17 Μαΐου

Share:

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Πρξ. ε΄ 1-11

   1 Ἀνὴρ δέ τις Ἀνανίας ὀνόματι σὺν Σαπφείρῃ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ ἐπώλησε κτῆμα 2 καὶ ἐνοσφίσατο ἀπὸ τῆς τιμῆς, συνειδυίας καὶ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ ἐνέγκας μέρος τι παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων ἔθηκεν. 3 εἶπε δὲ Πέτρος· Ἀνανία, διατί ἐπλήρωσεν ὁ σατανᾶς τὴν καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ νοσφίσασθαι ἀπὸ τῆς τιμῆς τοῦ χωρίου; 4 οὐχὶ μένον σοι ἔμενε καὶ πραθὲν ἐν τῇ σῇ ἐξουσίᾳ ὑπῆρχε; τί ὅτι ἔθου ἐν τῇ καρδίᾳ σου τὸ πρᾶγμα τοῦτο; οὐκ ἐψεύσω ἀνθρώποις, ἀλλὰ τῷ Θεῷ. 5 ἀκούων δὲ ὁ Ἀνανίας τοὺς λόγους τούτους πεσὼν ἐξέψυξε, καὶ ἐγένετο φόβος μέγας ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα. 6 ἀναστάντες δὲ οἱ νεώτεροι συνέστειλαν αὐτὸν καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν. 7 Ἐγένετο δὲ ὡς ὡρῶν τριῶν διάστημα καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, μὴ εἰδυῖα τὸ γεγονός, εἰσῆλθεν. 8 ἀπεκρίθη δὲ αὐτῇ ὁ Πέτρος· εἰπέ μοι, εἰ τοσούτου τὸ χωρίον ἀπέδοσθε; ἡ δὲ εἶπε· ναί, τοσούτου. 9 ὁ δὲ Πέτρος εἶπε πρὸς αὐτήν· τί ὅτι συνεφωνήθη ὑμῖν πειράσαι τὸ Πνεῦμα Κυρίου; ἰδοὺ οἱ πόδες τῶν θαψάντων τὸν ἄνδρα σου ἐπὶ τῇ θύρᾳ καὶ ἐξοίσουσί σε. 10 ἔπεσε δὲ παραχρῆμα παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἐξέψυξεν· εἰσελθόντες δὲ οἱ νεανίσκοι εὗρον αὐτὴν νεκράν, καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς. 11 καὶ ἐγένετο φόβος μέγας ἐφ᾿ ὅλην τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

