Ὁ Σεβ. Νιγηρίας καταγγέλλει τὴν θεσμικὴν Ἐκκλησίαν!

Share:

Ἐκ προοιμίου νὰ δηλώσωμεν ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος εἶναι λίαν συμπαθὴς ὄχι μόνον διὰ τὸν ἀγῶνα του εἰς τὴν Ἀφρικήν, ἀλλὰ καὶ διότι προσπαθεῖ νὰ προβληματίζεται διὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν κατάστασιν. Δυστυχῶς, ἔχει ἐνθουσιασθῆ καὶ αὐτός, ὅπως πολλοὶ ποὺ δὲν εἶναι ἐγκρατεῖς τῆς θεολογίας, ἀπὸ τὰς «μεταπατερικὰς» ἰδέας καὶ μάλιστα ἰδιαιτέρως τοῦ Πανεπιστημιακοῦ κ. Χρ. Σταμούλη, τὸ νέον βιβλίον τοῦ ὁποίου παρουσίασε τὴν 16ην Μαρτίου.

Ὀφείλομεν νὰ σημειώσωμεν τὰ ἑξῆς ἐλάχιστα… Εἰς τὴν παροῦσαν πανδημίαν αὐτοὶ ποὺ «ἡττήθησαν» ἦσαν οἱ «μεταπατερικοί», οἱ ὁποῖοι εἶχον κατασκευάσει μίαν ψευδοθεολογίαν περὶ σχέσεων, ἡ ὁποία κατέρρευσε λόγῳ τῶν συνθηκῶν τῆς ἐπιδημίας. Ἑπομένως, τὸ νὰ ἀποκαλοῦν ὅσους τοὺς ἤσκησαν κριτικὴν ὡς «αἱρετικοὺς» δεικνύει ἀνισορροπίαν, κυριολεκτικῶς, καθὼς οἱ ἴδιοι διετείνοντο μέχρι πρότινος ὅτι κανεὶς πλὴν τῆς Συνόδου δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα.

Δὲν εἶναι ὡσαύτως ἀντιφατικὸς ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι «ἡ θεία εὐχαριστία δὲν περιορίζεται στὰ ὅρια τοῦ ναοῦ», ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἔξωσαν τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς ναούς; Ἤ μήπως ἡ «ἀρχὴ τῆς ἀνάγκης», ὡς λέγει, δηλ. κατ’ οὐσίαν ὁ τρόμος ποὺ ἐπεβλήθη ἀπὸ τὰ ΜΜΕ κατὰ τῆς Θείας Κοινωνίας, θὰ ὁρίση τὴν δεδοκιμασμένην πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν μίαν ἱερὰν λαβίδα;

Τέλος, ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ «φίλοι, οἰκεῖοι, μέντορες, ἡγέτες» ποὺ ἀνήκουν εἰς τὸ περιθώριον καὶ ποίαν διαφορετικὴν ἀπάντησιν δίδει ἡ «ὑπόγεια ἐκκλησία», εἰς τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι ἀνήκει(!), σχετικῶς μὲ «τοὺς προσανατολισμοὺς τῆς σεξουαλικότητας» πέραν ἀπὸ τὴν σταθερὰν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας;

Ὅλα αὐτὰ δεικνύουν ἕνα Ἐπίσκοπον ποὺ ἔχει ἀπολέσει τὸν δρόμον του καὶ τὸ χειρότερον, ὁμολογεῖ μὲ ὑπερηφάνειαν ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι! Ἀπομαγνητοφωνήσαμεν τὴν ὁμιλίαν καὶ τὴν παραθέτομεν πρὸς κρίσιν:

