Ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος νὰ δεσμευθῆ ἐνώπιον κλήρου καὶ λαοῦ

Share:

Τοῦ κ.  Παύλου Τρακάδα, θεολόγου

  Ἤδη ἀπὸ τὴν ἡμέραν κοιμήσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου εὑρίσκεται εἰς προετοιμασίαν διὰ τὰς ἐκλογάς τῆς 18ης Δεκεμβρίου. Εἰς τὰς προηγουμένας Ἀρχιεπισκοπικάς ἐκλογάς τὸ 2006 ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἐβίωσε μίαν παρατεταμένην κατάστασιν προεκλογικῆς περιόδου, καθὼς ἀπὸ τὸ 2002 ὁ κυρὸς Χρυσόστομος Α΄ ἦτο βαρέως ἀσθενῶν. Ἀρχικῶς ἡ Ἱ. Σύνοδος δὲν ἠθέλησε νὰ κηρύξη ὡς κενὸν τὸ θρόνον, σεβομένη τὴν ὑγείαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἀλλὰ ἠναγκάσθη ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ τὸ πράξη ἔπειτα ἀπὸ τὴν ὅλην τροπὴν τῆς ὑγείας του. Αὐτὸ παρεῖχε μεγάλον διάστημα διὰ τὴν προετοιμασίαν τῶν ὑποψηφίων διαδόχων, ὅπως περίπου συνέβη καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν ἐπὶ θητείας τοῦ Χρυσοστόμου τοῦ Β΄, καθὼς ἐταλαιπωρεῖτο οὗτος ἀπὸ τὴν ἀνίατον κατ’ ἄνθρωπον ἀσθένειαν. Ὅμως εἰς τὴν παροῦ­σαν περίπτωσιν αἱ περιστάσεις εἶναι ἐντελῶς διαφορετικαὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ παρελθόν, καθὼς τὸ 2010 καθιερώθη ὁ νέος καταστατικὸς χάρτης, ὁ ὁποῖ­ος ὁρίζει νέον τρόπον ἐκλογῆς.

  Ἡ συμμετοχὴ κλήρου καὶ λαοῦ

Ἡ ἐκλογὴ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου ἀνὰ τοὺς αἰῶνας δὲν ἦτο ὁμοιόμορφος. Προφανῶς μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸν Ἀπόστολον Βαρνάβα ἐπεκράτησεν ὁ πρωτοχριστιανικὸς τρόπος, ὅπου κλῆρος καὶ λαὸς ἀνεδείκνυον τοὺς Ἐπισκόπους. Μεταγενέστεραι μαρτυρίαι, ὅταν ἀκόμη ἡ Κύπρος ὑπήγετο εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, ἀναφέρουν ἐκλογὴν ἀντιπροσώπων ἀπὸ τὸν λαόν, οἱ ὁποῖοι ἔπειτα ὁμοῦ μετὰ τῶν Μητροπολιτῶν, τῶν πρωτοπρεσβυτέρων καὶ τῶν ἡγουμένων ἐκλέγουν τὸν Ἀρχιεπίσκοπον. Ὄχι μόνον τὸ δυσ­χερὲς τῶν μετακινήσεων, ἀλλὰ καὶ ὁ Τουρκικὸς ζυγὸς προφανῶς δὲν ἐπέτρεπον «δημοκρατικάς» διαδικασίας ἐκλογῆς μὲ συναθροίσεις καὶ πολυπληθῆ συμμετοχὴν τοῦ λαοῦ.

Τὸ σύστημα αὐτὸ κατόπιν ὡς ἐθιμικὸν δίκαιον καθιερώθη, ὅταν ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου συνέταξε τὸν πρῶτον Καταστατικόν της Χάρτη, συμφώνως πρός τὸν ὁποῖον ἀντιπρόσωποι ἐκλεγμένοι ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ ἕτεροι ἀντιπρόσωποι ἐκλεγμένοι ἀπὸ τὸν λαὸν μαζὶ μὲ τοὺς Μητροπολίτας, Χωρεπισκόπους, Ἡγουμένους ἱστορικῶν Μονῶν (Σταυροβουνίου, Κύκκου κ.λπ.) καὶ ἐλάχιστοι κληρικοί, οἱ ὁποῖοι κατεῖχον ἕνα εἶδος ἱστορικῶν προνομίων/ἀξιωμάτων, συνήρχοντο εἰς κοινὴν συνέλευσιν καὶ ἐξέλεγον τὸν Προκαθήμενον διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας.

