Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τοῦ Ὀρθοδόξου ἐνώπιον τῶν προσεχῶν πολλαπλῶν ἐκλογῶν

Share:

Αὐτὴ τὴν στιγμὴ στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο, γιὰ νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ αὐτόν, διαμορφώνονται κοσμογονικὲς τάσεις. Καὶ αὐτομάτως τίθεται τὸ ἐρώτημα ποιὰ θὰ εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ Ἕλληνα, χριστιανικὰ σκεπτόμενου καὶ πολιτικὰ ὑπεύθυνου; Αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ εἴτε μὲ τὴν ψῆφο του εἴτε μὲ τὸν ἐξωθεσμικό του ἀγώνα. Τὸ εὐρωπαϊκὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖο ἔχει οἰκοδομηθεῖ μὲ τὴν συνθήκη τῆς Ρώμης καὶ τὶς ἄλλες σχετικὲς συνθῆκες βρίσκεται σὲ ἐπίθεση καὶ ἀμύνεται προσπαθώντας νὰ χαρακτηρίσει τοὺς κριτικούς του ἤ λαϊκιστὲς ἤ ἀντιδημοκράτες.

Μέσα σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν ἀναταραχὴ ἡ νηφαλιότης καὶ τὸ Παύλειο «πάντα δοκιμάζετε τὸ καλὸν κατέχετε», ἴσως εἶναι ὁ καλύτερος ὁδηγός. Ὁ χειρότερος ὁδηγὸς εἶναι νὰ θεωρηθεῖ ὅτι τὸ εὐρωπαϊκὸ κεκτημένο πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς πλήρης κώδικας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ δεχθεῖς τὰ πάντα καὶ δὲν ἐπιτρέπoνται προσθῆκες ἤ ἀφαιρέσεις. Ὅπως ἐλέχθη προσ­φυῶς ἀπὸ τὸν Jacques Krynen στὸν χῶρο τῆς Εὐρώπης ἐξελίσσεται μία ὑπερεθνικὴ κανονιστικὴ ὕβριs, ἕνας νομικὸς κανονιστικὸς ἀποικισμὸς τῶν πάντων.Θέματα ποὺ ἀντιμετώπιζε μὲ μεγάλη περίσκεψη ὁ χῶρος τῆς ἀτομικῆς καὶ κοινωνικῆς ἠθικῆς, ὁ χῶρος τῆς φιλοσοφίας τοῦ δίκαιου, τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς, τῆς πολιτικῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς χριστιανικῆς θεολογικῆς ἠθικῆς καὶ ἀσκητικῆς ἀντιμετωπίζονται ἀνεύθυνα, μαζικὰ καὶ ὁλοκληρωτικὰ μὲ κανονισμοὺς καὶ ντιρεκτίβες, γιὰ τὶς ὁποῖες οὔτε λαοὶ ἐρωτῶνται οὔτε κυβερνήσεις λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ οὔτε ἐνδεχόμενα συνειδησιακὰ προβλήματα τῶν χριστιανῶν τυγχάνουν τῆς δέουσας προσοχῆς.

