Ἡ προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸν ὑπόδουλον ἑλληνισμὸν καὶ ἡ συμμετοχή της εἰς τοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνας

Share:

Τῆς κας Βαρβάρας Χ. Γιαννακοπούλου, Θεολόγου- Φιλολόγου, Λέκτορος Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ

Ἡ προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὸν ὑπόδουλο Ἑλληνισμὸ καὶ ἡ συμβολὴ καὶ συμμετοχή της στοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες εἶναι ἀνυπολογίστου ἀξίας.

1. Κατ’ ἀρχὴν στὴν Ἐκκλησία ἀφυπνίσθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ ἐθνικὴ συνείδηση τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων. Ἐντὸς αὐτῆς καὶ δι’ αὐτῆς, πολὺ πρὸ τῆς ἁλώσεως τῆς «Βασιλίδος τῶν πόλεων», οἱ Χριστιανοὶ ἀπέκτησαν συνείδηση τῆς ἐθνικότητός τους, ὅτι δηλαδὴ ἦσαν Ἑλλήνων ἀπόγονοι καὶ ὄχι τῶν Ρωμαίων. Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος ὀνόμασε τοὺς συναγωνιστὲς του «ἀπογόνους Ἑλλήνων». Ὁ Βυζαντιακὸς Ἑλληνισμὸς εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ «μὲ τὴν πορφυρίδα τοῦ Χριστιανισμοῦ», ποὺ δὲν ἐγνώρισε Μεσαίωνα, ὡς ἡ Δύση. Εἶναι ὁ κρίκος ποὺ συνδέει τὴν ἀρχαία μετὰ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὅπως ἀποδεικνύει καὶ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος στὴν ἐμπεριστατωμένη Μελέτη του «Περὶ Μεσαίωνος καὶ Βυζαντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ».

2. Ὀρθοδοξία καὶ Ἑλληνισμὸς εἶναι τὰ πρωταρχικὰ στοιχεῖα τῆς ταυτότητος τῶν Ἑλλήνων. Στὴ διαφύλαξη τῆς ταυτότητος τῶν ὑποδούλων καὶ στὴν ἀπόκρουση τοῦ ἐξισλαμισμοῦ καὶ τῆς ξένης προπαγάνδας ἡ Ἐκκλησία συνέβαλε διὰ πολλῶν τρόπων: α) Διὰ τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, ποὺ διεξάγεται στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ δι’ ὅλου τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου της. β) Διὰ τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεως καὶ παιδείας, διὰ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, διὰ τῆς ἱδρύσεως πολλαπλῶν σχολείων ὅλων τῶν βαθμίδων ἀπὸ τὴν «Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολὴ» τοῦ Πατριαρχείου, πανεπιστημιακοῦ ἐπιπέδου, τὴν περίφημη «Ἀθωνιάδα». Σχολὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἕως τὰ «κρυφὰ σχολεῖα» στοὺς Ναοὺς καὶ στὰ Μοναστήρια. γ) Διὰ τῶν κηρυγμάτων καὶ τοῦ μαρτυρίου τῶν Νεομαρτύρων καὶ Ἐθνομαρτύρων της, ἀπὸ τῶν γνωστῶν – ἕως τοῦ Ἐθναποστόλου Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ποὺ ἵδρυσε 230 σχολεῖα, καὶ τῆς Ἁγίας Φιλοθέης, ποὺ ἵδρυσε καὶ τὸ πρῶτο σχολεῖο θηλέων καὶ πολλὰ εὐαγῆ ἱδρύματα -μέχρι ἐκείνων τῶν ἀγνώστων καὶ ἀφανῶν κληρικῶν καὶ μοναχῶν, μαρτύρων τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος.

Ὁ Πατριάρχης δὲν ἦταν μόνον ὁ ἀνώτατος Ἐκκλησιαστικὸς Ἄρχων· ἦταν καὶ ὁ Ἐθνάρχης· ὁ ἀρχηγὸς καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ γένους καὶ προστάτης αὐτοῦ. Μεταξὺ τῶν πολλῶν προνομίων, ποὺ ἔλαβε ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Β΄ καὶ οἱ διάδοχοί του ἀπὸ τὸν Μωάμεθ Β΄ ἦταν καὶ ἡ ἀνώτατη δικαστικὴ ἐξουσία ἐπὶ κλήρου καὶ λαοῦ καὶ ἡ κυρία εὐθύνη ἐπὶ θεμάτων παιδείας· ἁρμοδιότητες ποὺ εἶχαν καὶ οἱ Μητροπολίτες.

