Ὁ Σεβ. Ἀμερικῆς θὰ δώση τὴν Θ. Κοινωνίαν εἰς αἱρετικούς;

Share:

Γράφει ὁ κ. Παναγιώτης Κατραμάδος

Τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον ἐκυκλοφορήθη ἡ εἴδησις ὅτι εἰς τὸ συνέδριον τῆς «Ἡγεσίας 100» εἰς Φλώριντα τῶν ΗΠΑ ὁ Σεβ. Ἀμερικῆς προέτεινε νὰ δίδεται ἡ Θ. Κοινωνία καὶ εἰς ὅσους δὲν εἶναι μὲν Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ ἔχουν τελέσει Ὀρθόδοξον γάμον. Ἡ αὐθεντικότης τῆς εἰδήσεως ἐπεβεβαιώθη, ὅταν προσφάτως, εἰς συν­έντευξιν ποὺ παρεχώρησεν ὁ Σεβασμιώτατος τὴν 11ην Ἀπριλίου 2020, ἐπανέλαβε δι’ ἀκόμη μίαν φορὰν τὴν ἄποψίν του αὐτὴν ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν δημοσιογράφου. Παραθέτομεν τοὺς λόγους του, ὅπως ἀπεμαγνητοφώνησε καὶ μετέφρασεν ἡ ἱστοσελὶς «Τὰς Θύρας Τὰς Θύρας» τῆς 13ης Ἀπριλίου 2020:

« -Θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω πότε οἱ ἱερεῖς θὰ λάβουν ὁδηγίες, γιὰ νὰ ἐπιτρέπουν τὴν Θεία Κοινωνία σὲ μὴ Ὀρθόδοξους συζύγους, παντρεμένους στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μπορεῖτε νὰ τὸ ἐξηγήσετε αὐτό;

-Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἀποφάσεις γενικὰ παίρνονται ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὴν κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας μας.

Καταλαβαίνω ὅτι ἀναφέρεστε σὲ ἐρώτηση ποὺ ἀπάντησα στὴν διάρκεια μιᾶς συνάντησης ποὺ εἴχαμε μὲ τὴν Ἡγεσία τῶν 100 τὸν περασμένο Φεβρουάριο στὴν Φλώριντα, ὅπου κάποιος μὲ ρώτησε ποιὰ ἦταν ἡ γνώμη μου γιὰ αὐτὸ τὸ θέμα. Κι ἐκεῖ εἶπα, ρώτησα τὸν ἑαυτό μου: «Πῶς μπορῶ καὶ προσφέρω τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου σὲ ἕνα Χριστιανὸ πού δὲν εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας μου;» Γνωρίζετε ὅτι αὐτὸ κάνουμε μὲ τοὺς μικτοὺς γάμους. Δεχόμαστε στὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου μὴ-Ὀρθόδοξους πιστοὺς ἀπὸ ἄλλες ἐκκλησίες. Παντρεύονται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ στὴ συνέχεια χωρίζονται, ὅταν πρέπει νὰ παρευρεθοῦν στὴν λειτουργία καὶ στὴν Εὐχαριστία.

Μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε λοιπόν, δύο ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν παντρευτεῖ καὶ ἔχουν πάρει εὐλογία στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία -καὶ θυμᾶστε τὶς εὐχὲς ποὺ λέμε στὴν Ἐκκλησία, ὅτι αὐτοὶ οἱ δύο γίνονται ἕνα- καὶ γίνονται ἕνα μὲ τὴν εὐλογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ἀφοῦ γίνουν ἕνα τούς ἀναγκάζουμε νὰ χωριστοῦν, ὅταν ἔρθει ἡ Εὐχαριστία. Καὶ ρώτησα τὸν ἑαυτό μου δημοσίως μπροστὰ σὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἡγεσίας 100, λέγοντας: «Πῶς μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε αὐτό;» Καὶ εἶπα ὅτι ἐγὼ προσωπικὰ δὲν συμφωνῶ. Προσωπικὰ θὰ ἔδινα τὸ ἄλλο Μυστήριο -τὴν Θεία Εὐχαριστία- σὲ ἐκεῖνα τὰ ζευγάρια ποὺ εἶναι παντρεμένα καὶ ποὺ δέχτηκαν τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σώζω ὁλόκληρη τὴν οἰκογένεια, διότι διαφορετικὰ χάνω τὰ παιδιὰ καὶ χάνω ὁλόκληρη τὴν οἰκογένεια.

Καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι οἱ μικτοὶ γάμοι στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ μας εἶναι πάνω ἀπὸ 65%. Πάνω ἀπὸ 65%. Συν­επῶς, ἐὰν δὲν συμπεριλαμβάνουμε αὐτὲς τὶς οἰκογένειες στὴν Ἀρχιεπισκοπή μας, κάθε χρόνο, κάθε χρόνο θὰ χάνουμε τὸ 65% τῶν μελῶν μας, τῶν οἰκογενειῶν μας. Ποιὸς ἔχει τὴν πολυτέλεια γιὰ κάτι τέτοιο; Μπορεῖ ἕνας πάστορας νὰ ἀναλάβει αὐτὴν τὴν εὐθύνη καὶ νὰ χάσουμε τοὺς ἀνθρώπους μας μόνο καὶ μόνο γιὰ αὐτό;»

Ὁ Σεβασμιώτατος ἀρχικῶς ἀναφέρει ὅτι ὑπεύθυνον διὰ τοιαύτας ἀποφάσεις εἶναι τὸ Πατριαρχεῖον Κων/λεως, ἄποψις ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὀρθή, καθὼς καμία τοπικὴ Ἱεραρχία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῆ ἐνάντια ὄχι μόνον εἰς τὴν δισχιλιετῆ Ἱ. Παράδοσιν καὶ τοὺς Ἱ. Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον νὰ καταλύση αὐτὸ τοῦτο τὸ μυστήριον τῆς Θ. Κοινωνίας, δηλ. τὴν κοινωνίαν τῆς πίστεως. Ἀρκοῦν μόνον αἱ ἀναφοραὶ τῆς Θ. Λειτουργίας (ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης…» κ.λπ.), διὰ νὰ πείσουν ἀκόμη καὶ τὸν κάθε ἀμύητον, ὅτι ἀπαράβατος προϋπόθεσις τῆς μετοχῆς εἰς τὸ μυστήριον εἶναι ἡ κοινὴ πίστις. Προφανῶς, ὁ Σεβασμιώτατος διατυπώνει αὐτὴν τὴν ἄποψιν, ἐπειδὴ ἐρείδεται ἐπὶ τῆς ἐπίσης ἐσφαλμένης θέσεως, ὅτι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ Πατριαρχεῖον καὶ ὄχι ὁ Κύριος Ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἂν αὐτὸ ἴσχυε, τότε «δικαίωμα» νὰ μεταλάβουν θὰ εἶχαν ὅλοι ὅσοι εὑρίσκονται εἰς κοινωνίαν μὲ τὸ Πατριαρχεῖον Κων/λεως, ἀκόμη καὶ ἂν ἦσαν αἱρετικοὶ ἢ σχισματικοί! Εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ συμβαίνει σήμερα εἰς τὸ Οὐκρανικόν: θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς Φαναριώτας σχισματικοὶ οἱ Ρῶσοι καὶ κανονικοὶ οἱ ἀχειροτόνητοι Οὐκρανοί, διότι αὐτοὶ ἔχουν κοινωνίαν μὲ τὸ Πατριαρχεῖον Κων/λεως!

Βεβαίως, τὸ δίλημμα ποὺ τίθεται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Σεβασμιωτάτου εἶναι πλέον σύνθετον καὶ συγκεφαλαιώνεται εἰς τὰ ἑξῆς: Ἂν ἡ Ἐκκλησία τελῆ τὸ μυστήριον τοῦ γάμου μεταξὺ ἑνὸς Ὀρθοδόξου καὶ ἑνὸς ἑτεροδόξου, τότε διατί νὰ μὴ δίδη καὶ τὸ μυστήριον τῆς Θ. Εὐχαριστίας εἰς αὐτούς;