Τὸ πρόβλημα εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα ἦτο τὸ πολυδαίδαλον σχῆμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων, καθὼς πρῶτα ἐξελέγοντο εἰδικοὶ ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι ἐν συν­εχείᾳ ἐξέλεγον τοὺς γενικοὺς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ συμμετεῖχον τελικῶς εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκλογῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ὅτι κομματικὰ στοιχεῖα καὶ ἀλλότρια συμφέροντα παρεισέφρουν καὶ ἐπεχείρουν νὰ ὑποδείξουν καὶ νὰ ἀναδείξουν συγκεκριμένους ἀντιπροσώπους.

Βασικὰ ἐκκλησιαστικὰ αἰτήματα

Δὲν ἦτο ὅμως αὐτὸ τὸ βασικὸν πρόβλημα, καθὼς ἀκόμη καὶ ὅταν περιορίζεται ἡ ἐκλογὴ εἰς μόνην τὴν Ἱεραρχίαν, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, τίποτε δὲν ἐγγυᾶ­ται τὴν ἀποφυγὴν ποικίλων ἐπιρροῶν ἢ ὀθνείων ἐπεμβάσεων, ὡς ἔχει ἀποδείξει ἡ ἱστορία.

Τὸ κύριον πρόβλημα ἦτο ὅτι παρὰ τὴν εὐρεῖαν συμμετοχὴν τοῦ ἁπλοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου, οἱ προηγούμενοι καταστατικοὶ χάρτες ἠδυνάτουν νὰ ἱκανοποιήσουν δύο βασικὰ ἐκκλησιαστικὰ αἰτήματα: α) νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν τῆς ἀμέσου συμμετοχῆς ὅλου τοῦ πληρώματος εἰς τὴν ἀνάδειξιν τῶν Ποιμένων τους καὶ β) νὰ μὴ καθίσταται ὁ ἑκάστοτε Προκαθήμενος τροχοπέδη εἰς τὰς συνοδικάς διαδικασίας, καθὼς ὑπῆρξε τοσοῦτος ὁ συγκεντρωτισμὸς ἐξουσιῶν εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Κύπρου, ὥστε νὰ παραλύουν αἱ συνοδικαὶ διαδικασίαι ἢ νὰ φθάνη ὁ Προκαθήμενος νὰ ἔχη τοσαύτας ἐξουσίας, ὥστε νὰ ἀποφαίνεται μόνος, ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα, ἐπὶ διαφωνίας περὶ τὴν ἁρμοδιότητα ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου.

[Παραλείπομεν ἐνταῦθα τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ παλαιὸν μεῖζον πρόβλημα τῆς ἐξαρτήσεως τῆς Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἀπὸ τὰς πλησιοχώρους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας διὰ δικαστικὰ ζητήματα, λόγῳ τοῦ τότε ὀλιγαρίθμου τῶν Ἀρχιερέων, καθὼς σκοπὸς τῶν γραφομένων εἶναι νὰ ἐπικεντρωθῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προκαθημένου καὶ τὴν σημασίαν της]

Προτάσεις καὶ ὁ νέος τρόπος ἐκλογῆς

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου εἶχεν εἰσέλθει διὰ μεγάλον χρονικὸν διάστημα εἰς συζητήσεις σχετικῶς μὲ τὴν ἐκλογικὴν διαδικασίαν. Αἱ προτάσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει εἶναι αἱ ἀκόλουθοι:

α) νὰ ἐκλέγεται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν Ἱ. Σύνοδον, ὡς συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα,

β) νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν Ἱεραρχίαν, τὸν κλῆρον καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἐπιτρόπους,

γ) νὰ ἐκλέγεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ἀπὸ τὸν λαόν,

δ) νὰ ἐκλέγη ἡ Ἱ. Σύνοδος τρεῖς ὑποψηφίους καὶ ἔπειτα ὁ λαὸς νὰ ἐπιλέγη τὸν ἕνα διὰ ψηφοφορίας,

ε) νὰ συγκροτῆται πρῶτα σῶμα ἐκλεκτόρων, ἔπειτα ἡ Ἱ. Σύνοδος νὰ ἐκλέγη τρία πρόσωπα καὶ νὰ τὰ θέτη εἰς τὸ σῶμα τῶν ἐκλεκτόρων δι’ ἐπιλογὴν μὲ ψηφοφορίαν τοῦ ἑνός.