«Ὅσο καὶ ἂν ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου («Φάγαμε ἧττα, Κείμενα γιὰ τὸν αὐτοεγκλωβισμὸ τῆς Ὀρθοδοξίας») ἀκούγεται προκλητικὸς γιὰ κάποιους, δυσ­τυχῶς περιγράφει τὴν πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα ποὺ ἀφορᾶ ὄχι μόνο τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κατ’ ἐμὲ ἀνὰ τὴν οἰκουμένη ἀλλὰ καὶ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς ἐκκλησίες καὶ ὁμολογίες. Πολὺ ξεκάθαρα ὁ συγγραφέας γιὰ μία ἀκόμα φορὰ τονίζει ὅτι τὸ παιχνίδι χάθηκε ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἀρνεῖται τὴν κατάφαση τοῦ «ἑνὸς οὗ ἐστὶ χρεία» καὶ αὐτὸ τὸ ἕνα εἶναι ἡ συνάντηση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου λόγου, τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι κατάφαση, ἡ βίωση τοῦ γεγονότος τῆς Σάρκωσης, ἡ καλλιέργεια ἑνὸς πολιτισμοῦ τῆς σάρκωσης, ἑνὸς πολιτισμοῦ πού, ὅπως ὑποστηρίζει, ὑφαίνεται ἀπὸ ὑλικὰ τῆς κένωσης καὶ τῆς πρόσληψης, τουτέστιν τὰ ὑλικά τῆς Ἐνανθρώπησης. Τὸ ἐρώτημα παραμένει πάντα καίριο: εἴμαστε Ἐκκλησία Χριστοῦ συν­εχῶς ἐνανθρωπιζόμενη, συν­εχῶς μεταμορφούμενη καὶ συν­εχῶς μεταμορφώνουσα;

Οἱ σκέψεις μου πάνω στὸ βιβλίο: ναί, «φάγαμε ἧττα», γιατί ἀφήσαμε ἀκραῖες φωνὲς τῶν φονταμενταλιστῶν νὰ ἀκουστοῦν πιὸ δυνατά, πιὸ ἠχηρὰ ἀπὸ τὴ φωνὴ τῆς εὐαγγελικῆς λογικῆς καὶ τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας. «Φωνὲς αἱ­ρετικές», ὅπως τὶς ἀποκαλεῖ ὁ συγγραφέας, γιατί, ὅπως λέει, αἵρεση εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς σάρκωσης, ποὺ σημαίνει πὼς αἱρετικὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ βγάζει τὸν ἑαυτό του πάνω ἀπὸ τὴν κοινὴ συνείδηση τῆς Ἐκ­κλησίας. Ἡ ἔξαρση τοῦ ἑαυτοῦ πάνω ἀπὸ τὸ κοινὸ σῶμα σηματοδοτεῖ τὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν μεγάλη ἀποστασία, καὶ νομίζω ὅτι πρόκειται γιὰ ἀποστασία, γιὰ προδοσία τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, γιὰ ὕβρη. Εἶναι ἡ βλασφημία τῶν ὁρκισμένων φρουρῶν, ὅπως τόσο εὔστοχα τοὺς ἀποκαλεῖ στὸ σχετικὸ κείμενο ὁ συγγραφέας.

Φάγαμε ἧττα, τὴν πιὸ πρόσ­φατη στὴν περίοδο τῆς πανδημίας, γιατί δεχτήκαμε νὰ ξεκινήσουμε νὰ μποῦμε σὲ ἕνα διάλογο γιὰ τὸ μυστήριο τῆς Θείας εὐχαριστίας, κάτι ποὺ εἶναι μυστήριο γιὰ τοὺς ἐντός, ἀλλὰ ὄχι γιὰ τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο νομίζω βιώνεται καὶ σιωπᾶται, δὲν γίνεται ἀντικείμενο διαλόγου. Βιώνεται ὡς τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἡ εὐρύχωρη φύση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν τόπο τῆς θυσίας Του στὸν τρόπο τῆς βασιλείας Του. Ἀπὸ ἕνα μυθικὸ τρόπο στὸν τρόπο ἐλευθερίας καὶ ἀγάπης τῆς ἐν σαρκὶ παράκλησης. Ἡ εὐχαριστία δὲν ἐξαντλεῖται σὲ καμιὰ ἀνάλυση τοῦ μυστηρίου οὔτε ἐξηγεῖται ὁ ἄφθαρτος χαρακτήρας τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Καταλήξαμε νὰ ἐρίζουμε γιὰ τὴ Θεία Κοινωνία δημιουργώντας σύγχυση ἀντὶ νὰ βιώνουμε τὸ ὅτι ἡ Θεία Εὐχαριστία δὲν περιορίζεται στὰ ὅρια τοῦ ναοῦ οὔτε σὲ τρόπους ἀπολυτοποιημένους.