Κατ’ ἀρχάς, ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν ὅτι πλῆθος Ἱ. Κανόνων ἀπαγορεύει τὸν γάμον μετ’ ἑτεροδόξων ἢ καὶ ἀλλοθρήσκων (βλ. ιδ΄ Ἱερὸ Κανόνα τῆς Δ΄ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οβ΄ Ἱερὸ Κανόνα τῆς ΣΤ΄ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἰ΄ καὶ λα΄ Ἱεροὺς Κανόνας τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου, κθ΄ Ἱερὸ Κανόνα τῆς ἐν Καρθαγένῃ Τοπικῆς Συνόδου καὶ τὰ σχετικὰ εἰς τὸ «Κανονικόν» τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ). Μάλιστα, ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωσις τῶν Ἱερῶν αὐτῶν Κανόνων καταδεικνύει ὅτι καίτοι εἶχον ὑπόψιν των οἱ Ἅγιοι Πατέρες δυσκόλους καταστάσεις, δὲν ὑπεχώρησαν ἐνώπιον τῆς πραγματικότητος. Δὲν ἦσαν… «ρεαλισταί», δηλ. ὑποταγμένοι εἰς τὰς ἐπιταγάς τοῦ κόσμου.

Ἡ θέσπισις Ἱ. Κανόνων διὰ τοιαῦτα ζητήματα μαρτυρεῖ ἀπὸ μόνη της ὅτι τοιούτου εἴδους γάμοι συνέβαιναν. Ὡστόσον, ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀπεδέχθη αὐτούς, ἀπεναντίας ἠναντιώθη πλήρως. Εἶναι σαφὲς ἀπὸ ἀποφάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὅτι ἕως καὶ τὸν 19ον αἰῶνα ἐτηρήθη ἀπαρασάλευτος αὐτὴ ἡ τάξις. Αἱ νέαι, ὅμως, πολιτικαὶ συνθῆκαι ἠνάγκασαν τοπικάς Ἱεραρχίας νὰ ἐπιτρέψουν τὴν τέλεσιν μεικτῶν γάμων ἐπικαλούμεναι τὴν «οἰκονομίαν». Ποῖον ὅμως τὸ σκεπτικόν; Ἕνα σχόλιον τοῦ Ἀριστηνοῦ εἰς τὸν ΛΑ΄ Κανόνα τῆς Λαοδικείας ἴσως δίδει τὸν γνώμονα αὐτῆς τῆς κατευθύνσεως:

«Τὸ μὲν λαμβάνειν τῶν αἱρετικῶν τέκνα, χριστιανίζειν ἐπαγγελλόμενα, καὶ ἐπισυνάπτειν αὐτὰ εἰς γάμου κοινωνίαν τοῖς παισὶ τῶν Χριστιανῶν, ἐπιτέτραπται. Τὸ δὲ διδόναι τὰ τῶν Χριστιανῶν τέκνα εἰς συνάφειαν τοῖς αἱρετικοῖς, ἐν πολλοῖς τῶν κανόνων ἀπηγόρευται.»

Διαφαίνεται ὅτι σκοπὸς ἑνὸς μεικτοῦ γάμου εἶναι ἡ προσέλκυσις τῶν αἱρετικῶν εἰς τὴν ὀρθὴν πίστιν. Ἀντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνάγκη κατέστη ἐπιτακτικώτερη ὅταν αἱ νέαι πολιτικαὶ καὶ κοινωνικαὶ συνθῆκαι κατέστησαν εὔκολον τὴν ἀλλαγὴν πίστεως ἢ ἐπιπλέον ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐπιτρέπουν τὴν ἐλευθεριάζουσαν συζυγίαν ἄνευ γάμου. Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι διὰ τοῦ μεικτοῦ γάμου θὰ ἀποτραπῆ ἡ ἄρνησις τῆς πίστεως χάριν τοῦ «ἔρωτος» καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ προσελκυσθῆ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν τὸ ἑτερόδοξον μέρος τῆς συζυγίας, τοπικαὶ Ἱεραρχίαι ἔλαβον αὐτάς τὰς ἀποφάσεις. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ὅριον εἰς τὴν «οἰκονομίαν» π.χ. δὲν δύναται νὰ θεσπισθῆ γάμος ἀλλοθρήσκων, διὰ τοῦτο καὶ αἱ τοπικαὶ Ἱεραρχίαι ἔθεσαν ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηροτέρας προϋποθέσεις. Ὡστόσον, ὅλα αὐτὰ ἀπετέλεσαν τὴν ἐξαίρεσιν διὰ ἰδιαζούσας περιπτώσεις καὶ ὄχι τὸν κανόνα. Δὲν ἐθέσπισαν αἱ τοπικοὶ Ἱεραρχίαι νέους Ἱ. Κανόνας, ἀλλὰ προσεπάθησαν νὰ «οἰκονομήσουν» συγκεκριμένα περιστατικά. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὅταν τείνουν νὰ γίνουν κανὼν εἰς βάρος τῆς ἀληθείας, τότε πρέπει νὰ καταργοῦνται.