Τὸ πρῶτο ἑλληνικὸ τυπογραφεῖο στὴν Κωνσταντινούπολη ἵδρυσε ὁ σοφὸς Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (1624), ποὺ ἐξέδιδε καὶ διένεμε δωρεὰν βιβλία σὲ σχολεῖα καὶ Ναούς. Τυπογραφεῖο στὸ Πατριαρχεῖο ἵδρυσε καὶ ὁ Ἐθνομάρτυς Πατριάρχης, Γρηγόριος Ε΄, ὁ ὁποῖος μὲ ἐγκυκλίους του συνιστοῦσε τὴν ἐκμάθηση τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ τὴν καλλιέργεια τῆς ἑλληνικῆς παιδείας.

Ἀλλὰ μνημονεύσας τοῦ Γρηγορίου Ε΄, πῶς νὰ μὴ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην τῆς παρούσης γενεᾶς τὴν τελευταίαν ἑκατόμβην, ἥν ὁ κλῆρος ἡμῶν ἔθυσεν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος; Πρῶτον ἂν αὐτῇ θῦμα ἔπεσε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης…», γράφει ὁ Ἐθνικός μας Ἱστορικός, Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος, ἐννοῶν τὴν ἀπὸ τῆς ἐνάρξως τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ἑκατόμβη. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλες ἑκατόμβες θυσίας, πρὸ αὐτῆς καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν, τῶν κληρικῶν καὶ μοναχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι, ὡς μιμητὲς τοῦ Μεγάλου Ἀρχιποίμενος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐθυσιάσθησαν ὑπὲρ τοῦ πνευματικοῦ ποιμνίου τους, γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι καὶ ἐν πολλοῖς λησμονημένοι. Ἡ Ἐκκλησία- κλῆρος καὶ λαὸς – συμμετεῖχε στοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους καὶ δι’ ὅλων τῶν προαναφερθέντων προετοίμασε τὸ ἔδαφος γιὰ τὴ μεγάλη ἐπανάσταση τοῦ 1821.

Κληρικοὶ συμμετεῖχαν καὶ στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία: Ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἄνθιμος Γαζῆς, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος, σχεδὸν ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς, ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, ποὺ ὕψωσε τὴν σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως στὴν Ἁγία Λαύρα, ὁ Παπαφλέσσας, ποὺ ἐξήγειρε τὴν Πελοπόννησο κ.ἄ. Ἥρωες τῆς Ἐπαναστάσεως ὑπῆρξαν καὶ πολλοὶ κληρικοί· οἱ γνωστότεροι: Ὁ Ἐπίσκοπος Λαρίσης – Τρίκκης Διονύσιος ὁ Φιλόφοσος, ὁ πρῶτος, ποὺ ἐπανεστάστησε κατὰ τῆς τουρκικῆς κυριαρχίας καὶ ἐθανατώθηκε μὲ φρικτὰ βασανιστήρια τὸν 17ον αἰῶνα. Ὁ «Καπετὰν Καλόγηρος» ὁ Σαμουήλ, ὁ ἥρωας τοῦ ὁλοκαυτώματος στὸ Κούγκι (1803).

Προμαχῶνες τῆς ἐλευθερίας ἦσαν τὰ Μοναστήρια μας. Ἕνα ἐξ αὐτῶν, ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἀγάθωνος Ὑπάτης. Εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ στίχοι τοῦ Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη, ποὺ ἀναφέρονται στὸν «ἀετὸ τῆς Ρούμελης» Ἀθανάσιο Διάκο:

«Ἔνοιωθε κι ἀναγάλλιαζε τὴ δύναμή του ὁ ΔΙΑΚΟΣ.

Μένει μὲ μιᾶς ἀκίνητος. Ἐσταύρωσε τὰ χέρια

καὶ κατὰ τὸν Ἀγάθωνα τὸ πρόσωπό του στρέφει».

Τὰ Μοναστήρια μας εἶναι σύμβολα ἐλευθερίας· εἶναι τόποι ἱεροί, ἀγώνων καὶ θυσιῶν γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἐσωτερικῆς- πνευματικῆς καὶ ἐξωτερικῆς- ἐθνικῆς ἐλευθερίας. Σ’ αὐτὰ προσβλέπουν ἄνθρωποι μὲ ἀδούλωτο φρόνημα, ποὺ ἀποστρέφονται πᾶσα μορφὴ δουλείας, ποὺ ἔχουν κληθῆ, νὰ συμμετάσχουν «στὴν ἐλευθερία τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8,21).