Ἀποστειρώσαμε, εὐτυχῶς ὅμως ὄχι ὅλοι, ἁγιοποιήσαμε θὰ ’λεγα τὸ κτίσμα, τὴν ὕλη προκαλώντας, ἐκπειράζοντας μὲ τὴ λογική μας τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Ἀγνοοῦμε τὸν ἄνθρωπο, τὸν εὐάλωτο καὶ τὸν ἀδύναμο αὐτὸν ποὺ προβληματίζεται ὄχι μόνο τώρα τὴν περίοδο τῆς πανδημίας γιὰ τὸ τρόπο τῆς μετάδοσης τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἕνα τρόπο ποὺ μπορεῖ γιὰ κάποιους ἀπὸ ἐμᾶς νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀποδεκτὸς ἀλλὰ ὄχι γιὰ ὅλους. Καὶ ἐδῶ ἐπιλέγουμε μὲ εὐκολία τὴν καταδίκη καὶ τὸν ἀποκλεισμό τους ἀπὸ τὸ μυστήριο καὶ ὄχι μία συζήτηση γιὰ πιθανὲς ἀλλαγὲς ποὺ ἀφήνουν παντελῶς ἄθικτο τὸ μυστήριο καθαυτό. Καὶ φυσικὰ πυροβολήσαμε καὶ πυροβολοῦμε κάθε ἕνα κληρικὸ ἢ λαϊκὸ ποὺ τολμᾶ μὲ παρρησία νὰ ἐκφέρει τὴν ἄποψη ὅτι μποροῦμε καὶ ὅτι πρέπει νὰ οἰκονομήσουμε κάποια πράγματα στηριγμένοι στὴν παράδοση, ἡ ὁποία μᾶς παρέχει παραδείγματα ἀλ­λαγῶν σὲ πρακτικὲς καὶ μόνο. Ὅπως τόσο εὔστοχα γράφει ὁ κ. Σταμούλης, οἱ πραγματικὲς ἀλλαγὲς δὲν θὰ προέλθουν ἀπὸ τὶς πολιτειακὲς ἐπιταγές, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὴ θεολογικὴ ἀρχὴ τῆς ἀνάγκης, μία ἀρχὴ ποὺ ἀφουγκράζεται τὸν ἴδιο καιρὸ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος τόσο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὅσο καὶ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ρυθμιστικὸ καὶ καθοριστικὸ παράγοντα ποὺ ὁρίζει τὸν τρόπο τῆς ὕπαρξής της.

Θὰ συμφωνήσω λοιπὸν ἀνεπιφύλακτα μὲ τὸν συγγραφέα ὅτι ὄντως φάγαμε ἧττα. Φοβᾶμαι δὲ πολὺ ὅτι στὴν μετὰ πανδημία ἐποχὴ τὰ πράγματα δὲν θὰ εἶναι καὶ τόσο ρόδινα γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὶς χριστιανικὲς ἐκκλησίες παντοῦ. Τὴν περίοδο αὐτὴ νιώθω ὅτι χάθηκαν καὶ χάνονται ἀνεπανάληπτες εὐκαιρίες, ἄν μοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφραση, νὰ βγεῖ ἀπὸ τὰ στεγανά της ἡ Ἐκκλησία…