   1 Κάποιος ὅμως ἄνθρωπος, ποὺ ἐλέγετο Ἀνανίας, μαζὶ μὲ τὴν γυναῖκα του Σαπφείραν ἐπώλησεν ἕνα χωράφι, ποὺ εἶχε, 2 καὶ ἐξεχώρισε διὰ τὸν ἑαυτόν του ἐν μέρος ἀπὸ τὸ εἰσπραχθὲν ἀντίτιμον, κρυφὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους Χριστιανούς, ἐν γνώσει ὅμως καὶ τῆς γυναικός του. Καὶ ἀφοῦ ἔφερε τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν ἀπὸ τὰ χρήματα, τὸ ἔθεσε κατὰ γῆς ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια τῶν ἀποστόλων, προσποιούμενος ὅτι αὐτὸ ἦτο ὁλόκληρον τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἀγροῦ. 3 Εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· Ἀνανία, διατὶ ἀφῆκες τὸν σατανᾶν νὰ γεμίσῃ τὴν καρδίαν σου μὲ πονηρὰς σκέψεις, μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἐξαπατήσῃς σὺ μὲ τὸ ψέμα σου τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ νὰ κατακρατήσῃς κρυφὰ διὰ τὸν ἑαυτόν σου ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ἀντίτιμον τοῦ χωραφιοῦ, ποὺ ἐπώλησες; 4 Ὅταν τὸ χωράφι αὐτὸ ἦτο ἀπώλητον, δὲν παρέμενεν ἰδικόν σου, καὶ ὅταν ἐπωλήθη, τὸ ἀντίτιμόν του δὲν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν σου νὰ τὸ διαθέσης ὅπως ἤθελες; Κανεὶς δὲν σοῦ ἐπέβαλε νὰ φέρῃς τὸ ἀντίτιμόν του ἐδῶ. Ἀλλὰ σύ, διὰ νὰ προσελκύσῃς τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Ἐκκλησίας, προσποιεῖσαι, ὅτι προσφέρεις τώρα ὅλα ὅσα εἰσέπραξες καὶ δὲν ἔχεις τὴν εἰλικρίνειαν νὰ εἴπῃς, ὅτι ἐκράτησες διὰ τὸν ἑαυτόν σου ἕνα μέρος ἐκ τοῦ ἀντιτίμου, ὁπότε κανεὶς δὲν θὰ σὲ ἐκατηγόρει. Διατὶ ἐδέχθης εἰς τὴν καρδίαν σου καὶ ἀπεφάσισες νὰ κάμῃς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν; Δὲν ἐψεύσθης εἰς ἀνθρώπους, ἀλλ’ εἶπες ψέματα εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἶναι Θεός. 5 Δὲν ἐπρόφθασε δὲ νὰ ἀκούσῃ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Ἀνανίας καὶ ἔπεσε κατὰ γῆς καὶ ἐξεψύχησε. Καὶ προεκλήθη μέγας φόβος εἰς ὅλους, ὅσοι ἤκουον ταῦτα. 6 Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ οἱ νεώτεροι κατὰ τὴν ἡλικίαν ἐσηκώθησαν καὶ περιετύλιξαν τὸν Ἀνανίαν μὲ νεκρικοὺς ἐπιδέσμους, ὅπως ἐσυνηθίζετο τότε, καὶ ἀφοῦ τὸν μετέφεραν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, τὸν ἔθαψαν. 7 Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἐπέρασε περίπου τριῶν ὡρῶν χρονικὸν διάστημα καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ Ἀνανίου, ἡ ὁποία δὲν ἐγνώριζε τὸ γεγονὸς τῆς τιμωρίας τοῦ συζύγου της, ἐμβῆκεν εἰς τὸν τόπον τῆς συνάξεως. 8 Ἀπηύθυνε δὲ πρὸς αὐτὴν τὸν λόγον ὁ Πέτρος καὶ τὴν ἠρώτησεν· Εἰπέ μου, ἐὰν ἀντὶ τόσου ποσοῦ χρημάτων ἐπωλήσατε τὸν ἀγρόν. Αὐτὴ δὲ εἶπε· Ναί· τόσον ποσὸν εἰσεπράξαμεν. 9 Ὁ δὲ Πέτρος εἶπε τότε πρὸς αὐτήν· Διατὶ ἔγινε συμφωνία μεταξὺ σοῦ καὶ τοῦ ἀνδρός σου νὰ προβῆτε εἰς πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ δοκιμάσετε τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου, ἐὰν πράγματι γνωρίζῃ τὰ πάντα καὶ δὲν θὰ ἐξαπατηθῇ μὲ τὸ ψεῦδος σας; Ἰδοὺ τὰ πόδια ἐκείνων, ποὺ ἔθαψαν τὸν ἄνδρα σου, ἀκούονται κοντὰ εἰς τὴν πόρταν, καθ’ ὅσον ἐπιστρέφουν οὔτοι εὐθὺς τώρα καὶ θὰ μεταφέρουν καὶ σὲ ἔξω τῆς πόλεως διὰ νὰ σὲ θάψουν. 10 Ἔπεσε δὲ καὶ αὐτὴ ἀμέσως καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν στιγμὴν κοντὰ εἰς τὰ πόδια τοῦ Πέτρου καὶ ἐξεψύχησεν. Ὅταν δὲ ἐμβῆκαν οἱ νέοι, ποὺ ἐπανῆλθον ἀπὸ τὴν ταφὴν τοῦ Ἀνανίου, εὗρον αὐτὴν νεκρὰν καὶ ἀφοῦ τὴν μετέφεραν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, τὴν ἔθαψαν πλησίον τοῦ συζύγου της. 11 Καὶ ἐκυρίευσε μεγάλος φόβος ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ὅλους ὅσοι ἤκουον ταῦτα.

