύση του, δηλαδὴ κατ’ ἀνάγκην καὶ ὁ ἄνθρωπος συγγενεύει οὐσιαστικά, ἀναγκαστικά, μὲ τὸν Θεὸν[5]. Ὁ Θεὸς λοιπὸν δὲν εἶναι ἀναγκασμένος ἀπὸ τὴν φύση του νὰ εἶναι Θεός, διότι τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρὸς ἐλεύθερα ἀποφασίζει νὰ εἶναι Θεός, νὰ ἔχει δηλαδὴ αὐτὴ τὴν φύση. Ἑπομένως ἡ φύση ἐκπηγάζει ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρός, πρᾶγμα ποὺ γιὰ τὸν Παλαμᾶ καὶ ὅλους τοὺς Πατέρες εἶναι μία μεγάλη δυσσέβεια. [6]

 

Ἡ Περιεκτικὴ Ἐκκλησιολογία, μία ἐφεύρεσις Οἰκουμενιστική – 1ον

Previous Article

Ο «Πάπας» Λέων ΙΔ΄ κατάργησε το «Φιλιόκβε»;

Next Article

Ὄνειρον Σκιᾶς ὁ Μέγας Θρίαμβος τῆς Νικαίας