ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Η ΠΡΑΞΙΣ ΤΟΥ 1928!

Share:
Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Ε. Βολουδάκη

«Ενεργεί ως Πατριαρχικό ηφαίστειο, το οποίο απειλεί να “πετρώση” πνευματικά την Βόρεια Ελλάδα και να την προσαρτήση στην Τουρκία»

Ο συντάκτης της, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος ο Γ , νεωτεριστής, πιστός υπηρέτης των Τούρκων και Μασώνος, ως μαρτυρεί η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος!

Χαράσσω τις γραμμές που ακολουθούν με βαθύτατο σεβασμό προς το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το αγωνισθέν επί πολλούς αιώνες υπέρ των δικαίων της Πίστεως αλλά και υπέρ της ελευθερίας της Πατρίδος, γιατί στην ελεύθερη και πνευματική Πατρίδα καλλιεργείται η Πίστη.

Προτάσσω τον σεβασμό μου προς το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως (τον οποίον –εξ άλλου– έχω πλειστάκις καταθέσει, όπως και προς το αξίωμα του εκάστοτε Πατριάρχου, τον οποίο μνημονεύω σε κάθε Θ. Λειτουργία που τελώ), για να γνωρίζουν οι καλοπροαίρετοι ότι όσα γράφω δεν έχουν σκοπό να πλήξουν τον θεσμό του Πατριαρχείου, αλλά τις ενέργειες των υπευθύνων του Πατριαρχείου, παλαιοτέρων και συγχρόνων.

Η διευκρίνησή μου αυτή γίνεται για τους καλοπροαιρέτους, διότι οι κακοπροαίρετοι εξακολουθούν και θα εξακολουθήσουν να με συκοφαντούν ότι πλήττω τον Πατριαρχικό θεσμό οσάκις διεκδικώ –με ατράνταχτα ιστορικά αλλά και Θεολογικά επιχειρήματα– την απόλυτη Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αυτοκεφαλία, η οποία στις μέρες μας δεν είναι απλή διοικητική αναγκαιότητα, αλλά αναγκαιότητα Εκκλησιολογικής προστασίας της Ελλαδικής Εκκλησίας από την “οθνείαν” και εξευρωπαϊσμένη Παποπροτεσταντική παραλλαγή της Ορθοδόξου Πίστεως, που διαμορφώνει και διοχετεύει στα πέρατα της Οικουμένης το Πατριαρχικό επιτελείο.

Συνεπώς δεν γράφω για διεκδίκηση εκκλησιαστικής εξουσίας (η οποία, εξ άλλου, εμένα προσωπικά δεν με αφορά, γιατί ούτε είμαι ούτε πρόκειται να γίνω Επίσκοπος), αλλά γράφω, γιατί πρόκειται για θέμα Πίστεως! Εκτός εάν κάποιοι θεωρούν λογικό, από την μία μεριά να μάχωνται τους Οικουμενιστές ως διαφθορείς της Ορθοδόξου Πίστεως και από την άλλη να μη θέλουν να τους αφαιρέσουν αντικανονικές διοικητικές εξουσίες, ώστε να προσ­τατευθούν όσο το δυνατόν περισσότερες Χώρες της Γης από την λοιμική Οικουμενιστική επιδημία!

Μου προξενεί, επίσης, μεγάλη εντύπωση ότι οι συκοφάντες μου προέρχονται –όπως ισχυρίζονται– από τον χώρο των αντιοικουμενιστών και, ενώ αυτοί οι ίδιοι πολύ συχνά, όχι μόνο κάνουν κριτική, αλλά και σπιλώνουν και υβρίζουν με απρεπή, ειρωνικά και ασεβή λόγια και γελοιογραφίες τις Οικουμενιστικές ενέργειες του Πατριάρχου, χωρίς να θεωρούν αυτό που κάνουν προσβολή του θεσμού του Πατριαρχείου, την οποιαδήποτε δική μου κριτική για την αντικανονικότητα της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928 η την διεκδίκηση της Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ελλάδος αποκαλούν προσβολή του Πατριαρχικού θεσμού! Και επειδή το πράγμα δεν έχει λογική εξήγηση, το ξάστερο συμπέρασμα είναι ότι αυτοί, με το πρόσχημα και το προκάλυμμα του αντιοικουμενισμού, εξυπηρετούν με απόλυτη συν­έπεια την Αμερικανοτουρκική συμπαιγνία για την κατάτμηση της Πατρίδος μας και την παράδοσή της στην Οικουμενιστική διακυβέρνηση του Οικουμενιστικού Κέντρου, που είναι, δυστυχώς, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως!