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἰω. ε΄ 30 – ς΄ 2

   30 Οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ οὐδέν. καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός. 31 Ἐὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία μου οὐκ ἔστιν ἀληθής. 32 ἄλλος ἐστὶν ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμοῦ, καὶ οἶδα ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία ἣν μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ. 33 ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς Ἰωάννην, καὶ μεμαρτύρηκε τῇ ἀληθείᾳ· 34 ἐγὼ δὲ οὐ παρὰ ἀνθρώπου τὴν μαρτυρίαν λαμβάνω, ἀλλὰ ταῦτα λέγω ἵνα ὑμεῖς σωθῆτε. 35 ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων, ὑμεῖς δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ. 36 ἐγὼ δέ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω τοῦ Ἰωάννου· τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέ μοι ὁ πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι ὁ πατήρ με ἀπέσταλκε. 37 καὶ ὁ πέμψας με πατήρ, αὐτὸς μεμαρτύρηκε περὶ ἐμοῦ. οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε πώποτε οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε, 38 καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ οὐκ ἔχετε μένοντα ἐν ὑμῖν, ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος, τούτῳ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε. 39 ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ· 40 καὶ οὐ θέλετε ἐλθεῖν πρός με ἵνα ζωὴν ἔχητε. 41 δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω· 42 ἀλλ᾿ ἔγνωκα ὑμᾶς ὅτι τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς. 43 ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε. 44 πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε; 45 μὴ δοκεῖτε ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν πατέρα· ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωϋσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε. 46 εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί· περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν. 47 εἰ δὲ τοῖς ἐκείνου γράμμασιν οὐ πιστεύετε, πῶς τοῖς ἐμοῖς ῥήμασι πιστεύσετε;

   ς΄ 1 Μετὰ ταῦτα ἀπῆλθεν ὁ Ἰησοῦς πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας τῆς Τιβεριάδος· 2 καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, ὅτι ἑώρων αὐτοῦ τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει ἐπὶ τῶν ἀσθενούντων.