Ἡ κριτικὴ ἔναντι αὐτοῦ τοῦ συστεμικοῦ κανονιστικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ προέρχεται ἀπὸ δύο βασικὰ στρατόπεδα, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀδιαμόρφωτους, ποὺ ἁπλῶς ἀντιδροῦν, γιατί κάτι δὲν τοὺς ἀρέσει π.χ. ἡ ἀδιευκρίνιστη ἀκόμα στάση τῶν κίτρινων γιλέκων στὸ Παρίσι. Τὰ δύο ἄλλα κολοσσιαῖα ρεύματα ποὺ ἀντιπαρατίθενται μὲ τὴν εὐρωπαϊκὴ τεχνοκρατία εἶναι τὸ λεγόμενο ταυτοτικὸ κίνημα, τὸ ὁποῖο καλλιεργήθηκε σὲ ἐπίπεδο πολιτικῆς θεωρίας ἀπὸ δύο μεγάλους χριστιανοὺς θεωρητικοὺς καὶ φιλοσόφους τὸν Alasdair MacΙntyre καὶ τὸν Paul Ricoeur. Αὐτοὶ πρωτοστάτησαν στὴν λεγόμενη ἑρμηνευτικὴ στροφὴ τῆς πολιτικῆς, ποὺ μὲ ἁπλούστερους ὅρους σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε ὑπαρξιακὸ νόημα στὸν πολιτικὸ βίο καὶ νὰ ξεπεράσουμε τὴν ψευδώνυμο γνώση τοῦ δῆθεν ἀναπτυξιακοῦ οἰκονομισμοῦ, γιατί οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ ἀντιμετωπίζονται σάν ἀνταλλάξιμα προϊόντα στὴν διεθνῆ κατανομὴ τῶν ἀγορῶν. Αὐτὸ συνεπάγεται τὴν ἐπαναανακάλυψη τῶν χριστιανικῶν ριζῶν τῆς Εὐρώπης.Βεβαίως σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς κινήσεις τῆς ἀναζήτησης τῶν χριστιανικῶν ριζῶν τῆς Εὐρώπης ἐλλοχεύει ὁ μέγας κίνδυνος ἤ νὰ παρεισφρύσουν, ὡς προβατόσχημοι λύκοι, στοιχεῖα φασιστικοῦ τύπου, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦν τόν χριστιανισμὸ γιὰ ἀλλότριους σκοποὺς ἤ κάτι πιὸ ὕπουλο, νὰ θεωρηθεῖ ὁ χριστιανισμὸς σὰν ἕνα πολιτιστικὸ ἁπλῶς μέγεθος.

Ἐδῶ ἔρχεται καὶ τὸ ἑπόμενο μεγάλο κῦμα κριτικῆς ἀναλυόμενο μεταξὺ ἄλλων ἀπὸ τὸν σπουδαῖο πολιτειολόγο Olivier Roy, ὁ ὁποῖος θέτει τὰς χεῖρας του βαθύτερα ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων. Λέει ὁ Roy μὲ πολὺ ἁπλούς ὅρους: τὸ δίλημμα δὲν εἶναι νὰ διαλέξουμε μεταξὺ μιᾶς σύγκρουσης δῆθεν τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ διαφωτισμοῦ ἤ ἄλλων ξεπερασμένων διλημμάτων, ποὺ ἐμφανίζονται στοὺς χώρους τῆς μελέτης τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. Πρέπει νὰ καταλάβουμε, συνεχίζει ὁ ROY, ὅτι μετὰ ἀπὸ τὴ λεγόμενη σεξουαλικὴ ἐπανάσταση τοῦ ’60 καὶ ἐντεῦθεν κατέρρευσε ὁ κοινὸς ἠθικὸς ἱστός, τὸν ὁποῖο ἐσέβοντο καὶ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ χριστιανικοῦ κράτους καὶ τοῦ κοσμικοῦ. Ὁ κώδικας αὐτὸς ἦταν ὅτι ὁ ἄνθρωπος τόσο στὸν δημόσιο ὅσο καὶ στὸν ἰδιωτικό του βίο πρέπει νὰ ζεῖ ζωή προσεκτική, συγκρατημένη καὶ ὄχι ἔξαλλη. Ὅταν ὅλη αὐτὴ ἡ λαίλαπα τοῦ ἀφιλοσόφητου βίου, τοῦ βίου δίχως ἐσωτερικὴ συγκέντρωση καὶ ἐξωτερικὴ συνέπεια, χτυπήθηκε ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθεριότητος τῶν ἠθῶν καὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἀγορῶν νὰ πωλοῦν ὅ,τι θέλουν σὲ ἀδιαμόρφωτες παιδικὲς ψυχὲς καὶ νὰ προπαγανδίζεται ἕνα αἴσθημα πολεμικῆς σὲ κάθε κανόνα, ὅταν δηλαδὴ ἔγινε κανόνας τὸ ἀπαγορεύεται, τὸ ἀπαγορεύεται ὡς ἀδιάκριτη ἀντίδραση ἔναντι τῶν καταπιέσεων· τὸ ἑπόμενο βῆμα, ὅλα αὐτὰ νὰ γίνουν καὶ νομοθεσία δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει. Ἔχουμε πλέον στὴν Εὐρώπη αὐτό, ποὺ ὁ διάσημος ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικός Fleury ἐντόπισε σὰν τὴν κύρια ἐσωτερικὴ αἰτία ὑποβάθμισης τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὴν κατάρρευση τῶν ἠθῶν. Τὸ τρίτο λοιπὸν γιγαντιαῖο κίνημα, ποὺ ἀναπτύσσεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μὲ βαθειὰ χριστιανικὴ συνείδηση εἶναι τὸ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι ἁπλὸ πολιτιστικὸ μέγεθος, ἀλλὰ πίστη διὰ ἀγάπης ἐνεργουμένης. Εἶναι ἡ ἔμπονος ἀσκητικὴ τῆς πίστεως,ἡ ὁποία ἀφορᾶ τόσο τὸν ἰδιωτικὸ ὅσο καὶ τὸν δημόσιο βίο τοῦ ἀνθρώπου καὶ παράγει πολιτικὸ λόγο ἐπικεντρωμένο στὴν προτεραιότητα τῆς ἐνεργοῦ σχέσης μὲ τὸ Χριστό.