Πως “εβασίλευσε” η Πράξις του 1928;

Για την κατανόηση του θέματος, είναι, κατ’ αρχάς, αναγκαίο, να εξετάσουμε από πιο κοντά την Πράξη του 1928, για να διαπιστώσουμε το πως και το γιατί αυτή απέκτησε τόσο κύρος και βαρύτητα, ώστε να απειλή, όχι μόνο την Εκκλησιαστική Ενότητα της Ελλαδικής Εκκλησίας αλλά και την εδαφική ακεραιότητα της Πατρίδος μας.

Η αρχή έγινε με την Μεταπολίτευση, όταν με εισήγηση προς την Ιερά Σύνοδο του καθηγητού κ. Βλασίου Φειδά –τότε αποκλειστικού εκπροσώπου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως– και την σύμπραξη του Ελληνικού Κοινοβουλίου, η Πράξη αυτή κατεγράφη στο Σύνταγμα της Ελλάδος μαζί με τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850. Μέχρι τότε, η Πράξη του 1928 ήταν σαν να μην υπήρχε. Και, ενώ η καταγραφή αυτή έγινε ουσιαστικά, για να αλλοιωθή το πνεύμα του Συνοδικού Τόμου, που δίνει ξεκάθαρη και Απόλυτη Αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος, έπεισαν την τότε Ιεραρχία να συγκατατεθή, με το “πονηρό” επιχείρημα ότι με αυτήν την κατοχύρωση θα απετρέπετο στο εξής οποιαδήποτε παραβίαση της Εκκλησιαστικής Κανονικότητος, όπως έγινε με το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967, λες και ένα Πραξικόπημα του μέλλοντος θα τηρούσε επακριβώς τις διατάξεις του Συντάγματος!

Από τότε κάποιοι προσπάθησαν και προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν ως επιχείρημα υπέρ του Πατριαρχείου το γεγονός ότι ο Συνοδικός Τόμος και η Πατριαρχική Πράξη του 1928 κατοχυρώνονται στο ισχύον Σύνταγμα της Ελλάδος. Δεν έκαμαν, όμως, τον κόπο να σκεφθούν λίγο περισσότερο πάνω στο επιχείρημα αυτό και γι’ αυτό λησμόνησαν το σπουδαιότερο. Λησμόνησαν πως ο Συνοδικός Τόμος ρητώς ορίζει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος όχι μόνο αναγνωρίζεται αυτοκέφαλος αλλά και διοικεί «τα της Εκκλησίας κατά τους Θείους και Ιερούς Κανόνας ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως»!

Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι, αφ’ ενός μεν η Πολιτεία δεν έχει κανένα απολύτως δικαίωμα να ελέγξη την Εκκλησία, για το εάν και κατά πόσον τηρεί τον Πατριαρχικό Τόμο και την Πατριαρχική Πράξη (εφ’ όσον αυτό το απαγορεύει ο προστατευόμενος από το Σύνταγμα Συνοδικός Τόμος), αφ’ ετέρου δε ότι η Εκκλησία δια της Συνταγματικής κατοχυρώσεως των ανωτέρω έχει τη δυνατότητα να υποχρεώνη την Πολιτεία να επικυρώνη τις Εκκλησιαστικές αποφάσεις της, ώστε να έχουν αυτές και νομική ισχύ.

