Ὁ κόσμος τοῦ φόβου καὶ ὁ φόβος τοῦ κόσμου

Share:

Ἡ λατρεία τοῦ κράτους τοῦ φόβου καὶ τὸ ἀντίδοτον

Γράφει ὁ κ. Παῦλος Τρακάδας, θεολόγος

Ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία φοβεῖ­ται! Ναί, φοβεῖται καὶ εἶναι καιρὸς νὰ τὸ παραδεχθῆ! Τί φοβεῖται; Φοβεῖται τὸν ἰόν! Ἂν εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, διατὶ τὸν φοβεῖται; Ἂν πάλιν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς φθορᾶς τῆς πτώσεως, μήπως δὲν ἀποκατέστησε τὴν φύσιν ὁ Θεάνθρωπος; Μᾶλλον φοβεῖται κάτι πέραν ἀπὸ τὸν ἰόν…

Ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία φοβεῖ­ται ἐπίσης τὴν ἀπαξίωσιν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν καὶ τὰ μίσθαρνα ὄργανά της, τὰ ΜΜΕ, ποὺ λυσσομανοῦν ἐναντίον της προκαλοῦντα πνευματικὸν γλαύκωμα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, ὥστε «βλέποντες (τηλοψίαν) οὐ βλέπουσι». «Χεῖ­ρες καὶ γόνατά εἰσι παραλελυμένα», ἀνίκανα νὰ συνεισφέρουν ὁ,τιδήποτε ἐνώπιον τῆς σοβαρᾶς πνευματικῆς κρίσεως, ποὺ ἀνεδύθη ἀπὸ τὸν πολιτικὸν χειρισμὸν ὑγειονομικῶν ἐκτιμήσεων. Παρέδωσε τὴν ἀνεκτίμητον διδασκαλίαν της νὰ τὴν χειρισθοῦν ἄνθρωποι ἀμέτοχοι καὶ ἀνίδεοι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος. Διὰ τί; Διότι πιστεύει ὅτι μόνον διὰ τῆς ἀντιθέου Πολιτείας δύναται νὰ διατηρῆ τὴν… ἀξία της, ἐνῶ ἄνευ αὐτῆς «οὐ δύναται ποιεῖν οὐδέν»! Ὑπακούει εἰς τὸ «κράτος τοῦ φόβου», διότι ὁ φόβος ἐπικρατεῖ κατὰ κράτος πρωτίστως ἐντός της. Δὲν ἀπαιτοῦνται πλέον κατασταλτικὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ κράτος χρειάζεται νὰ τρομοκρατῆ τὴν Ἐκκλησίαν, καθὼς ἡ ἰδία ἀνεβίβασε τὸ «κράτος τοῦ φόβου» εἰς τὸν ὕψιστον ἐντολέα της. «Θεοκρατία» ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὴν ὀρθὴν ἔννοιαν, δηλ. ὁ Θεὸς νὰ δεσπόζη, ἀλλὰ τὴν ἀντίστροφον: νὰ κυριαρχῆ τὸ κράτος ὡς νὰ ἦτο θεότης! Εἶναι ἐμφανὲς ὅτι ἡ χρονία ἀσθένεια τοῦ «καισαροπαπισμοῦ», τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ αὐταπατώμενοι οἱ Ἱεράρχαι ὠνόμαζον «συναλληλίαν», φθάνει σήμερα εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς «λατρείας τοῦ κράτους»! Λατρεύονται πλέον αἱ ΚΥΑ καὶ ὄχι «ἐν ἐκκλησίαις ὁ Θεός», ἀφοῦ ὑπερισχύουν αὐταὶ τῶν θείων ἐντολῶν!

