Γράφει ὁ κ. Εὐλάλιος Θωμαΐδης, θεολόγος
Ὁ Ἰωακεὶμ τοῦ Φιόρε (1130–1202) θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ Moltmann τοῦ Μεσαίωνα, καθὼς ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ διαίρεσαν τὴν Ἁγία Τριάδα σὲ ἐποχὲς καὶ διακριτὰ ἔργα. Παρότι ἔζησε ἕνα αἰώνα πρὶν ἀπὸ τὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη, ἀξίζει νὰ δοῦμε ὁρισμένα στοιχεῖα τῆς θεολογικῆς του διδασκαλίας.
Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωακείμ, ἡ ἐνδοτριαδικὴ τάξη τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας εἰκονίζεται στὴν οἰκονομία τῆς σωτηρίας. Πρόκειται γιὰ ἕνα κλασσικὸ θεολογικὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει συνολικὰ τὴ λατινικὴ θεολογικὴ σκέψη. Ὡστόσο, ὁ Ἰωακεὶμ δὲν περιορίζεται σὲ ἕνα ἁπλὸ εἰκονισμὸ τῶν ἐνδοτριαδικῶν σχέσεων στὴν οἰκονομία, ἀλλὰ φθάνει στὸ σημεῖο νὰ ὑποστηρίξει ὅτι κάθε θεῖο πρόσωπο ἀντιστοιχεῖ στὴ δική του ἰδιαίτερη ἱστορικὴ ἐποχή. Ὁ Πατὴρ ἀντιστοιχεῖ στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν νόμο καὶ τὸν φόβο. Ὁ Υἱὸς ἀντιστοιχεῖ στὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν υἱικὴ ὑπακοή. Τέλος, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀντιστοιχεῖ στὴν Τελευταία Ἐποχή, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εἰρήνη. Ἡ Τελευταία αὐτὴ Ἐποχή, σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωακείμ, θὰ ἄρχιζε ὁρισμένες δεκαετίες μετὰ τὸν θάνατό του, δηλαδὴ περὶ τὸ 1260 (Β. Mondin, La Trinita mistero d’Amore, Edizioni Studio Domenicano, Bologna 2010², σελ. 196).
Ὅπως σημειώνει ὁ Ἰωακεὶμ τοῦ Φιόρε, στὴν Καινὴ Διαθήκη —καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων— τὸ Ἅγιο Πνεῦμα φανέρωσε μόνο ἐν μέρει τὴ θεία του δόξα. Ἦλθε μαζὶ μὲ τὸν Υἱό, δείχνοντας ὅτι ἐκπορεύεται τόσο ἀπὸ τὸν Πατέρα ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν Υἱὸ (filioque), ἀλλὰ δὲν φανερώθηκε πλήρως. Μόνον στὴν Τελευταία Ἐποχὴ θὰ φανερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ (Gioachino da Fiore, Tractatus super quatuor Evangelia, Ed. E. Buonaiuti, Roma 1930, 24, 7–16). Συνεπῶς, ἡ Πεντηκοστὴ δὲν ἀποτελεῖ τὴ φανέρωση ὅλης τῆς Ἀλήθειας, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση· ἡ Ἀλήθεια ἀναμένει τὴν Τελευταία Ἐποχή, γιὰ νὰ φανερωθεῖ —δηλαδή, οὐσιαστικά, τὸν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰωακεὶμ χρόνο— πρᾶγμα ἀπολύτως ἀπαράδεκτο ἀπὸ ὀρθόδοξη σκοπιά.
Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἰωακεὶμ τοῦ Φιόρε δὲν παύει νὰ διακηρύττει ὅτι οἱ ad extra δράσεις τῶν θείων Προσώπων εἶναι κοινὲς καὶ ἀχώριστες (Liber concordiae, V, 77), ἐντούτοις βλέπει τὴν ἱστορία δομημένη τριαδικῶς. Ὑπάρχουν τρεῖς διακριτὲς ἐποχὲς στὴν ἱστορία, «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας (tria tempora ista ad similitudinem trium personarum· νεοελληνικὴ μετάφραση συγγραφέως: «τρεῖς ἐποχὲς ποὺ εἰκονίζουν τὰ τριαδικὰ πρόσωπα»). Οἱ τρεῖς αὐτὲς ἐποχὲς ἀντανακλοῦν τρεῖς καταστάσεις τοῦ κόσμου: ἡ πρώτη ἐποχὴ δείχνει τὸν κόσμο ὑπὸ τὸν Νόμο· ἡ δεύτερη τὸν δείχνει ὑπὸ τὴ χάρη· ἐνῶ ἡ τρίτη προαναγγέλλει μία ἀκόμη μεγαλύτερη χάρη, ἡ ὁποία ἐπίκειται καὶ δὲν ἔχει ἀκόμη ἔλθει. Ἡ πρώτη ἐποχὴ χαρακτηρίζεται ἀπὸ «δουλικὴ δουλικότητα», ἡ δεύτερη ἀπὸ «υἱικὴ δουλικότητα» καὶ ἡ τρίτη ἀπὸ ἐλευθερία. Φόβος, πίστη καὶ ἀγάπη ἀντιστοιχοῦν, κατὰ τὸν Ἰωακεὶμ τοῦ Φιόρε, στὶς τρεῖς αὐτὲς ἐποχὲς (Liber concordiae V, 84, 112), οἱ ὁποῖες ἀντιστοιχοῦν στὰ τρία πρόσωπα τῆς ἀκτίστου Θεότητας.
Ἂς ἐξετάσουμε τώρα ἂν ἡ ἀνωτέρω διάκριση τῶν ἐποχῶν τῆς ἱστορίας μὲ βάση τὰ τριαδικὰ πρόσωπα μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση. Καταρχάς, πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὰ τρία πρόσωπα τῆς ἀκτίστου Θεότητας δροῦν ὡς ἕνας Θεὸς καὶ ὄχι ὡς τρία ὑποκείμενα, πρόσωπα καὶ ὑποστάσεις ποὺ ἐνεργοῦν σύμφωνα μὲ τὰ ὑποστατικά τους ἰδιώματα. Ἡ γνωστὴ πατερικὴ φράση «ἐκ Πατρός, δι’ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» ἀναφέρεται στὴ μία θεία οἰκονομία, ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της δηλώνει τὴ μία ἄκτιστη θεία ἐνέργεια. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀναφέρει ὅτι πρῶτα φανερώθηκε ὁ Πατήρ, παραχωρώντας τὶς φυσικὲς ἐνέργειές του κατὰ χάριν στοὺς Προφῆτες· μαζὶ μὲ Αὐτὸν φανερώνεται ὁ Υἱός, καὶ μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας παρέχουν τὰ ἴδια «καυχήματα» τῆς θείας φύσεως, δηλαδὴ τὴν κοινὴ θεία δόξα καὶ ἐνέργεια (Γρηγόριος Παλαμᾶς, Λόγοι Ἀποδεικτικοὶ Β΄, 19–21, Π. Χρήστου Α΄, 95–98). Ἑπομένως, δὲν φανερώνεται πρῶτα ὁ Πατήρ, ἔπειτα ὁ Υἱὸς καὶ στὴ συνέχεια τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ οἱ τρεῖς μαζὶ ὡς ὁ ἕνας καὶ ὁ αὐτὸς Θεός.
Μὲ βάση τὰ παραπάνω, γίνεται σαφὲς ὅτι οἱ Ἕλληνες Πατέρες οὐδέποτε διαίρεσαν τὶς ἐποχὲς τῆς ἱστορίας μὲ κριτήριο τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, διότι κάθε Πρόσωπο, στὴ φανέρωση τῆς θείας δόξης, φανερώνει καὶ τὰ ὑπόλοιπα. Ἑπομένως, ἡ θεία χάρη παραμένει ἡ ἴδια τόσο στὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, καθότι εἶναι ἄκτιστη καὶ ἀΐδια. Ἐκεῖνο ποὺ ἄλλαξε μὲ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ δὲν εἶναι ἡ θεοπτικὴ ἐμπειρία τῶν ἀξίων οὔτε ἡ παροχὴ τῆς θείας δόξας, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλες οἱ ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες εἰσῆλθαν στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς γιὰ τὴν ἐνσάρκωση: «Ὃς ἐπεὶ καὶ τὴν ἡμετέραν ἀνειληφὼς φύσιν ἐφανερώθη, οὐκ ἐδείκνυ μόνον διὰ τῶν ἔργων, ἀλλὰ καὶ διὰ γλώττης ἐκήρυττε τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος τὴν θεότητα καὶ τί τὸ μόνον αἴτιον καὶ τί τὰ ἐξ αὐτοῦ» (Λόγοι Ἀποδεικτικοί, Β΄, 19, Π. Χρήστου Α΄, 95–96). Μὲ τὴν ἐνσάρκωση, ὁ Υἱὸς φανέρωσε τόσο μὲ τὰ ἔργα ὅσο καὶ μὲ τὸν λόγο ἐκεῖνο ποὺ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη φανερωνόταν (προτύπωση) κυρίως μὲ ἔργα: τὰ κοινὰ καυχήματα τῆς ἀκτίστου Θεότητας, δηλαδὴ τὴ θεία δόξα.