Οἱ ἥρωες καὶ οἱ μάρτυρες τῆς ἐλευθερίας κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ ἦταν παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ δὲν ἐπρόδωσαν τὴν πίστη τους καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ οἱ ἀνυπότακτοι κλέφτες καὶ ἀρματολοὶ Χριστὸ καὶ Παναγία εἶχαν στὴν καρδιά τους. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ δημοτικὸ τραγούδι, ποὺ ἐξυμνεῖ τὸν κλέφτη καὶ ἀρματολὸ Νικολὸ Τζιοβάρα, ποὺ ὑπέταξε τοὺς Τούρκους τῆς Ἠπείρου τὸν 17ον αἰῶνα:

«Λάλησε κοῦκε, λάλησε· λάλα καϋμέν’ ἀηδόνι,

λαλᾶτε ’ς ἀκροπέλαγος, ποὺ πλέουν τὰ καράβια,

ρωτᾶτε γιὰ τὸν Νικολό, τὸν Νικολὸ Τζιοβάρα,

ποῦτον ’ς τὸ Λουρ’ ἀρματολός, ’ς τὸ Καρπενήσι κλέφτης.

Εἶχε Φλάμπουρο κόκκινο, κόκκινο καὶ γαλάζιο,

εἶχε Σταυρό, εἶχε Χριστό, εἶχε καὶ Παναγία…».

Ἐνδεικτικοί τῆς συνεισφορᾶς τοῦ κλήρου στοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες εἶναι καὶ οἱ κάτωθι στίχοι:

«Σ’ τὴ Χώρα, στὰ Θεοδώριανα, μεσ’ τοῦ παπᾶ τὸ σπίτι

βαρέσαν τοὺς ἀρματολούς…»

«Ἀπὸ μικρὸς στὰ γράμματα, μικρὸς στὰ πινακίδια

καὶ τώρα στὰ γεράματα ἀρματολὸς καὶ κλέφτης,

νὰ πολεμᾶς σ’ ὅλα τὰ κάστρα, Παπα- Γιώργη μου…».

Ἡ συμμετοχὴ τῶν κληρικῶν στοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες ἐνέπνεε ἐνθουσιασμό, χαρὰ κι ὑπερηφάνεια στοὺς ἀγωνιζόμενους «γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστι τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία». Ἦταν γιορτή, ποὺ προανήγγελλε τὴν ὁριστικὴ νίκη, ὅπως ἐκφράζουν οἱ στίχοι τοῦ κάτωθι δημοτικοῦ τραγουδιοῦ:

«χαρὰ ποὺ τὸ χουν τὰ βουνά, τὰ κάστρα περηφάνεια.

Γιατί γιορτάζει ἡ Παναγιά, γιορτάζει ἡ Πατρίδα,

σὰν βλέπουν διάκους μὲ σπαθιά, παπάδες μὲ τουφέκια».

Ἐν κατακλεῖδι, ἂς μνημονεύσωμε τὴν βαρυσήμαντη μαρτυρία τοῦ πρώτου καὶ ἐξόχου κυβερνήτου τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, Ἰωάννου Καποδίστρια, ποὺ ἔδωσε καὶ αὐτὸς τὴν ζωή του ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος: Ἔγραφε ἀπὸ τὴν Γενεύη σὲ Εὐρωπαίους διπλωμάτες, τὸν Δεκέμβριο 1825: «…(Οἱ Ἕλληνες) Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἔπαυσαν νὰ ἀποτελοῦν χωριστὴν ἐθνότητα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ὑπερισχύσεως τῶν Τούρκων. Διὰ τῆς Ἐκκλησίας των λοιπὸν καὶ πάλιν θὰ σωθοῦν καὶ θὰ τὸ ἐπιτύχουν ἱκετεύοντες ἐκ βάθους καρδίας τὸν μόνον Ἡγεμόνα τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος εἶναι προστάτης των».

Previous Article

Ἔκθεσις καταπέλτης τοῦ Σεβ. Θυατείρων

Next Article

Iστορίες Ραγιαδισμού

Διαβάστε ακόμα