Θα επαναλάβουμε αυτό που έχουμε γράψει και στο παρελθόν, ότι πρέπει κάποτε να καταλάβουν οι πολέμιοι του Ελλαδικού Αυτοκεφάλου ότι το Σύνταγμα της Ελλάδος κατοχυρώνει Πολιτειακά μόνο την Εκκλησία της Ελλάδος και μόνον αυτήν. Την προστατεύει, φέρ’ ειπείν, από ληστρικές επεμβάσεις της Πολιτείας, όπως κατά το παρελθόν ο νόμος Τρίτση έπεσε στο κενό, γιατί προσέκρουσε στο «ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως».

Εξ άλλου, το Σύνταγμα της Ελλάδος, όπως και κάθε Σύνταγμα, ψηφίζεται, για να κατοχυρώνη τα δικαιώματα των πολιτών της χώρας και όχι τα συμφέροντα των αλλοδαπών. Πόσο μάλλον όταν οι αλλότριες διεκδικήσεις διασπούν την αρμονία των Ελληνικών πόλεων και ταράσσουν την ειρήνη των Ελλήνων πολιτών. Το θέμα, λοιπόν, δεν θα το λύση η Πολιτεία. Δεν έχει κανένα δικαίωμα αναμίξεως, παρ’ εκτός του να υπενθυμίση στο Φανάρι ότι το Σύνταγμα της Χώρας αποσκοπεί στο να διατηρή την εδαφική ακεραιότητα της Χώρας και να προσ­τατεύη τα νομικά συμφέροντα και δικαιώματα των πολιτών και υπηκόων της.

Βεβαίως, το ότι δόθηκε έμφαση στο Σύνταγμα ειδικά και μόνο σ’ αυτήν την Πατριαρχική Πράξη και όχι και στις προγενέστερές της, που και αυτές αναφέρονται σε προσαρτήσεις άλλων περιοχών της Πατρίδος μας, μαρτυρεί το “ύποπτον” του πράγματος, το οποίο, δυστυχώς, δεν είχε υποψιάσει ούτε απασχολήσει σοβαρά μέχρι σήμερα τους Έλληνες Ιεράρχες μας, οι οποίοι, εφησυχασμένοι σε μία συναισθηματική σχέση με το Πατριαρχείο μας, θεωρούσαν βέβηλη πράξη το να ρυθμίσουν τα του Οίκου του Θεού, με σεβασμό μεν προς το Πατριαρχείο, αλλά, πρωτίστως με σεβασμό και υπευθυνότητα έναντι του εμπεπιστευμένου εις αυτούς Ποιμνίου της ελευθέρας Ελλάδος.

Στα πλαίσια του αθεολογήτου και αδιακρίτου συναισθηματισμού, είχε, μετά την Μικρασιατική καταστροφή, βρει γόνιμο έδαφος και το επικίνδυνο φληνάφημα ότι δεν πρέπει να αποδυναμωθή το Πατριαρχείο τώρα που είναι εμπερίστατο, αλλά πρέπει να έχη υπό την δικαιοδοσία του περιοχές! Έτσι, με παραπλανητικό συναισθηματικό τρόπο προσαρτήθηκαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως η Εκκλησία της Αμερικής και ολόκληρη η Ευρώπη, οι οποίες υπήγοντο διοικητικά στην Εκκλησία της Ελλάδος! Δηλαδή, να μην αποδυναμωθή διοικητικά ένα ούτως η άλλως αιχμάλωτο Πατριαρχείο, αλλά να αποδυναμωθή η ελεύθερη Εκκλησία της Ελλάδος, για να έχη ο δυνάστης Τούρκος την ευχέρεια να διορίζη –κατόπιν εντολών της Αμερικής– Πατριάρχες της αρεσκείας του που θα αλλοιώνουν την Ορθόδοξη Πίστη στα πέρατα της Οικουμένης! Αν η Εκκλησία της Ελλάδος είχε αντιληφθεί εγκαίρως τα αυτονόητα, δεν θα ήταν η Αμερική και η Ευρώπη σήμερα σ’ αυτό το ελεεινό πνευματικό κατάντημα, ώστε να μη ξεχωρίζης πλέον τους κοσμικούς από τους Ορθοδόξους Ποιμένες!