Συμβαίνει αὐτὸ λόγῳ τῆς ἐξαρτήσεως ἀπὸ τὴν Πολιτείαν ποὺ παρέχει προνόμια καὶ μισθούς; Τοιούτου εἴδους κατηγορία τονίζεται ἀπὸ δημοσιογράφους, ποὺ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐμφοροῦνται ἀπὸ ἐκκλησιαστικὸν μένος, ἀλλὰ δὲν διαβλέπει εἰς βάθος τὴν κατάστασιν. Αὐτὰ ἀποτελοῦν μόνον τὴν «κορυφὴν τοῦ παγόβουνου», κάτωθεν τῆς ὁποίας κρύπτεται ὁ φόβος τῆς ἀποκαλύψεως τῆς τραγικῆς πραγματικότητος: ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία ἔχει ἀντιληφθῆ τὴν ἔνδοιάν της νὰ προσφέρη οἱοδήποτε νόημα διὰ τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν σημερινὴν συγκυρίαν. Οἱ περισσότεροι Ἱεράρχαι ἐπαναλαμβάνουν κηρύγματα –εἰς τὴν καλυτέραν τῶν περιπτώσεων- ἀφηρημένης πνευματικῆς οἰκοδομῆς (διότι ἔχει «κολλήσει ἡ βελόνα», καθὼς αὐτὸ ξέρουν, αὐτὸ πράττουν), ἐνῶ γύρω τους καταρρέει τὸ σύμπαν! Ὁ φόβος ἔχει «κατασπαράξει» τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὡς νὰ μὴ ἔφθανεν αὐτὸ ἔρχονται καὶ οἱ κήρυκες νὰ τοὺς κατακεραυνώσουν ὅτι πρόκειται διὰ ἐπιτίμιον δοσμένον ἀπὸ τὸν Θεόν! Δυστυχῶς, δὲν συνειδητοποιοῦν τὸ προφανές: ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ ἐκκλησιασμοῦ (μὲ πολιτικὴν ὄχι θείαν ἐντολήν), ποὺ ὁδηγεῖ εἰς πνευματικὴν νέκρωσιν, εἶναι ἀσυγκρίτως ὀλεθριωτέρα βιολογικοῦ θανάτου! Ἂν ἡ τηλεόρασις προέβαλε τὸ πόσοι πνευματικὰ πεθαίνουν καθ’ ἑκάστην, ἴσως τότε νὰ ἀντελαμβάνοντο ὅλοι τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς ἀντὶ τοῦ καθημερινοῦ θεάματος φοβήτρου, ποὺ σκοπὸν ἔχει νὰ προκαλῆ «σὸκ καὶ δέος»! Τὸ γεγονὸς καὶ μόνον ὅτι οἱ θιασῶται τοῦ «ἐπιτιμίου» προτείνουν ὡς λύσιν αὐτοῦ τὴν τήρησιν τῶν ὁδηγιῶν τοῦ ἀντιχρίστου Κράτους, ποὺ ἐθέσπισε νόμους ποὺ καταπατοῦν τὸ Ἱ. Εὐαγγέλιον, ἀντὶ τῆς ἀποδοκιμασίας, καταδεικνύει εἰς τί εἴδους «μετάνοιαν» ἀναφέρονται… «πειθαρχεῖν δεῖ Κράτει μᾶλλον ἢ Θεῷ»!

Πλήρως ἀμήχανος ἡ ΔΙΣ ἐνώπιον τῶν ἐκτυλισσομένων γεγονότων (τὸ εἶχαν δηλώσει ἄλλωστε καὶ κάποιοι Μητροπολῖται ὅτι «ἡ πανδημία μᾶς αἰφνιδίασε καὶ ἤμασταν ἀπροετοίμαστοι»(!), ὡς τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου νὰ μὴ εἶχε ποτὲ συναντήσει ἐπιδημίας, ὡς ὁ Χριστὸς νὰ εἶχε μόλις τώρα νὰ ἀντιμετωπίση τὸ «μόνο καινὸν καινότατον»…) ὑπέταξε τὸν λόγον της εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ Κράτους, καὶ ὡς ὁ Προκρούστης «ἔκοψε καὶ ἔραψε» τὴν Ἀλήθειαν εἰς τὰ μέτρα ποὺ τοῦ ἐζητήθη. Ἀκόμη καὶ αὐτὸ ὅμως ἦτο ἐρασιτεχνικὸν καὶ κακοποιημένον. Ὡμίλησε διὰ «κένωσιν», παραιτουμένη τῆς ταυτότητός της, προκειμένου νὰ σωθῆ ὁ συνάνθρωπος, ὡς νὰ εἴμεθα ἐμεῖς οἱ αἴροντες τὸν Σταυρὸν ἀντὶ τοῦ Κυρίου! Αὐτὰ ὑπηγόρευσεν ὁ φόβος, αὐτὰ ἀπετέλεσαν καὶ τὸ «διάγγελμά» της πρὸς τὸν λαόν: ἕνα φοβικὸν κήρυγμα περὶ φόβου ἀπὸ φοβισμένους.