Ὡς ἐκ τούτου, ἡ τριαδικὴ διαίρεση τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου σὲ τρεῖς ἐποχές, ὅπως τὴν προτείνει ὁ Ἰωακεὶμ τοῦ Φιόρε, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει δεκτὴ ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία. Ἡ μόνη διάκριση ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ εἶναι ἐκείνη μεταξὺ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, δηλαδὴ μεταξύ της προτύπωσης καὶ τῆς φανέρωσης. Συνεπῶς, ἡ διαίρεση δὲν ἀφορᾶ τὰ ἴδια τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, σὰν νὰ ἐνεργοῦν σὲ τρεῖς ξεχωριστὲς ἐποχές, ἀλλὰ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Ἑνὸς τῆς Τριάδας (Καινὴ Διαθήκη) καὶ τὴν προτύπωση αὐτῆς τῆς σάρκωσης (Παλαιὰ Διαθήκη).
Ἡ πραγμάτευση τῆς θεολογικῆς σκέψης τοῦ ἀνωτέρω Κιστερκιανοῦ μοναχοῦ ἔγινε οὕτως ὥστε νὰ γίνει κατανοητό, μέσῳ τῆς ἀντιπαράθεσης τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ Ἰωακεὶμ τοῦ Φιόρε, ὅτι τὰ θεῖα πρόσωπα δὲν δροῦν ξεχωριστά, δηλαδὴ ὡς πρόσωπα, καὶ σὲ τρεῖς ξεχωριστὲς ἐποχές. Ὁποιαδήποτε ὑποστήριξη τριῶν προσωπικῶν ἔργων ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τριάδας, θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει σὲ παρόμοιες ἀπόψεις μὲ τὸν Ἰωακεὶμ (Ὁ ὅρος προσωπικὰ / διακριτὰ ἔργα ἔχει κυριαρχήσει στὴ σύγχρονη ὀρθόδοξη ἀκαδημαϊκὴ θεολογία. Βλ. ἐνδεικτικὰ Ν. Ματσούκας, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β’. Ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη, {Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Βιβλιοθήκη – 3}, ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 109 κ. 112 καὶ Ν. Λουδοβίκος, Ὁ μόχθος τῆς μετοχῆς. Εἶναι καὶ Μέθεξη στὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη, ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 2010, σσ. 33-34).
Ἀκόμη, θὰ ἤθελα νὰ σημειώσω ὅτι ὁ περσοναλισμός, ὁ ὁποῖος ταυτίζει πρόσωπο μὲ δράση ἢ ἐνέργεια, ἔχει ὁδηγήσει ἀρκετοὺς σύγχρονους παπικοὺς θεολόγους στὴν ἐπανεκτίμηση τῆς θεολογικῆς σκέψεως τοῦ καταδικασθέντος Ἰωακεὶμ ἀπὸ τὴ σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ τὸ 1215 (στὴν πραγματικότητα δὲν καταδικάστηκε ποτέ του ὁ ἴδιος ὁ Ἰωακεὶμ ἀπὸ τοὺς Λατίνους, παρὰ μόνο κάποιες ἀπὸ τὶς θέσεις του), καὶ τοῦτο συμβαίνει, διότι μετὰ τὸν Ἔγελο ἡ ἱστορία ἔχει τοποθετηθεῖ στὸ κέντρο τῆς ἐγκόσμιας ἀνθρώπινης σκέψης. Συνεπῶς, μία τριαδικὴ ἱστορία τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὅπως αὐτὴ τοῦ Ἰωακείμ, ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ εὐνοήσει περισσότερο στὴν εἰσαγωγὴ τῆς ἱστορίας μέσα στὸν ἴδιο τὸν Θεό, πρᾶγμα ἐντελῶς ἀπαράδεκτο γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία (ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ γνωστοὺς καρδινάλιους ὁ Bruno Forte, ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἱστορικὴ θεολογικὴ τριαδολογία τοῦ Ἰωακεὶμ εἶναι παντελῶς «ὀρθόδοξη». Βλ. B. Forte, Trinita come storia, Saggio sul Dio cristiano, Edizioni Paoline, Milano 19853, σελ 83).