Καὶ ἐρχόμαστε στὰ καθ’ ἡμᾶς. Ἐδῶ καὶ ἀρκετὰ χρόνια μὲ ὁμοφωνία τῶν μεγάλων δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν κομμάτων, ποὺ καλῶς ἤ κακῶς χαρακτηρίζονται ὡς συστεμικά, ἀσκεῖται μία προσπάθεια, ποὺ μᾶς θυμίζει σκηνὲς πνευματικοῦ ὁλοκαυτώματος, εἰς βάρος τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Στὸ ὄνομα δῆθεν προσαρμογῆς μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ δεδομένα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο σὲ πολλὰ σημεῖα εἶναι ψεύτικο δίλημμα, γιατί τέτοια δεδομένα, ὅπως παρουσιάζονται στὴν Ἑλλάδα, δὲν ὑπάρχουν στὴν Εὐρώπη, καλοῦνται ἄγουρες ψυχὲς νὰ ἀντικατηχηθοῦν στὴν φιλοσοφία τοῦ ἔκλυτου βίου. Σ’ αὐτὸ προστίθεται ἕνα περίεργο ρεῦμα ἐπιβολῆς ἐκ τῶν ἄνω ἑνὸς ἄθλιου κοινωνικοῦ δαρβινισμοῦ, ὅπως τὸν ἀνέλυσε ἡ Βarbara Stiegler ποὺ τὴν ἐλευθερία τελικὰ τὴν μεταποιεῖ σὲ ἀπόλυτη ἀνελευθερία τῆς ἐπιβίωσης τοῦ ἰσχυρότερου οἰκονομικά.

