Ὁ Μητροπολίτης καὶ καθηγητὴς Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς

Share:

Τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ καὶ Καθηγητοῦ Δρ. Ἀλεξίου Παναγοπούλου

Μὲ τὸν ὅσιο ἐνταφιασμὸ τοῦ καθηγητῆ μου ἐπὶ διδακτορίᾳ καὶ Μητροπολίτη Μαυροβουνίου, στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως στὴν Ποτγκόριτσα, γράφω αὐτὲς τὶς γραμμὲς ὡς μνημόσυνό του.Ἦταν καὶ εἶναι ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους Ἀρχιερεῖς τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ξεχωριστὸ ἦθος καὶ παιδεία καὶ ἁπλότητα. Στίς κατὰ τόπους ἐπισκέψεις μου, μαζί του, μοῦ ὑπενθύμιζε, ὅλα ἐδῶ, εἶναι ἑλληνικά.

Ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία 82 ἐτῶν τὴν 30ὴ Ὀκτωβρίου 2020 καὶ στὴν 1η Νοεμβρίου ἐνταφιάσθηκε. Ὑπῆρξε πνευματικὸ ἀνάστημα τοῦ ὁσίου καὶ ὁμολογητοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς. Ὁ κατὰ κόσμον Ρίστο Ράντοβιτς γεννήθηκε στὸ Μπάρε Ράντοβιτς τοῦ δήμου Κόλασιν, περιοχὴ μονῆς Μόρατσα, στὶς 7 Ἰανουαρίου 1938. Τελείωσε τὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα Βελιγραδίου τὸ 1958 στὴν Μονὴ Ρακόβιτσα (ὅπου ἔχει ἐνταφιαστεῖ ὁ πατριάρχης Παῦ­λος) καὶ ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου ὡς πτυχιοῦχος τὸ 1962. Σπούδασε καὶ κλασικὴ Φιλολογία. Συνέχισε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς σὲ Βέρνη καὶ Ρώμη, ὅπου ἦταν συμφοιτητὴς μὲ τὸν νῦν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Κείρεται μοναχὸς στὴν Ἀθήνα τὸ 1967 καὶ στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γερασίμου στὴν Κεφαλλονιὰ χειροτονεῖται ἱεροδιάκονος καὶ πρεσβύτερος (μὲ ὀφφίκιο ἀρχιμανδρίτη, ἐγγεγραμμένος στὴν Μονὴ Κηπουραίων ἕως σήμερα) στὸ Ἀργοστόλι, τὸ ἔτος 1968, ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Προκόπιο, γιὰ τὸν ὁποῖο πάντα θὰ μᾶς μιλοῦσε μὲ σεβασμὸ καὶ θὰ προσπαθοῦσε ὅποτε μποροῦσε νὰ πηγαίνει νὰ τοῦ κάνει Τρισάγιο στὸ μνῆμα του.

Γιὰ πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν χειροτονία του διακονεῖ ὡς ἐφημέριος καὶ ἱεροκήρυκας στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Μεσογαίας, κυρίως στὰ Σπάτα καὶ τὸ Κορωπί. Ἀριστεύει καὶ στὶς διδακτορικές του σπουδὲς ὡς Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 15 Ἰουνίου 1973. Μὲ θέμα διατριβῆς “Τὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος κατὰ τὸν ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν”, τὸ ὁποῖο βιβλίο ἐξέδωσε τὸ Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν Μονῆς Βλατάδων καὶ θυμᾶμαι ἐγὼ τοῦ ἔφερα ἕνα κουτὶ 100 ἀντίτυπα ἀπὸ τὴν Βλατάδων στὸ Βελιγράδι στὸ γραφεῖο του, ὅπου τότε ἦταν γιὰ δεύτερη φορά Πρόεδρος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ μοῦ εἶπε «ἔλα ἐσὺ πρῶτος θὰ πάρεις ποὺ τὰ ἔφερες».