Ἡ σκέψις τοῦ Σεβασμιωτάτου, ὅμως, κινεῖται εἰς τὸν ἀντίποδα, ἔχουσα ὡς βάσιν καὶ θεμέλιον ὅτι οἱ μεικτοὶ γάμοι εἶναι ὁ κανὼν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ἐπηρεαζόμενος ὄχι ἀπὸ τὸ τί λέγουν οἱ Ἱ. Κανόνες, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ποσοστὰ τοῦ ποιμνίου του. Ἂν εἶναι κανὼν τότε, βεβαίως, προβάλλει εἰς αὐτὸν λογικὸν νὰ μὴ εὑρίσκη πρόσκομμα διὰ τὴν Θ. Κοινωνίαν. Μὲ τὴν λογικὴν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος πιστεύει ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δίδη τὰ μυστήρια καὶ εἰς τὸ ἑτερόδοξον μέρος τῆς συζυγίας, διατί νὰ μὴ τελῆ καὶ γάμον δύο ἑτεροδόξων, ἂν αὐτοὶ τοῦ τὸ ζητήσουν; Θὰ πρέπη νὰ τὸν προβληματίση τί συμβαίνει εἰς περίπτωσιν ἀνάγκης τελέσεως ἐξοδίου ἀκολουθίας εἰς ἑτερόδοξον, ὅτι αὐτὴ εἶναι μία ἁπλὴ προσευχή. Ἑπομένως, ἂν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τελοῦμεν κηδείαν, θὰ δώσωμεν τὴν Θ. Κοινωνίαν;

Εἰς τὸ ἔργον «Ἐρωτήσεις Κανονικαὶ τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας κυρίου Μάρκου καὶ ἀποκρίσεις ἐπ’ αὐτὰς τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου Ἀντιοχείας κυρίου Θεοδώρου τοῦ Βαλσαμῶν» τίθεται τὸ ἐρώτημα ἀντιστρόφως, ἂν δηλαδὴ Ὀρθόδοξοι γυναῖκες ποὺ συνάπτονται μετ’ αἱρετικῶν μποροῦν νὰ κοινωνοῦν. Ὁ Σεβασμιώτατος σίγουρα θὰ τὸ θεωρῆ δεδομένον, ἀλλὰ ἡ ἀπάντησις θὰ τὸν ἐκπλήξη:

«…διὰ τὴν ἄθεσμον ταύτην κοινωνίαν μετὰ αἱρετικοῦ ἀφωρισμένη οὖσα καὶ ἀκοινώνητος, πῶς τῶν θείων ἁγιασμάτων ἀξιωθείη; Πάντως οὐδαμοῦ, εἰ μὴ ἀποστῆ τοῦ κακοῦ, καὶ κανονικοῖς ἐπιτιμίοις διορθωθῆ».