Είναι ντροπή και αίσχος όλων μας, Κληρικών και λαϊκών, που δεν έχουμε τόσα χρόνια εξεγερθεί εναντίον των Πατριαρχικών, οι οποίοι έχουν απαγορεύσει στους κατά τόπους Μητροπολίτες να βαπτίζουν ετεροδόξους και να τους δέχωνται στην Ορθοδοξία, εμποδίζοντας έτσι, εκτός των πολλών άλλων και ένα ολόκληρο Αγγλικανικό Πλήρωμα, που αντέδρασε στην χειροτονία των γυναικών, να γίνη Ορθόδοξο, αλλά το εγκατέλειψαν να προσαρτηθή αναγκαστικά στους Παπικούς, αφού ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων είχε Πατριαρχική εντολή να μη τους δεχθή να προσέλθουν στην Ορθοδοξία!

Γι’ αυτά τα πνευματικά εγκλήματα έπρεπε να γίνη μία Μεγάλη Σύνοδος. Για να καταδικάση τις πάμπολλες αυθαιρεσίες των Πατριαρχών όλων των Πατριαρχείων –μεταξύ των οποίων και τη σταλινική Πατριαρχική “μόδα” να εκθρονίζουν Επισκόπους και Αρχιεπισκόπους άνευ ουσιαστικής δίκης και απολογίας των εκθρονιζομένων– και όχι γι’ αυτά που συγκαλείται η σχεδιαζομένη Μεγάλη Σύνοδος, την οποία οι διοργανωταί της έχουν το θράσος και την αλαζονεία να την αποκαλούν Αγία!

Αυτόν τον Πατριαρχικό επεκτατισμό επί ζημία της Ορθοδόξου Πίστεως και, κατ’ επέκτασιν, επί ζημία της σωτηρίας των ανθρώπων, υπηρετεί, τελικά, η Πράξη του 1928. Ενεργεί ως Πατριαρχικό ηφαίστειο, το οποίο απειλεί να “πετρώση” πνευματικά ολόκληρη την Βόρεια Ελλάδα και σταδιακά να την προσαρτήση και εδαφικά στην Τουρκία.

Σύγκρισις των Πατριαρχικών Πράξεων 1866, 1882 και 1928

Πατριαρχικές Πράξεις εξεδόθησαν σταδιακά, μετά τις αλληλοδιάδοχες προσαρτήσεις στο Ελληνικό Κράτος Ελληνικών εδαφών, που είχαν καταλάβει διάφοροι ξένοι κατακτητές. Οι Πράξεις αυτές εξεδόθησαν, μετά τον Συν­οδικό Τόμο του 1850, κατά τα έτη 1866,1882 και 1928 για να επικυρωθή η επανυπαγωγή των περιοχών της Πατρίδος μας, από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (στο οποίο είχαν μετά την Άλωση(1453) υπαχθεί δια της βίας με Φιρμάνι του Σουλτάνου), και πάλι στην Εκκλησία της Ελλάδος, συμφώνως και με την επιταγή του Συνοδικού Τόμου του 1850: «… ωρίσαμεν τη δυνάμει του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος δια του παρόντος Συνοδικού Τόμου, ίνα η εν τω Βασιλείω της Ελλάδος Ορθόδοξος Εκκλησία αρχηγόν έχουσα και κεφαλήν, ως και Πάσα η Καθολική και Ορθόδοξος Εκκλησία, τον Κύριον και Θεόν και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν, υπάρχη του λοιπού κανονικώς αυτοκέφαλος …επιγινώσκομεν αυτήν και ανακηρύσσομεν πνευματικήν ημών αδελφήν …και ως τοιαύτην του λοιπού αναγνωρίζεσθαι και μνημονεύεσθαι τω ονόματι «Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος» δαψιλεύομεν δε αυτή και πάσας τας προνομίας και πάντα τα κυριαρχικά δικαιώματα, τα τη ανωτάτη Εκκλησιαστική αρχή παρομαρτούντα…»!