Πλὴν τοῦ (γ) τὸ ὁποῖον ἐκρίθη ἀντιεκκλησιολογικόν, ἐφ’ ὅσον ἡ συμμετοχὴ τῆς Ἱεραρχίας εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις, αἱ ὑπόλοιποι προτάσεις ἀντανακλοῦν τὴν προσ­πάθειαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου νὰ διασφαλίση τὴν συμμετοχὴν τοῦ λαοῦ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, διὰ τοῦτο ἀπερρίφθη καὶ ἡ (α) πρότασις. Τὸ σκεπτικὸν ἀπορρίψεως ἔχει ἐνδιαφέρον καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀξίζει νὰ τὸ παραθέσωμεν, ὡς τὸ ἀναφέρει ὁ κ. Ἀχ. Αἰμιλιανίδης («Ἡ διαδικασία ἐκλογῆς Ἀρχιεπισκόπου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Κύπρου», Περιοδικὸν Νομοκανονικὰ 2 (2006) 54-56, ἀπ’ ὅπου ἐλήφθησαν πολλὰ καὶ διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος):

«Ἡ Ἱ. Σύνοδος παρατήρησε ὅτι μὲ τὴ μέθοδο αὐτὴ θὰ διαχωριζόταν τὸ εὐρύτερο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ θὰ παραγνωριζόταν ἡ θέληση τοῦ λαοῦ, γεγονὸς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει σὲ ἀντιδικία τοῦ λαοῦ μὲ τὴν Ἱεραρχία καὶ σὲ ἀδιαφορία γύρω ἀπὸ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα… ἡ συμμετοχὴ τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὶς ἀντεγκλήσεις ποὺ προκαλεῖ, βοηθᾶ στὴ διατήρηση τῆς δημοκρατικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατὰ συν­έπεια ὑπάρχουν περισσότερες πιθανότητες νὰ ἐκλεγεῖ ὁ ἱκανότερος ὡς Ἀρχιεπίσκοπος… ἐνισχύει τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ λαοῦ γιὰ τὴ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ βοηθᾶ στὴν ἐκλογὴ τοῦ κατὰ τεκμήριο καλύτερου γιὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου…».

Προφανῶς δὲν ὑπάρχει τέλειον σύστημα καὶ ἂν ἠρώτα κανεὶς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ἐστρατολογοῦντο ἔνιοι Καθηγηταὶ Κανονικοῦ Δικαίου, διὰ νὰ ἀντεπιχειρηματολογήσουν κατὰ τῆς συμμετοχῆς εἴτε τοῦ κλήρου εἴτε τοῦ λαοῦ. Ὡστόσον, ἡ οὐσία δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ἐὰν κάποιος συμφωνῆ ἢ διαφωνῆ μὲ τὰς ἀνωτέρω παρατηρήσεις, ἀλλὰ ἐὰν ὑπάρχη ὄντως ἐνδιαφέρον εἰς τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν συμμετοχὴν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Μήπως ἡ ἀδιαφορία τῶν πιστῶν εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τους ἀπὸ τὴν διαδικασίαν ἀναδείξεως τῶν Ποιμένων τους;

Τελικῶς, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου κατέληξε νὰ παρατείνη τὸ μεικτὸν ἐκεῖνον σύστημα εἰδικῶν καὶ γενικῶν ἀντιπροσώπων ἕως τὸ 2010, ὅταν μὲ τὸν νέον Καταστατικὸν Χάρτην ἀπεφασίσθη πλέον ἡ συμμετοχὴ ὅλου τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ἀνάδειξιν καὶ καταρτισμὸν τοῦ «τριπροσώπου», ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔπειτα ἡ Ἱ. Σύνοδος θὰ ἐκλέξη τὸν ἕνα.