Κανών, ἑπομένως, ἦτο ἡ στέρησις τῆς Θ. Κοινωνίας εἰς τὸν Ὀρθόδοξον ποὺ ἦλθεν εἰς γάμου κοινωνίαν μὲ τὸν αἱρετικόν. Ἀντ’ αὐτοῦ ἐφθάσαμεν σήμερα εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς νὰ σκέπτεται ὅτι κανὼν πρέπει νὰ καταστῆ ἡ μετάδοσις τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων εἰς τοὺς ἑτεροδόξους! Ὀφείλομεν ὅλοι νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι ἂν τοπικαὶ Ἱεραρχίαι ἐπέτρεψαν τὸν μεικτὸν γάμον, αὐτὸ εἶναι ἤδη τὸ ἀπώτατον ὅριον οἰκονομίας ποὺ ἠδύνατο νὰ συμβῆ, διὰ τοὺς λόγους ποὺ προανεφέρθησαν. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸ ὁ κανών, ὥστε νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ ἂν δύναται νὰ γίνη οἰκονομία καὶ νὰ δοθῆ ἡ Θ. Μετάληψις. Ἀπεναντίας, σήμερα ποὺ οἱ μεικτοὶ γάμοι ἔχουν ὁδηγήσει τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ θεωροῦν ὅτι «ὅλοι οἱ χριστιανοὶ εἴμαστε τὸ ἴδιο» ἴσως πρέπει νὰ παύση πλέον καὶ ἡ «οἰκονομία».

Ὁ Σεβασμιώτατος ἐπικαλεῖται τὸ μεγάλο ποσοστὸν μεικτῶν γάμων. Ἀφενός, αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ποιμαντικὴν ἀποτυχίαν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας νὰ καταδείξη εἰς τοὺς πιστοὺς πόσον σπουδαία εἶναι ἡ κοινὴ πίστις (διότι ἂν μόνον ὁ ἔρως εἶναι ὑπεράνω ὅλων τότε συντόμως θὰ ἀκούσωμεν καὶ πρότασιν διὰ διαθρησκειακὸν γάμον!). Ἀφετέρου, δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς ποὺ πρέπει νὰ προβληματίζη, ἀλλὰ ποῖοι ἐξ αὐτῶν ἔχουν συνειδητὴν πνευματικὴν ζωήν. Ὁ μεικτὸς γάμος δὲν λύει αὐτομάτως τὸ πρόβλημα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀλλὰ προσθέτει προσκόμματα εἰς αὐτήν. Ἡ Ἐκκλησία, πάντως, ποιεῖ Ἁγίους καὶ ὄχι ὀπαδούς, διὰ νὰ κρίνεται ἀπὸ τὰ ποσοστά.

Οὔτε κανὼν εἶναι οἱ μεικτοὶ γάμοι οὔτε τελοῦνται αὐτοὶ ἐπειδὴ π.χ. μὲ τοὺς Παπικοὺς εἴμεθα μία Ἐκκλησία, ὡς ἔνιοι κακοδόξως θεωροῦν. Ὅπως κανεὶς δὲν καθιέρωσεν ἀντὶ τοῦ κανονικοῦ βαπτίσματος τὸ ἀεροβάπτισμα, κατ’ ἀντιστοιχίαν ὁ γάμος εἶναι κάτι πολὺ συγκεκριμένον καὶ μία συγκατάβασις δὲν ἀντικαθιστᾶ τὸν κανόνα. Αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴν εὐθύνην νὰ ποιμάνουν, φαίνεται πὼς ἀγνοοῦν θεμελιώδη ζητήματα, ὁπότε αἱ ποιμαντικαὶ των προτάσεις εἶναι προτάσεις ποιμενομένων καὶ ὄχι ποιμένων. Δυστυχῶς, ἡ ἀπόφασις τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως νὰ ἐπιτρέπη τὸν δεύτερον γάμον τῶν κληρικῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις τοῦ Σεβ. Ἀμερικῆς νὰ μή χρησιμοποιῶμεν τὴν φράσιν «μεικτοὶ γάμοι», ἀλλὰ νὰ ὀνομάζωμεν αὐτοὺς «γάμους θαύματα», δὲν εἶναι ἐνδεικτικὴ ἁπλῶς τῆς θεολογικῆς κρίσεως τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Κων/λεως, ἀλλὰ κυρίως ὑπονομεύει σοβαρῶς τὴν Θ. Κοινωνίαν εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἐναντίον αὐτὰς τὰς ἡμέρας μὲ ἀφορμὴν τὸν κορωνοϊόν.

Previous Article

Στον Ερντογάν το κλειδί της απόφασης για το Ναό της Αγίας Σοφίας

Next Article

«ΘΑ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΜΕ ΤΟ «ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΟΝ» ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;»

Διαβάστε ακόμα