Στὴν Ἑλλάδα τώρα τελευταῖα προέκυψαν καὶ ἀλλὰ προβλήματα ὡς πρὸς τὸ κατὰ πόσον οἱ ποιμένες πρέπει νὰ διαφωτίζουν καὶ πολιτικὰ τὸ πλήρωμα καὶ ἰδιαίτερα νὰ προειδοποιοῦν γιὰ τὶς πνευματικὲς συνέπειες τῆς ἐπιλογῆς μερικῶν κομματικῶν ἰδεολογικῶν σχηματισμῶν. Πρώτης προτεραιότητος εἶναι τὸ νὰ γίνει κατανοητὸ ὅτι οὐδείς τομέας τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου εἶναι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀνάμειξη μὲ τὴν πολιτικὴ δὲν εἶναι ἕνα ἠθικὰ ἀδιάφορο θέμα καὶ συνεπάγεται βαθύτατες ἐπιλογὲς καὶ στάσεις ζωῆς ποὺ ἄλλοτε εἶναι σὲ ἁρμονία καὶ ἄλλοτε εἶναι σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν πνευματικὸ βίο τοῦ ἀνθρώπου.Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὴν κανονικὴ ἀπαγόρευση ἀνάληψης κοσμικῶν ἀξιωμάτων ἀπὸ τοὺς κληρικούς. Αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευση δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑποχρέωση ποιμαντικῆς συμβουλευτικῆς πρός τοῦς λαϊκούς ποὺ ἐμπλέκονται στὸ δημόσιο βίο. Ὁ Μέγας Φώτιος κατηύθυνε τὸν ἡγεμόνα τῆς Βουλγαρίας, ποὺ ἦταν καὶ πνευματικό του τέκνο, μέσῳ ἐπιστολῶν οἱ ὁποῖες εἶναι ἀριστούργημα ἀντιμακιαβελικῆς πολιτικῆς ὀρθοκρισίας. Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καλλιεργοῦσαν τὴν προσοχὴ τοῦ ποιμνίου στὴν ἐγρήγορση σὲ σχέση μὲ τὸ ἀντινομοθετεῖν ἀπὸ μεριᾶς τῆς πολιτείας εἰς βάρος τοῦ Εὐαγγελικοῦ νόμου,δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀντίθεση τῶν ἀνθρώπινων ἐντολῶν μὲ τὶς θεῖες ἐντολές.

Στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο διακινοῦνται εὐρέως δύο σοφίσματα. Τὸ ἕνα εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἑνώνει, ἐνῷ τὰ κόμματα διαιροῦν, ἄρα ἡ Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ ἔχει πολιτικὸ λόγο, γιὰ νὰ μὴ διαιρέσει. Ἡ ἀπάντηση σὲ αὐτὸ τὸ σόφισμα εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ Ἐκκλησία ἑνώνει ἀνθρώπους. Ἀλλὰ ὅταν βλέπει ὅτι ὀργανωμένοι πολιτικοὶ φορεῖς προωθοῦν συστηματικὸ ἰδεολογικὸ ἀντιχριστιανισμὸ ἡ δουλειά της εἶναι νὰ διαιρέσει,νὰ συστήσει τὴν ἀπομάκρυνση ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς χώρους γιὰ λόγους ἀσφάλειας καὶ νὰ προειδοποιήσει γιὰ τὸν κίνδυνο τῆς αἱρέσεως μέσῳ τοῦ πολιτικοῦ λεξιλογίου. Ὅπως ἔλεγε ὁ Karl Rahner οἱ σύγχρονες αἱρέσεις εἶναι ἀνθρωπολογικοῦ τύπου καὶ εἰσάγονται στὴν κοινωνία μέσῳ ψευδοεπιστημῶν καὶ ψευδοϊδεολογιῶν. Ὁ ἀντιαιρετικὸς ἀγώνας ἀφορᾶ καὶ τὴν πολιτικὴ ἀθεϊστικὴ προπαγάνδα. Τὸ ἴδιο ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὅταν ἐπεσήμαινε ὅτι ἡ ἀντικατάσταση τοῦ Θεανθρώπου ἀπὸ τὸν ἀνθρωπόθεο συνιστᾶ ἀναβίωση τοῦ Ἀρειανισμοῦ.