Μετὰ τὴν Ἀθήνα θὰ πάει στὸ Ἅγιο Ὄρος γιὰ ἕνα περίπου ἔτος, γιὰ νὰ ἐφαρμόσει τὴν θεωρία σὲ πράξη, ὅπως μοῦ ἔλεγε, καὶ νὰ ἀποκτήσει πνευματικὲς νουθεσίες ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ ἀσκητὲς καὶ κελλιῶτες. Ὅμως ἡ φήμη του ἄρχισε νὰ ἁπλώνεται καὶ λαμβάνει πρόσ­κληση νὰ διδάξει ὡς καθηγητὴς στὸ Ὀρθόδοξο Θεολογικὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου, στὸ Παρίσι, ἀπὸ τὸ 1974 ἕως τὸ 1976. Μαθαίνει πολὺ καλὰ γαλλικὰ, τὰ ὁποῖα ἀργότερα μὲ τὴν Ἰταλικὴ καὶ τὰ τελευταῖα ἔτη μὲ τὴν Ἱσπανική τοῦ γίνονται ἀπαραίτητα στὶς ἱεραποστολικές του ἐξορμήσεις καὶ στὰ διεθνῆ συνέδρια καὶ συσκέψεις. Κατόπιν θὰ τὸν ζητήσει τὸ Βελιγράδι ὡς ἐκλεγμένο ἀν. καθηγητὴ στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὴν ἕδρα τῆς Κατηχητικῆς καὶ Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς, ἀναλαμβάνει παράλληλα τὴν διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μὲ τὸ μάθημα Εἰσαγωγὴ στὴν Θεολογία. Ἡ διδακτική του ἐμπειρία καὶ ἡ γνώση του δημιούργησαν ἀρκετὰ συγγραφικὰ πονήματα, ἕνα ἐξ αὐτῶν ἦταν «δὲν ὑπάρχει καλύτερη πίστη ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ» σὲ συνεργασία μὲ τὸν καλὸ καὶ πολυμορφωμένο Ἐπίσκοπο Δανιὴλ γιὰ πολλὰ ἔτη βοηθὸ τοῦ Πατριάρχη Γερμανοῦ, τὸ ὁποῖο βιβλίο μετέφρασα στὰ ἑλληνικὰ καὶ κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Διψῶ στὴν Πάτρα. Γιὰ πολλὰ ἔτη δίδαξε ὡς καθηγητὴς καὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Ὄστρογκ τοῦ Κρατικοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Ἀνατολικοῦ Σαράγιεβο. Ἐκεῖ μοῦ πρότεινε ὡς σύμβουλός μου καθηγητὴς νὰ ὑποβάλω τὴν πολυετῆ διδακτορική μου διατριβὴ μὲ θέμα: «οἱ ἐσχατολογικὲς διαστάσεις τῆς παιδαγωγίας κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰω. Χρυσόστομο» μέσα ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ σλαβικὴ βιβλιογραφία.

Ἀπὸ 16 Ἰουνίου 1985 ὡς καθηγητὴς καὶ ἀρχιμανδρίτης ἐκλέγεται ἐπίσκοπος Μπανάτου μὲ ἕδρα τὸ Βρσάτς, τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας. Τὴν χειροτονία ἔκανε ὁ Πατριάρχης Σερβίας Γερμανὸς (ἐξ ἐγγάμων), συμπαραστατούμενος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιο καὶ τοὺς Ἐπισκόπους Ζίτσης Στέφανο, Σουμαδίας Σάββα καὶ Δαλματίας Νικόλαο. Τὸν ἐπισκέφθηκα ἀρκετὲς φορὲς στὸ μεγαλόπρεπο κτίριο τῆς Μητρόπολης, ὅπου μαζὶ μὲ ἄλλους συμφοιτητὲς εἴχαμε γευθεῖ τὴν εὐγενική του φιλοξενία.

Στὶς 30 Δεκεμβρίου 1990 ἐξελέγη γιὰ τὴν γενέτειρα πατρίδα του ὡς Μητροπολίτης Μαυροβουνίου, ἀφοῦ λίγο πρὶν εἶχε κοιμηθεῖ ὁ γηραιὸς Μητροπολίτης Δανιήλ. Ὅλα τὰ πνευματικά του τέκνα μαζὶ καὶ ὁ γράφων ἔκτοτε θὰ πηγαίναμε τακτικότατα στὶς ἐκεῖ γιορτὲς, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουμε καὶ νὰ συνεορτάσουμε μὲ ἕνα μοναδικὸ χριστιανικὸ τρόπο ποὺ θύμιζε τοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τὶς «Ἀγάπες».

Ἀνακαίνισε, ἀνοικοδόμησε, ἐπάνδρωσε πολλὲς ἐκκλησίες καὶ ἱερὲς μονές. Μᾶς ἔλεγε βρῆκα 10 ἱερεῖς καὶ ἔφτασα νὰ ἔχω σχεδὸν 300. Πλῆθος πνευματικῶν του τέκνων καὶ νέων ἀνθρώπων ἀποφάσισαν νὰ εἰσέλθουν στὴν ἱερωσύνη καὶ στὸν μοναχισμό. Βρῆκε ἐλάχιστες μονὲς καὶ ἔφτασε νὰ ἔχει περίπου 40. Ἡ ἀκαδημαϊκή του κατάρτιση δὲν περιορίστηκε, ἀντίθετα αὐξήθηκε μὲ τὴν ἵδρυση φορέα ἐκδοτικῆς δραστηριότητας μὲ τὸ ὄνομα, ὄχι Σβέτα-γκόρα, ποὺ κάποιοι παρανόησαν ὡς τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά, ὡς «Σβετιγκόρα» = ὡς πηγὴ ὕδατος, μὲ μεταφορικὴ ἔννοια, ἀπὸ ἕνα ὅραμα ποὺ εἶχε δεῖ, ὅπως μᾶς ἔλεγε, ὡς ἡ ἔλαφος ἐπιποθεῖ, ἐπὶ τὰς πηγάς τῶν ὑδάτων. Ἵδρυσε καὶ ραδιοφωνικὸ σταθμό, στὸν ὁποῖο ὁ γράφων ἔχει μιλήσει ἀρκετὲς φορές. Γιὰ πρώτη φορά στὴν ἱστορία τοῦ Μαυροβουνίου τὸ 1993 ἐπισκέπτονται τὴ Μητρόπολή του ὁ συμφοιτητής του ἀπὸ τὴν Ρώμη νῦν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ ὁ Πατριάρχης Ρωσίας.

Ἀπὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 2007 ἕως καὶ τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2010 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Τσέτινιε, Μητροπολίτης Μαυροβουνίου καὶ Παραθαλασσίας Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς ὁρίζεται ὡς τοποτηρητὴς τοῦ χηρεύοντος Πατριαρχικοῦ Θρόνου τῆς Σερβίας, μετὰ τὴν ὁσιακὴ ἐκδημία τοῦ Πατριάρχη Παύλου. Μὲ τὸν Πατριάρχη Παῦλο ἦταν ἀρκετὰ καὶ πνευματικὰ συνδεδεμένος (τὸ ἔβλεπα, κοντὰ του τὸ βίωνα, μοῦ τὸ ἔλεγε), καθὼς τότε τὸ πνευματικό του τέκνο ὁ ἱερομόναχος Μεθόδιος (κατόπιν βοηθὸς ἐπίσκοπος Μαυροβουνίου) ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ Τσέτινιε, εἶχε ἀναλάβει τὴν προσωπικὴ φροντίδα τοῦ Πατριάρχη Παύλου, τόσο στὸ Πατριαρχεῖο Σερβίας ὅσο καὶ στὸ στρατιωτικὸ Νοσοκομεῖο Βελιγραδίου. Θυμᾶμαι τὶς πολλὲς ὧρες συνομιλίας μας γιὰ θεολογικά, παιδαγωγικὰ καὶ νομοκανονικὰ θέματα ποὺ τὸν ἀπασχολοῦσαν καὶ θὰ ζητοῦσε τὴν γνώμη μου, ὡς πνευματικό του τέκνο καὶ ὡς καθηγητή. Ἐνῷ τελευταῖα ἐνώπιον ὅλων θὰ μὲ ὀνόμαζε ὁ καθηγητὴς καὶ «θεῖος μας», ὅταν θὰ ἤμουν στὸ Τσέτινιε ἔδινε ἐντολὴ νὰ φιλοξενηθῶ στὰ δώματα πάνω ἀπὸ τὸ γραφεῖο του ἢ δίπλα του, ὅπου θὰ φιλοξενοῦσε μόνο ἐπισκόπους ἢ καθηγητὲς συνεργάτες του.

Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Τσέτινιε, Μητροπολίτης Μαυροβουνίου καὶ Παραθαλασσίας καὶ Ἔξαρχος Θρόνου τοῦ Πεκίου (τίτλος μέχρι τὴν κοίμησή του), μᾶς ἀφήνει κληρονομιὰ ὀγκῶδες συγγραφικὸ ἔργο, ὅπως μᾶς εἶπε ὁ π. Ράντομιρ. Στὸ ὄνομά του δὲν βρέθηκαν καθόλου οἰκονομικὰ στοιχεῖα. Ἀκόμα καὶ τὴν τελευταία μηνιάτικη σύνταξή του ὡς καθηγητὴς τὴν ἔδωσε σὲ μοναχὸ πνευματικό του τέκνο, γιὰ ἔκδοση βιβλίου. Οἱ μονογραφίες του ἀγγίζουν τὶς 40 περίπου, ἀφοῦ ἡ ἐπανέκδοσή τους στὰ «Ἅπαντα» εἶχε ἀρχίσει πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του. Πλῆθος τὰ ἔργα του ποὺ ἀφοροῦν μελέτες Πατερικῶν Ἔργων, Κατηχήσεις, Γεροντικά, Ὁμιλίες ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἔργα Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Δευτεροκανονικὰ βιβλία Π.Δ., κ.ἄ., καθὼς καὶ ἀρκετὰ ποιητικὰ ἔργα, ποὺ ἦταν ὡς μέλος συνδέσμου λογοτεχνῶν καὶ συγγραφέων. Ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶχε ἕνα ἀναντικατάστατο καθηγητὴ καὶ Ἱεράρχη, ποὺ μποροῦσε ἐπαξίως νὰ σταθεῖ σὲ ὅλα τὰ ἀκροατήρια, ἀπὸ τὸ πιὸ ἁπλὸ ἕως καὶ τὸ πιὸ ἐπιστημονικὸ καὶ σύνθετο σὲ διεθνὲς ἐπίπεδο. Πρὶν ἀπὸ πέντε ἔτη περίπου ἡ Σλαβικὴ Ἀκαδημία Ἐπιστημῶν τὸν ἀναγόρευσε τακτικὸ μέλος της, ἡ ἴδια Ἀκαδημία ὁμοίως καὶ τὸν γράφοντα πρὶν ἀπὸ δύο ἔτη, ἔτσι εἴχαμε ἀκόμα περισσότερα κοινὰ ζητήματα συνομιλιῶν. Ἡ σύνεσή του, ἡ προσ­ήνειά του, ἡ εἰρηνικὴ διάθεσή του, ἡ καλωσύνη του, ἡ εὐγένειά του, θὰ κέρδιζε καὶ τὸν πιὸ δύσκολο συνομιλητή του. Οἱ πνευματικοί του δεσμοί, οἱ καλὲς φιλίες μὲ Ἕλληνες Ἱερωμένους, δίχως ἐξαίρεση, ἐπίσης μὲ τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ μὲ ἄλλες Ἱερὲς Μονὲς ἀκόμα καὶ στὰ Δωδεκάνησα καὶ στὴν Πάτμο, ὅπου γνώρισε τὸν πνευματικό του π. Ἀμφιλόχιο Μακρῆ καὶ ἔτσι ἔλαβε αὐτὸ τὸ ὄνομά του, τὸν βοήθησαν νὰ τραγουδᾶ καὶ νὰ ψάλλει γιὰ τὴν Ἑλλάδα ὡς πατρίδα του. Στὶς γιορτὲς πάντα θὰ ζητοῦσε νὰ τραγουδήσουμε «τὰ δώδεκα εὐζωνάκια», καὶ ἄλλα σχετικά, εἶχε μία ἀγάπη γιὰ τὴν Ἁγία Σοφία, καὶ πολὺ τὸν ἔθλιψε ποὺ τὴν ἔκαναν τζαμί. Στὴν τελευταία Θεία Λειτουργία ποὺ τέλεσε (προτιμοῦσε κυρίως νὰ διαβάζει τὶς μυστικὲς εὐχὲς στὰ ἑλληνικὰ) μάλιστα στὴν μονὴ Τσέτινιε, τότε, ἤμουν ἐκεῖ, μοῦ ζήτησε ὡς συνήθως νὰ ψάλω στὰ ἑλληνικά, Χερουβικό, Ἄξιόν Ἐστι, Κοινωνικό, Ἁγνὴ Παρθένε, κ.ἄ. Ἐνῷ κατόπιν στὸν καφὲ στὴν Μητρόπολη ζήτησε νὰ τοῦ τραγουδήσουμε «τὰ δώδεκα εὐζωνάκια»· μαζί μου ἦταν καὶ ὁ π. Ἀναστάσιος Τσικριτσάκης ἀπὸ τὴν Ρόδο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει μαζί μου νὰ τοῦ εὐλογήσει ὁ Μητροπολίτης τὶς Σπουδές του, στὸν ὁποῖο ἄφησε μία παρακαταθήκη, νὰ διδάσκει στὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ Τσέτινιε, αὐτὸ τὸ ἱερὸ τραγούδι, ὅπως ἔλεγε. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ἡμέρες ταλαιπωρίας στὸ νοσοκομεῖο τῆς Ποτγκόριτσα τῆς πρωτεύσουσας ἀναπαύθηκε τὴν 30ῆ Ὀκτωβρίου 2020, συνεπείᾳ ἐπιπλοκῶν τῆς νόσου, προσβληθείς ἀπὸ τὸν κορωνοϊό. Τὴν 1η Νοεμβρίου ἐνταφιάσθηκε σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία ποὺ εἶχε, στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στὴν Ποτγκόριτσα. Αὐτὸ ποὺ ἀκούστηκε καὶ διαχύθηκε αὐθόρμητα στὸν λαὸ καὶ τὸν κλῆρο ἦταν κάτι σὰν σύνθημα παρηγορίας ἀλλὰ καὶ ἀληθινοῦ βιώματος: «χάσαμε τὸν θεολόγο καὶ ποιμένα μας, ἀλλὰ ἀποκτήσαμε θαυμαστὸ Ἅγιο στοὺς οὐρανοὺς νὰ πρεσβεύει γιά μᾶς».

Previous Article

100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΟΥ – 5oν

Next Article

Ὑπ. Ὑγείας: «Δῆθεν γιορτὴ τὰ Χριστούγεννα»!

Διαβάστε ακόμα