Για να μην υπάρξη αμφισβήτηση ως προς αυτό που εννοεί ο Πατριαρχικός Τόμος για τα δαψιλευθέντα κυριαρχικά δικαιώματα προς την Εκκλησία της Ελλάδος, εφρόντισε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος (Ο Πατριάρχης του Συνοδικού Τόμου) να διευκρινήση σε συνοδευτική του Τόμου Συνοδική Επιστολή, ότι «του λοιπού την κατά τον ημέτερον Συνοδικόν Τόμον καθεστηκυίαν ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος απαξάπαντες αναγνωρίσητε ανωτάτην Εκκλησιαστικήν αρχήν, περιβεβλημένην άπαντα τα δικαιώματα επί των εν Ελλάδι Εκκλησιών, όσα περ εκέκτητο πρότερον ο καθ’ ημάς Αποστολικός Πατριαρχικός Οικουμενικός Θρόνος».

Από την σύγκριση των Πατριαρχικών Πράξεων 1866, 1882 και 1928 αποκαλύπτεται η μεγάλη σκευωρία που χαλκεύθηκε εις βάρος της Ελλαδικής Ιεραρχίας αλλά και της Πατρίδος μας, με την συμπαιγνία του Μασώνου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βασιλείου του Γ καὶ των Τούρκων, μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Ας κάνουμε την σύγκριση:

Οι Πατριαρχικές Πράξεις του 1866 και του 1882 εκφράζουν απολύτως το εκκλησιαστικό φρόνημα και ήθος. Προτάσσουν την οικουμενική Κανονική Αρχή ότι είθισται τα εκκλησιαστικά πράγματα, οι εκκλησιαστικές διοικήσεις να συμμεταβάλλονται με τις πολιτειακές μεταβολές.

Έτσι, μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, στις 21 Μαΐου 1864, εκδίδεται το 1866 «Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις» του Πατριάρχου Σωφρονίου και της υπ’ αυτόν Ι. Συνόδου, η οποία ορίζει τα «περί της υπαγωγής των Επαρχιών της Επτανήσου τη Εκκλησία της Ελλάδος».

Το ίδιο επαναλαμβάνεται από τον Πατριάρχη Ιωακείμ, όταν το 1881 επανενώνονται με την Ελλάδα μέρη της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Το επόμενο έτος (1882), εκδίδεται «Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις», η οποία αρχίζει ως εξής: «Της των πολιτειών καταστάσεως ως επί το πολύ μεταβαλλομένης ταις του χρόνου φοραίς και άλλοτε άλλως μεταπιπτούσης, ανάγκη και τα περί την διοίκησιν των επί μέρους Εκκλησιών ταύτη συμμεταβάλλεσθαι και συμμεθαρμόζεσθαι. Ο δη και ο ιερώτατος Φώτιος εδήλου άλλοτε λέγων, “τα εκκλησιαστικά, και μάλιστά γε τα περί των ενοριών δίκαια, ταις πολιτικαίς επικρατείας και διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι είωθεν”».

Εν αντιθέσει με τις προηγηθείσες Πατριαρχικές Πράξεις, η Πράξη του 1928, εκδίδεται σε ένα ύποπτο χρονικό διάστημα, όχι μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, που θα ήταν φυσικό, αλλά μετά από …15 χρόνια, αφού προηγήθηκε η Μικρασιατική καταστροφή και άρχισαν οι ύποπτες συναλλαγές μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων Αξιωματούχων.

Η επιγραφή της «Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως» του 1928 διαφέρει από τις προηγούμενες και εισάγει για πρώτη φορά ένα άγνωστο μέχρι τότε όρο, τον όρο «Νέες Χώρες»! Επιγγράφεται: «Περί της διοικήσεως των Ιερών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών». Στη συνέχεια, και ενώ κατ’ επανάληψιν αποκαλεί την Εκκλησία της Ελλάδος «Αυτοκέφαλον» θέτει και ένα πρωτοφανή και αντικανονικό όρο, ότι «η διοίκησις των Επαρχιών τούτων διεξάγεται εφεξής επιτροπικώς υπό της πεφιλημένης Αγιωτάτης Αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος…». Γιατί, άραγε, υπάρχει αυτή η διαφοροποίηση; Την απάντηση πρέπει να αναζητήσουμε στο ιστορικό της εποχής του Πατριάρχου Βασιλείου του Γ , αλλά και στο ίδιο το βιογραφικό του Πατριάρχου.