Στάθηκα μὲ δέος στὸ κείμενο ἡ ἀκρότητα τοῦ σταυροῦ… μὲ συγκλόνισαν αὐτὰ τὰ λόγια καὶ μὲ κάνουν νὰ ἐκφέρω δημόσια κάτι ποὺ τὰ τελευταῖα χρόνια τριγυρνοῦσε σὰν σκέψεις στὸ μυαλό μου, ἀλλὰ ποὺ πλέον ἔχουν γίνει βεβαιότητα καὶ ἄς μοῦ συγχωρεθεῖ ὅτι βγαίνουν ἀπὸ τὰ χείλη ἑνὸς ἐπισκόπου ὑποτίθεται τέτοια λόγια: εἶμαι βέβαιος τελικὰ ὅτι ἀνήκω σὲ μία ἄλλη ἐκκλησία ὄχι σὲ αὐτὴ ποὺ φαίνεται ἀλλὰ σὲ μία ἄλλη ἐκκλησία ὑπόγεια μία underground ἐκκλησία. Στὴν ἐκκλησία αὐτὴ ποὺ εἶναι θαμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσα. Βλέπω μὲ χαρὰ καὶ ἀνακούφιση ὅτι δὲν εἶμαι μόνος, εἴμαστε πολλοὶ κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποὺ ὄχι μόνο ἐπιδιώκουμε νὰ γίνουμε ἐνήλικες, ἀλλὰ καὶ ποὺ ἀπαιτοῦμε νὰ ἀντιμετωπιστοῦμε ἀπὸ τὴ θεσμικὴ ἐκκλησία ὡς ἐνήλικες καὶ ὄχι πλέον ὡς παιδιά. Ἡ ἐκκλησία αὐτή, στὴν ὁποία θεωρῶ ὅτι ἀνήκω, δὲν φοβᾶται νὰ συμπορεύεται μὲ τὴν κοινωνία πρὸς τοὺς Ἐμμαοὺς τῆς κάθε ἱστορικῆς στιγμῆς. Ἡ συμπόρευση αὐτὴ μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους μᾶς μαθαίνει τὸ πῶς ὁ ξένος γίνεται φίλος, ὁ καλεσμένος γίνεται οἰκοδεσπότης, καὶ ὁ ἀκροατὴς γίνεται κήρυκας. Ἡ ἐκκλησία αὐτὴ δὲν φοβᾶται νὰ ἀνοίξει τὴν ἀγκαλιά της στὴν πλατιὰ συνάφεια, στὸν κόσμο, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ διακρίνει τὸ πῶς ὁ Χριστὸς εἶναι ἤδη παρὼν καὶ ποῦ τὸ Πνεῦμα ἐργάζεται. Μπορεῖ καὶ τολμᾶ νὰ ἀπαντήσει στὰ ἐρωτήματα ποὺ ὁ κόσμος σήμερα θέτει, κάποτε δύσκολα ἐρωτήματα, ὅπως ἡ ἰσότητα τῆς γυναίκας, ἡ θέση της στὴν Ἐκκλησία, ἡ σεξουαλικότητα καὶ οἱ προσανατολισμοί της, ὁ διάλογος μὲ τὸ περιθώριο, γενικότερα, μιᾶς καὶ ἐκεῖ θὰ πρέπει νὰ ποῦμε δὲν βρίσκονται ἀνώνυμοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ βρίσκονται φίλοι, οἰκεῖοι, μέντορες, ἡγέτες, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἐπιστήμη, τὴν οἰκολογία, τὴν δικαιοσύνη, τὴν οἰκονομία, τὴν νεοαποικιοκρατία, τὸ διάλογο καὶ τὴ συνύπαρξη πολιτισμῶν καὶ θρησκειῶν καὶ τόσα ἄλλα. Ἡ ἐκκλησία αὐτὴ τείνει νὰ ξανανακαλύψει τὸ χαμένο προφητικὸ χάρισμα καὶ γι’ αὐτὸ γίνεται φιλόξενη στὴν κάθε ἀνθρώπινη συνθήκη. Ἡ φιλοξενία εἶναι προφητικὴ πράξη καθὼς ξεπερνάει ὅρια, σύνορα, καλωσορίζει τὸ διαφορετικὸ καὶ διακινδυνεύει πολλά. Ὅπως πολὺ εὔστοχα πάρα πολλὲς φορὲς ἀναφέρει ὁ κ. Σταμούλης καὶ στὸ βιβλίο αὐτὸ ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα του ἔργα, ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ γίνεται ὄντως χώρα τοῦ ἀχωρήτου, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Χριστός, τὸν ὁποῖο κηρύττει.

Καταλήγοντας τὶς σκέψεις αὐτὲς τὸ βιβλίο αὐτὸ ὅπως καὶ τὰ ἄλλα πονήματα τοῦ ἀγαπητοῦ καθηγητῆ εἶναι μία πρόκληση γιὰ γκρέμισμα τῆς παλιᾶς, τῆς φθαρμένης, τῆς κλειστῆς, τῆς φοβικῆς καὶ φοβισμένης, τῆς ἀνέραστης καὶ ἰδεολογικοποιημένης θεσμικῆς ἐκκλησίας. Μὲ τὰ ὑλικὰ αὐτὰ καὶ μὲ φρέσκο ἁρμολόγημα, αὐτὸ ποὺ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ θὰ ὑποδείξει, καλούμαστε νὰ χτίσουμε αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ: τὴν ἐκκλησία τοῦ διαλόγου, τῆς ἀποδοχῆς, τῆς φιλοξενίας, τῆς συμπερίληψης ὅλων, τοῦ ἔρωτα καὶ τῶν ἀγώνων, κοινωνικῶν καὶ πνευματικῶν. Μέχρι τότε φοβᾶμαι πὼς αὐτὴ ἡ underground ἐκκλησία θὰ συνεχίσει νὰ ὑφίσταται καὶ κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς θὰ συνεχίσουμε τὶς ὑπόγειες διαδρομές».

Previous Article

Σεβ. Λήμνου, τί τελικῶς πιστεύετε;

Next Article

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς: Ὁμιλία στήν Δ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν

Διαβάστε ακόμα