Ἀξιολόγησις

Τὸ νέον ἐκλογικὸν σύστημα ἔχει δύο θεμελιώδη μειονεκτήματα:

α) ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφορᾶ ὅλον τὸν πληθυσμὸν τῆς Κύπρου παρὰ μόνον ἐκεῖ­νον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὰ δικαιοδοσιακὰ ὅρια τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς. Τοιουτοτρόπως καταλύεται ἡ σχέσις Ἐπισκόπου καὶ ποιμνίου, οἱ Μητροπολῖται καθίστανται Βοηθοὶ Ἐπίσκοποι τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ ὁ Προκαθήμενος μετατρέπεται εἰς ποιμενάρχην ὁλοκλήρου τοῦ κυπριακοῦ λαοῦ!

β) δὲν εἶναι ὅλοι οἱ ἔχοντες δικαίωμα ψήφου ἐκκλησιαζόμενοι. Ὁ Καταστατικὸς Χάρτης ὁρίζει ὡς κριτήριον ἁπλῶς νὰ εἶναι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Ὅμως διὰ νὰ ἀναδείξη κανεὶς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ τὸν Ποιμαίνη, αὐτὸ θὰ πρέπη νὰ σημαίνη ὅτι ἀνήκει καὶ ὁ ἴδιος συνειδητὰ εἰς τὸ ἐκκλησίασμα, ὅτι ἔχει διάθεσιν νὰ διαποιμανθῆ καὶ ὄχι ὅτι ἁπλὰ εἶναι ἕνας «θρησκευόμενος» (καθὼς πλείονες εἶναι σήμερα οἱ ἔχοντες τυπικὴν σχέσιν μὲ τὰ Ἱ. Μυστήρια), τοῦ ὁποίου ἡ ψῆφος ἴσως εἶναι καθοριστικὴ  διὰ τὸ τί «σταυρὸν» θὰ ἀναλάβουν οἱ ὄντως ἐκκλησιαζόμενοι ὑπὸ τὸν νέον Ἐπίσκοπον – Ἀρχιεπίσκοπον, δηλ. τὰ οὐσιαστικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ «θρησκευόμενος» εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὸ τί προβάλλει ἡ τηλεόρασις ἢ ἀπὸ πομπώδεις δηλώσεις ὑποψηφίων, μὴ ἐχουσῶν ὅμως σχέσιν μὲ τὸ Ἱ. Εὐαγγέλιον.

Παρ’ ὅλα αὐτὰ τὰ προβλήματα εἶναι ἕνα σπουδαῖον βῆμα τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἀπεφάσισε νὰ δοκιμάση ἕνα ἄλλο σύστημα, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ ἀρκῆ, ἐὰν δὲν διορθωθοῦν αἱ ἐκκλησιολογικαὶ στρεβλώσεις. Δίδει ὅμως ἕνα μήνυμα πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Διότι εἶναι ὑποκρισία -ὡς συμβαίνει εἰς τὰ τῆς Ἑλλάδος-, Μητροπολῖται νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι διαφυλάττουν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τὰς Ἀρχιερατικάς ἐκλογάς μακρὰν ἀπὸ τὴν ἀνάμειξιν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τόσον ἡ μεθόδευσις τῶν ἐκλογῶν μεταξὺ τῶν Ἱεραρχῶν, ὅσον καὶ ἡ ἀνάμειξις ἀρχόντων (πολιτικῶν κ.ἄ.) καὶ ἰσχυρῶν παραγόντων τῆς κοινωνίας νὰ καθιστοῦν πρόδηλον ὅτι αἱ διαδικασίαι εἶναι χείρονες τῶν κοσμικῶν!

Ἀντιεκκλησιολογικὰ δικαιώματα τοῦ Προκαθημένου

Ἀκόμη ὅμως καὶ τὸ τελειότερον σύστημα ἐκλογῆς ἀδυνατεῖ νὰ ὑπηρετήση τὴν ἐπιτυχίαν τῆς Ποιμαντορίας ἑνὸς Προκαθημένου, ὅταν ὁ Καταστατικὸς Χάρτης παρέχει εἰς αὐτὸν μὴ Ὀρθόδοξα δικαιώματα. Ἀπαιτοῦνται διορθώσεις τῶν ἡμαρτημένων, τὰ ὁποῖα κατέλιπον ὄπισθέν τους ὡς βαρίδια ἔτη καὶ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν ἐκκλησιαστικαὶ παρεκκλίσεις. Τρία ἐξ αὐτῶν, τὰ πλέον ἀντιεκκλησιολογικά, εἶναι τὰ ἑξῆς, ὅπως εὑρίσκονται κατοχυρωμένα εἰς τὸν νέον Καταστατικὸν Χάρτην τοῦ 2010:

α) εἰς περίπτωσιν ἰσοψηφίας δύο γνωμῶν μετὰ ἀπὸ ψηφοφορίαν εἰς τὴν Ἱ. Σύνοδον, ὑπερτερεῖ ἡ γνώμη τοῦ προεδρεύοντος,

β) ἡ δυνατότης νὰ ἀπευθύνη κατὰ τὰς ἑορτάς τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῶν Χριστουγέννων ἐγκυκλίους εἰς ἑκάστην ἐνορία εἰς ὅλην τὴν Κύπρον αὐτοδικαίως, καὶ

γ) νὰ ἱερουργῆ εἰς ὅλην τὴν Κύπρον, δι’ ἁπλῆς ἀνακοινώσεως εἰς τὸν οἰκεῖον Ἀρχιερέα!

[Παραλείπομεν νὰ ἀναφέρωμεν τὴν συμπερίληψιν τοῦ ἀπαραδέκτου ἀντικανονικοῦ «ἐκκλήτου» πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον Κων/λεως, ὅταν μάλιστα ὑφίσταται δευτεροβάθμιον συνοδικὸν δικαστήριον εἰς Κύπρον]

Τὰ τρία παρατεθέντα προβλεπόμενα «προνόμια» τοῦ Προκαθημένου τῆς Κύπρου εἶναι ἡλίου φαεινότερον ὅτι τὸν καθιστοῦν Πάπαν. Δὲν ἔχει καμίαν ἀπολύτως σημασίαν ἐὰν ὑπάρχη Σύνοδος ἢ ὄχι. Ἐφ’ ὅσον καταλύεται ἡ ἀρχὴ τῆς Καθολικότητος τῆς Ἐπισκοπῆς καὶ τῆς αὐτοτελείας τοῦ Ἐπισκόπου της, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος θεωρεῖ ἰδικὸν του ποίμνιον ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς Κύπρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπευθύνει διδασκαλίαν δι’ ἐγκυκλίου, ἀλλὰ καὶ ἰδικὸν του ἕκαστον θυσιαστήριον, ὅπου (κυπριακῆς) γῆς, διὰ νὰ λειτουργῆ, δὲν ἀπομένει τίποτε νὰ περισωθῆ. Πρόκειται δι’ ἐκτροπὴν ὄχι τῆς κανονικῆς τάξεως, ἀλλὰ τοῦ δόγματος!

Οἱ Μητροπολῖται ἀλλὰ καὶ οἱ Πανεπιστημιακοί, οἱ ὁποῖ­οι συνέβαλον εἰς αὐτάς τὰς διατάξεις, δὲν ἀντιλαμβάνονται καὶ τὸ πρακτικὸν-ἠθικὸν ζήτημα ὅτι δίδοντες ὑπερ­εξουσίας εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον εὐνοοῦν τὴν δημιουργίαν φατρίας πέριξ τοῦ προσώπου του, μίαν ἔμμεσον δικτατορίαν;

Ἐν κατακλεῖδι ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ ἀναδείξη εἰς τὸ τριπρόσωπον, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπανατάξουν τὴν πορείαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ὄχι μόνον διορθώνοντες τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, ὄχι μόνον διορθώνοντες τὴν ὀλισθηρὰν πορείαν τῶν πολιτικῶν, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν τὸν λαὸν μακράν τοῦ Ἱ. Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ διορθώνοντες τοὺς Προκαθημένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι στέργουν τὸν Οἰκουμενισμόν, ἀναγνωρίζουν ἀχειροτονήτους ἐν Οὐκρανίᾳ ὡς ἔχοντας ἱερωσύνην, συλλειτουργοῦν μὲ τοὺς σχισματικοὺς τῶν Σκοπίων ἄνευ μετανοίας καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν παγκόσμιον Ὀρθοδοξίαν.

Previous Article

«Μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς»

Next Article

Στη Σερβία θα ανεγερθεί μνημείο 11χρονου νεομάρτυρα