Ποίος είναι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος ο Γ καὶ ποίαι αι Πράξεις του;

Ο Πατριάρχης Βασίλειος ο Γ εἶναι ίσως ο πρώτος Πατριάρχης που περιήλθε όλες τις Ευρωπαϊκές Χώρες και εργάσθηκε στις Βιβλιοθήκες τους, εισπνέοντας, όμως, όλο το δηλητήριο της πλάνης του αιρετικού Χριστιανισμού της Δύσεως και ιδιαιτέρως του Προτεσταντισμού, σε βαθμό τέτοιον ώστε να κερδηθή περισσότερο από την φιλοσοφία και να ανακηρυχθή το 1884 διδάκτορας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου! Με αυτή την Θεολογική του αλλοίωση, προτείνει σε συγγράμματά του τον γάμο Κληρικών μετά την χειροτονία τους και την εκλογή εγγάμων Επισκόπων!

Το 1889 εξελέγη Μητροπολίτης Αγχιάλου, το 1909 έγινε Μητροπολίτης Πελαγονίας και σε ένα χρόνο μετετέθη στην Μητρόπολη Νικαίας (1910)! Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, ανταλλάσσεται μαζύ με τον Επίσκοπο Δέρκων Κωνσταντίνο και έρχονται στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Κωνσταντίνος αναλαμβάνει Συνοδικά καθήκοντα από 3 Οκτωβρίου 1923 έως 17 Δεκεμβρίου 1924 και εν συνεχεία εκλέγεται Πατριάρχης στις 17 Δεκεμβρίου 1924 ως Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνος ο ΣΤ . Μόλις μετά από 43 ημέρες Πατριαρχίας (!), στις 30 Ιανουαρίου 1925, απελαύνεται βιαίως από την Κωνσταντινούπολη σιδηροδρομικώς, με ανεξήγητο τρόπο, δεδομένου ότι υπήρξε δεινός διπλωμάτης και άριστος χειριστής των πολιτειακών ζητημάτων, πράγμα το οποίο φανερώνει ότι απομακρύνθηκε από τον Πατριαρχικό Θρόνο, διότι δεν ήθελε να υπηρετήση τα τουρκικά συμφέροντα. Ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ κατέφυγε στην «Κοινωνία των Εθνών», για να επανέλθη στην Κωνσταντινούπολη, αλλά η προσφυγή του δεν είχε αποτέλεσμα και έτσι παρητήθη στις 22 Μαΐου 1925, εξαναγκαζόμενος από τα μεθοδευμένα γεγονότα.

Τότε εξελέγη Πατριάρχης ο εκλεκτός των Τούρκων Βασίλειος ο Γ . Είναι ο Πατριάρχης, ο οποίος, εκτελώντας τις οδηγίες της Μεγάλης Μασωνικής Στοάς άλλαξε το Ημερολόγιο του Πατριαρχείου! Επί της Πατριαρχίας του αναθεωρήθηκε το «Καταστατικό του Αγίου Όρους», πράγμα που πρέπει να τεθή κατεπειγόντως προς συζήτησιν από την Εκκλησία της Ελλάδος, και υπεγράφη η ανταλλαγή πληθυσμών Ελλάδος και Τουρκίας με εξαίρεση τους Πατριαρχικούς και τον Πατριάρχη! Είναι γνωστά σε όλους μας τα αποτελέσματα και οι συσχετισμοί σε αριθμούς αυτής της ολέθριας για την Πατρίδα μας ανταλλαγής. Η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος καταγράφει τον Πατριάρχη Βασίλειον τον Γ , μεταξύ των διακεκριμένων και επιφανών Μασώνων της Ελλάδος, καταλογίζει δε ως μέγα επίτευγμά του την αλλαγή του Ημερολογίου του Πατριαρχείου και «ο νοών, νοείτω»!