Τελικῶς, ἡ Ἐκκλησία φοβεῖται αὐτὸ ποὺ καλεῖται νὰ μεταμορφώση: τὸν κόσμον! Διότι ἡ ἰδία ἐταυτίσθη μὲ τὸν κόσμον. Περιέπαιζον κάποιοι τὴν ἀπαίτησιν «καθάρσεως» καὶ ἔλεγαν «ἐμεῖς δὲν ἀνήκουμε στὴν αἵρεση τῶν καθαρῶν» καὶ ἐπέτρεπαν τοιουτοτρόπως νὰ προοδεύη ἡ ἀνομία εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ συνέπεια ἦτο νὰ ταυτισθῆ ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία μὲ τὸν κόσμον, διότι κόσμος εἶναι ὁ συμβιβασμὸς μὲ τὴν ἁμαρτίαν καὶ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ φόβου ὡς φυσιολογικῆς συνθήκης διὰ τὸν βίον, ὅπως ἀκριβῶς οἱ Πρωτόπλαστοι ἐθεώρησαν κίνδυνον τὸν Θεόν, ἀλλὰ φυσιολογικὸν τὸν φόβον τους! Ὅσον ὅμως κανεὶς ἐπιτρέπει εἰς τὸν φόβον νὰ κυριαρχῆ, σημαίνει πὼς δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸς ὄχι μόνον θὰ τὸν αἰχμαλωτίση πλήρως, ἀλλὰ καὶ ὅτι θὰ μετεξελιχθῆ εἰς τρόμον καὶ φρίκην!

Ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὸν φόβον

Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅταν προέκυψεν ἡ παροῦσα ἐπιδημία εὐσεβεῖς φωναὶ ἐπέμεναν ὅτι ἡ λατρεία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῆ διὰ κανένα λόγον, διότι οἱ ἱεροὶ ναοί μας εἶναι τόποι ἁγιασμοῦ, ὄχι μολύνσεως, οἱ ἱερεῖς ποὺ καταλύουν τὴν Θείαν Κοινωνίαν οὐδέποτε ἐκόλλησαν κάποιαν ἀσθένειαν, ἡ Ἁγία Τριὰς ἱερουργεῖ τὴν Θείαν Εὐχαριστίαν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς «Σῶμα Χριστοῦ» εἶναι ἀπρόσβλητον κ.ἄ. Δυστυχῶς οἱ φοβισμένοι ἄνθρωποι εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθοῦν ὄχι μὲ θεολογικὰ ἀλλὰ οὔτε μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα. Ἑπομένως, πρέπει πρῶτα νὰ ἀποβάλωμεν τὸν φόβον, ποὺ ἔκανε τοὺς ἀνθρώπους νὰ παραιτηθοῦν ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴν πίστιν καὶ πρᾶξιν τους. Δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐλέγξουν τὸν φόβον, διότι ὁ πεπτωκὸς ἄνθρωπος ἐμπεριέχει τὸν φόβον.

Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος, διὰ νὰ κοινωνῆ μὲ τὸ περιβάλλον, αὐτὸ τὸν φέρνει εἰς μίαν διαρκῆ ἔντασιν μὲ τὸν κόσμον. Ἔχων συνείδησιν ὅτι ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ ὁ κόσμος εἶναι πεπερασμένοι καὶ τρεπτοί, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὁ κόσμος εἶναι συνεχῶς μεταβαλλόμενος καὶ παραμένει πάντοτε ἄγνωστος. Ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ὅτι «εἶναι μόνος αὐτὸς μὲ τὸν ἑαυτόν του», μόνος ἔναντι τοῦ ἀποξενωμένου κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀκόμη καὶ ὅταν τὸν ὠφελῆ, δὲν παύει νὰ ἐμπεριέχη τὴν ἰδιότητα τοῦ βλάπτειν, ἀποτελῶν ἐν δυνάμει κίνδυνον. Τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἐκτεθειμένος εἰς αὐτὴν τὴν πιθανότητα τοῦ δημιουργεῖ τὸν φόβον.

Ὅταν ὁ κίνδυνος εἶναι ὁρατὸς τότε ὁ φόβος ἀμέσως ἀναδύεται καὶ αὐξάνει ραγδαῖα. Ὅταν ὅμως ὁ ἐχθρὸς εἶναι ἀόρατος π.χ. ἰός, τότε ἐπειδὴ δὲν ταυτίζεται μὲ κάτι συγκεκριμένον, ἀποκτᾶ εἰς τὴν φαντασίαν τοῦ ἀνθρώπου κοσμικὴν διάστασιν. Ἔτσι, πλέον τὰ πάντα (ὁ κόσμος ὅλος) ἀποτελεῖ ἀπειλήν: ὁ συνάνθρωπος, τὰ ζῶα ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἄψυχαι ἐπιφάνιαι μεταδίδουν αὐτὴν τὴν ἀπειλήν, τὸν ἰόν! Ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται ἐγκλωβισμένος εἰς ἕνα κόσμον (μαζὶ μὲ τὴν ἀπειλήν), ἀπὸ τὸν ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ προστατευθῆ καὶ ἡ μόνη δυνατότητας εἶναι νὰ ἀπομονωθῆ, νὰ γίνη πλήρως ἀκοινώνητος. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ μέτρα ποὺ προτείνονται τῆς «κοινωνικῆς ἀποστασιοποιήσεως», τοῦ ἐγκλεισμοῦ κ.λπ. Ὅσον ὅμως περισσότερον ἐπιχειρεῖ νὰ θωρακισθῆ μὲ τὴν ἀκοινωνησίαν του, τόσον περισσότερον παραδίδεται εἰς τὸν φόβον, διότι κατ’ οὐσίαν ἀποδέχεται τὴν ἀδυναμίαν του νὰ ἀντιμετωπίση τὸ κακόν, καθὼς αὐτὸ ἐπελαύνει ἀνίκητον παρ’ ὅλα τὰ μέτρα. Ἡ διαδικασία αὐτή, τελικῶς, καταντᾶ παράλογος, διότι ἕνας ἐντελῶς ἀκοινώνητος ἄνθρωπος, ποὺ θὰ ἦταν ἁπλὰ ζῶον ἢ ἀντικείμενον, δὲν θὰ ἐφοβεῖτο π.χ μία πέτρα δὲν φοβεῖται μίαν ἔκρηξιν ἑνὸς ἡφαιστείου. Ἀλλὰ ποῖος θὰ ἤθελε νὰ καταντήση μὴ-ἄνθρωπος;

Τί, λοιπόν, θὰ ἐκδιώξη τὸν φόβον; Ἡ κοινωνία, ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴ σταματᾶ νὰ εἶναι ἄνθρωπος, ὄχι ὅμως κατὰ τὴν κοσμικὴν ἔννοιαν (ἄλλωστε αὐτὴ δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποτρέψη αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σήμερα), ἀλλὰ μὲ τὴν θεολογικήν. Ὀφείλομεν νὰ ἐνθυμηθῶ­μεν ὡς Ἐκκλησία ὅτι δὲν εἴμεθα ἐγκλωβισμένοι εἰς τὸν παρόντα κόσμον. Αὐτὸ συμβαίνει κατ’ ἐξοχήν, ὅταν τελοῦμεν τὴν Θείαν Λειτουργίαν. Εἰς αὐτὴν συμβαίνουν τρία θεμελιώδη γεγονότα:

Πρῶτον, τελεῖται ἡ μία καὶ πραγματικὴ κοινωνία ποὺ εἶναι μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ποὺ εἶναι ὁ μόνος ΑΝΘΡΩΠΟΣ καὶ ὄχι κάποιον ὑποκατάστατον ποὺ προσ­φέρει ἡ διανθρωπίνη κοινωνία. Μόνον διὰ τοῦ Χριστοῦ ἑνωνόμεθα μὲ τοὺς ἄλλους καὶ ὄχι μὲ κάποιαν ἀλτρουϊστικὴν διάθεσιν, διὰ νὰ σώσωμεν τὸν συνάνθρωπον. Δὲν ὑπάρχει σωτηρία ἢ ἀγάπη πέραν ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ἑτέρα «κένωσις» πέραν ἀπὸ τὸν Σταυρόν Του. Μέτοχοι αὐτῶν γινόμεθα μόνον εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σώζεται ὁ συνάνθρωπος.

Δεύτερον, ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς συνδέει μὲ τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα, καθὼς παροντοποιεῖ τὴν ἄχρονον Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. «Θαρσεῖτε ἐγὼ ἐνίκησα τὸν κόσμον», δὲν εἶναι μία φράσις ποὺ ἀναφέρεται μόνον εἰς τὸ κακόν, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως καὶ εἰς τὴν μονοδιάστατον θεώρησιν ὅτι ὁ κόσμος ἀρχίζει καὶ τελειώνει εἰς ὅ,τι βλέπομεν καὶ μόνον, ὅτι τὰ κτιστὰ ὅρια εἶναι ἀδιέξοδον εἰς μονόδρομον. Ὁ ἰὸς ἔχει ἤδη νικηθῆ! Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει τὸν κόσμον καὶ αὐτὸ συμβαίνει κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν.

Τρίτον, γίνεται μεταβολὴ τῶν κτιστῶν προσφορῶν μας εἰς «Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ». Τοιουτοτρόπως, τὰ ἐν τῷ κόσμῳ (νάμα, πρόσφορο, λάδι, ὕδωρ κ.ἄ.) εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μεταβάλλονται, ἁγιάζονται, μεταποιοῦνται εἰς «ἑτέραν μορφήν». Παραμένουν αἱ φυσικαὶ ἰδιότητές των, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται εἰς αὐτάς, γίνονται ὑπερκόσμια καὶ ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς, φανερώνοντα ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν τίποτε ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καθὼς «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός».

Ἰδού, λοιπόν, διατί δὲν θέλουν νὰ ἐκκλησιάζεται ὁ κόσμος: διότι ἡ Θεία Λειτουργία κατανικᾶ τὸν φόβον, εἶναι τὸ μόνον ἀντίδοτον! Οἱ Χριστιανοὶ δὲν ζῶμεν, διὰ νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὸν ἰόν, ἀλλὰ ζῶμεν, διὰ νὰ πεθάνωμεν μὲ τὸν Χριστόν: «ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς, κρίναντας τοῦτο, ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον· καὶ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι» (Β΄ Κορ. 5,14-15). Βεβαίως, τηροῦμεν τὰ μέτρα προφυλάξεως, ἀλλὰ ὅταν αὐτὰ ἀπαιτοῦν προφύλαξιν ἀπὸ τὴν «Ζωήν», τότε εἶναι μέτρα ποὺ σπείρουν τὸν θάνατον, διότι πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν τελικὸν τοιοῦτον ἔχει προηγηθῆ ἐπανειλημμένως ἡ θανάτωσίς μας διὰ τοῦ φόβου… «μία φρίκη δίχως τέλος»! Ἐν κατακλεῖδι, ἐκκλησιάζομαι σημαίνει ὅτι ἐκδιώκω τὸν φόβον ἀπὸ τὴν ζωήν μου! Τολμήσατέ το!

Previous Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Next Article

19 Φεβρουαρίου

Διαβάστε ακόμα