Τὸ δεύτερο σόφισμα εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ψηφίζουμε Χριστιανοὺς ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὰ κόμματα καὶ νὰ μὴ ἀσχολούμαστε μὲ τὰ κόμματα καθ’ ἑαυτά. Αὐτὸ γιὰ μία παλαιότερη ἐποχή, ὅπου ὁ μαχητικὸς ἀθεϊσμὸς δὲν ἦταν ἰδεολογία, ἴσως ἦταν σωστό. Σήμερα ὅμως ὅπου ἡ ἀθεΐα ἔχει γίνει καταστατικὴ στρατηγικὴ μερικῶν κομμάτων καὶ ἡ ὑπεράσπιση τῆς διάλυσης κάθε ἠθικῆς ἀντίστασης τῆς κοινωνίας ἔχει γίνει κομματικὸς πανηγυρισμός, ἡ σιωπὴ ὡς πρὸς τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἔνταξη ἤ τὴν ὑποστήριξη τέτοιου εἴδους κομμάτων, ἄσχετα ἀπὸ τὶς ἀρετὲς μερικῶν μελῶν τους, συνιστᾶ ξεχωριστὸ κεφάλαιο ποιμαντικῆς εὐθύνης ποὺ ἀπαιτεῖ βαθειὰ καὶ πολυπαραγοντικὴ ἀξιολόγηση ἐκ μέρους τῶν ὑπεύθυνων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν. Ἡ ἐκκλησιαστική, ἀτομικὴ καὶ συλλογικὴ κατάρτιση, στὴν χριστιανικὴ ὀρθόδοξη πολιτειολογία καὶ στὴν καλλιέργεια ἱκανοτήτων ἐπιλογῆς μὲ βάση ἀρχὲς καὶ ὄχι συναισθήματα ἤ προσωπολατρεῖες εἶναι ὅρος αὐθεντικῆς ὀρθοδόξου μαρτυρίας στὸ δημόσιο βίο. Ὅταν αὐτὰ παραβλέπονται ἔχουμε εἴτε ἐπικίνδυνη ἄγνοια εἴτε δειλία εἴτε συμπαιγνία.

Εἶναι ὑποχρέωση καὶ τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ νὰ καταλάβει ὅτι ἡ οὐδετεροφάνεια ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ κινδύνου μπορεῖ νὰ σημαίνει πνευματικὴ νεκροφάνεια. Οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες ἔχουν κόπο καὶ κόστος. Οὐδετεροθρησκεία δὲν συνιστᾶ μόνο κίνηση πολιτικῶν ἐκκλησιομάχων κατὰ τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἑκούσια ἤ ἀκούσια αὐτοπαραίτηση ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνη εὐαγγελικὴ κριτικὴ τοῦ αὐταρχικοῦ καὶ ὁλοκληρωτικοῦ πολιτικοῦ λόγου. Πολλὲς φορὲς τὰ λεγόμενα περὶ διακριτῶν ρόλων Ἐκκλησίας πολιτείας στὴν πράξη δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κακόφωνη σβέση τῆς προφητείας καὶ ἀδίκημα διὰ παραλείψεως τελούμενο, ὀφειλόμενου πολιτικοῦ ἐλέγχου. Τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι οὔτε ἡ διασφάλιση θρόνων οὔτε ἡ διασφάλιση κεκτημένων δικαιωμάτων ἀλλὰ ἡ προστασία τοῦ κατασπαρασσομένου ποιμνίου ἀπὸ τὴν λαίλαπα τῆς πολιτικῆς αἵρεσης. Τὸ ὀρθοδοξεῖν προϋποθέτει καὶ τὴν διάγνωση τοῦ τί θὰ πεῖ πολιτικῶς κακοδοξεῖν. Ὁποιαδήποτε προσπάθεια κατατρομοκράτησης φλογερῶν ἀγωνιστῶν τῆς Πίστεως, κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπιστεῖ μὲ ἕνα μόνον λόγο, τὴν περίφημη Πέτρειο ὁμολογία: «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» {Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ε΄, 29}.

ΕΡΗΜΟΠΟΛΙΤΗΣ

Previous Article

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Next Article

Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης

Διαβάστε ακόμα