Είναι, λοιπόν, προφανές υπό ποίες προϋποθέσεις εξεδόθη η Πατριαρχική Πράξη του 1928 και για ποιόν σκοπό εξεδόθη. Παρ’ ότι, βεβαίως, σε κανένα σημείο της Πράξεως αυτής δεν γίνεται λόγος περί «άχρι καιρού» παραχωρήσεως των «Νέων Χωρών», όπως υποστηρίζουν σήμερα οι Πατριαρχικοί, ώστε να προλειαίνουν το έδαφος για επανυπαγωγή των «Νέων Χωρών», δηλαδή ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΜΑΣ, στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του υπό την Τουρκική κατοχή Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Το ότι ο Πατριάρχης ετόλμησε να ζητήση από την Κυβέρνηση την επανυπαγωγή σε εκείνον της Βορείου Ελλάδος δεν σημαίνει ότι έχει και την εξουσία να το πράξη. Πρώτον, διότι η Εκκλησία της Ελλάδος έχει Αρχιεπίσκοπο και Ιεραρχία, οι οποίοι ήδη επαγρυπνούν αλλά, προς το παρόν, συγκρατούνται, χάριν της ιστορίας του Πατριαρχείου και, δεύτερον, διότι –όπως προείπαμε– δεν είναι θέμα της Κυβερνήσεως να αναμειχθή, εφ’ όσον ο κατοχυρωμένος από το Σύνταγμα, ως Νόμος του Κράτους Συνοδικός Τόμος ρητώς ορίζει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος όχι μόνο αναγνωρίζεται αυτοκέφαλος, αλλά και διοικεί «τα της Εκκλησίας κατά τους Θείους και Ιερούς Κανόνας ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως»!

Με την αντορθόδοξη, αντικανονική και αντεθνική Πράξη του 1928, η Τουρκία έχει εγκατασταθεί ως Τουρκικός Επίτροπος της Εκκλησίας της Ελλάδος και κατ’ επέκτασιν και ως Τουρκικός Επίτροπος της Ελλάδος με Πατριαρχικό καμουφλάζ.

Σημαία και απάντησή μας προς τους Πατριαρχικούς, οι οποίοι είτε δεν υποψιάζονται τι εξυπηρετούν, η εν γνώσει τους –πράγμα που δεν θέλουμε να πιστέψουμε– εξυπηρετούν, είναι –όπως γράψαμε και άλλοτε– η Συνοδική επιστολή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως προς τον Πάπα Λέοντα τον ΙΓ , με την οποία διατρανώνεται η διαχρονική ανεξαρτησία και το αυτοδιοίκητο των αυτοκεφάλων Εκκλησιών της Οικουμένης: «Εκάστη κατά μέρος Αυτοκέφαλος Εκκλησία εν τε τη Ανατολή και τη Δύσει ην όλως ανεξάρτητος και αυτοδιοίκητος κατά τους χρόνους των επτά Οικουμενικών Συνόδων• όπως δε οι Επίσκοποι των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών της Ανατολής, ούτω και οι της Αφρικής, της Ισπανίας, των Γαλλιών, της Γερμανίας και της Βρεττανίας εκυβέρνων τα των Εκκλησιών αυτών έκαστος δια των ιδίων Τοπικών Συνόδων, ουδέν αναμείξεως δικαίωμα έχοντος του Επισκόπου Ρώμης, όστις και αυτός επίσης υπήγετο και υπείκεν εις τας συνοδικάς αποφάσεις. Εν σπουδαίοις δε ζητήμασι δεομένοις του κύρους της καθόλου Εκκλησίας εγίνετο έκκλησις εις Οικουμενικήν Σύνοδον, ήτις μόνη ην και έστι το ανώτατον εν τη καθόλου Εκκλησία κριτήριον».

Η ιστορική αυτή επιστολή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως μπορεί να αποτελέση και τον οδοδείκτη για την ειρηνική επίλυση της διενέξεως των δύο αυτοκεφάλων Εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως και Ελλάδος) καθ’ όσον εκφράζει το Ορθόδοξο φρόνημα ότι «ανώτατον εν τη καθόλου Εκκλησία κριτήριον» είναι η Οικουμενική Σύνοδος και όχι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως!

Previous Article

Καταιγισμός αντιδράσεων από το Άγιον Όρος

Next Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Διαβάστε ακόμα