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

   30 Θὰ δικασθοῦν δὲ ἀπὸ ἐμὲ μὲ πᾶσαν δικαιοσύνην. Διότι ἐγὼ καὶ τώρα καὶ πάντοτε δὲν δύναμαι νὰ πράττω τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ θέλῃ καὶ ὁ Πατήρ μου. Καθὼς ἀκούω ἀπὸ τὸν Πατέρα, κρίνω σύμφωνα πρὸς ὅ,τι ὁ Πατὴρ πρὸς ἐμὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱόν του λέγει· καὶ ἡ κρίσις μου λοιπὸν εἶναι δικαία· διότι δὲν ζητῶ νὰ στήσω τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου, ὁ ὁποῖος μὲ ἔστειλεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς ὅλα δίκαιος. 31 Ἴσως θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι δὲν πιστεύομεν εἰς αὐτά, ποὺ λέγεις διὰ τὸν ἑαυτόν σου, διότι στηρίζονται εἰς ἰδικήν σου ἐγωϊστικὴν μαρτυρίαν. Πράγματι· ἐὰν ἐγὼ μόνος δίδω μαρτυρίαν διὰ τὸν ἑαυτόν μου, ἡ μαρτυρία μου δὲν εἶναι ἀξιόπιστος. 32 Ἄλλος ὅμως δίδει μαρτυρίαν δι’ ἐμέ, ὁ ἐπουράνιος Πατήρ, καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας σχέσεώς μου πρὸς αὐτὸν πληροφορεῖται ἀλανθάστως ἡ συνείδησίς μου καὶ γνωρίζω καλῶς, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ μαρτυρία, τὴν ὁποίαν μαρτυρεῖ δι’ ἐμέ. 33 Ἐπειδὴ ὅμως σεῖς δὲν ἀκούετε τὴν φωνὴν αὐτὴν τοῦ Πατρός μου, καὶ ἐπιμένετε νὰ ζητῆτε ἐξωτερικὰς μαρτυρίας, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι σεῖς ἔχετε στείλει ἀπεσταλμένους πρὸς τὸν Ἰωάννην καὶ ἐκεῖνος ἔχει δώσει πρὸ πολλοῦ μαρτυρίαν διὰ τὴν ἀλήθειαν. 34 Ἐγὼ ὅμως, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Πατὴρ παρέχει ἀμέσως εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς συνειδήσεώς μου, δὲν βασίζομαι εἰς τὴν μαρτυρίαν, ἡ ὁποία δίδεται ἀπὸ ἄνθρωπον, ἔστω καὶ ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰωάννης. Ἀλλὰ λέγω ταῦτα διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ἰωάννου, διὰ νὰ πεισθῆτε τουλάχιστον ἀπὸ τὴν μαρτυρίαν ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον θεωρεῖτε καὶ σεῖς ἀξιόπιστον, καὶ σωθῆτε. 35 Ἐκεῖνος δὲν ἦτο, ὅπως ἐγώ, ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἦτο ὁ λύχνος, ποὺ δὲν εἶχεν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του φῶς, ἀλλ’ ἤναψεν αὐτὸν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ δι’ αὐτὸ ἐφώτιζε, σεῖς δὲ ἠθελήσατε νὰ χαρῆτε μὲ τὸ φῶς τῆς διδασκαλίας του, ἀλλὰ δυστυχῶς δι’ ὀλίγον μόνον καιρόν. 36 Ἐγὼ ὅμως ἔχω νὰ σᾶς προβάλω ἀλάνθαστον μαρτυρίαν, ἡ ὁποία εἶναι μεγαλυτέρα ἀπὸ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ἰωάννου· διότι ἡ ὅλη θαυμαστὴ δρᾶσις μου ὡς Μεσσίου μὲ τὰ θαύματα καὶ καταπληκτικὰ ἔργα, ποὺ μοῦ ἀνέθεσεν ὁ Πατὴρ διὰ νὰ φέρω εἰς πέρας μὲ τὴν δύναμίν του, αὐτὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα μόνος ἐγὼ ἐπιτελῶ, μαρτυροῦν δι’ ἐμέ, ὅτι ὁ Πατὴρ μὲ ἔχει ἀποστείλει εἰς τὸν κόσμον. 37 Καὶ ὁ Πατήρ, ποὺ μὲ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον, αὐτὸς ἔχει δώσει πρὸ πολλοῦ εἰς τὰς Ἁγίας Γραφὰς μαρτυρίαν δι’ ἐμέ. Οὔτε τὴν φωνήν του ἔχετε ἀκούσει ποτὲ ἕως τώρα, οὔτε τὴν μορφήν του ἔχετε ἴδει, διότι ὁ Θεὸς εἶναι ἀόρατος καὶ δὲν τὸν ἀντιλαμβάνεται κανεὶς μὲ τὰς σωματικὰς αἰσθήσεις. Συνεπῶς καὶ τὴν μαρτυρίαν του δι’ ἐμὲ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ζητήσετε εἰς τὰς Γραφάς. 38 Ἀλλὰ σεῖς καὶ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ποὺ περιέχεται εἰς τὰς Ἁγίας Γραφάς, δὲν τὸν ἔχετε ἐγκολπωθῇ, ὥστε νὰ κατοικῇ μέσα σας· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ ὅτι εἰς αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἐκεῖνος (ὁ Πατὴρ) ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον, εἰς τοῦτον σεῖς δὲν πιστεύετε. 39 Ἐξετάζετε μὲ προσκόλλησιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν γράμμα τὰς Ἁγίας Γραφάς, διότι νομίζετε, ὅτι μὲ μόνην τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὴν ἐξέτασιν ταύτην θὰ ἔχετε ζωὴν αἰώνιον. Καὶ ἐκεῖναι εἶναι, ποὺ μαρτυροῦν δι’ ἐμέ. 40 Καὶ ὅμως παρὰ τὴν περὶ ἐμοῦ μαρτυρίαν τῶν Γραφῶν δὲν θέλετε νὰ ἔλθετε πρὸς ἐμὲ διὰ νὰ ἔχητε ζωὴν αἰώνιον. 41 Μὴ νομίσετε, ὅτι ἀπὸ ματαιοδοξίαν ζητῶ νὰ ἔλθετε πρὸς ἐμὲ ὡς μαθηταί μου. Ὄχι. Δὲν ἐπιδιώκω νὰ λάβω δόξαν ἀπὸ ἀνθρώπους. 42 Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν συναναστροφήν μου μὲ σᾶς καὶ ἀπὸ τὴν προσωπικήν μου πεῖραν σᾶς ἔχω μάθει πολὺ καλὰ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἔχετε μέσα σας τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Θεόν. 43 Ἀποδεικνύεται δὲ τοῦτο ἀπὸ τὸ ὅτι ἐγὼ ἦλθον ἐξ ὀνόματος τοῦ Πατρός μου, ὡς ἀντιπρόσωπός του, ποὺ φανερώνει τὸ ὄνομά του καὶ τὸ θέλημά του, καὶ ὅμως δὲν μὲ δέχεσθε καὶ δὲν πιστεύετε εἰς τὴν θείαν ἀποστολήν μου. Ἐὰν ἔλθῃ ἄλλος, ψευδὴς Μεσσίας, ποὺ θὰ ἐπιδιώκῃ τὸ ἰδικόν του συμφέρον καὶ τὴν δόξαν τοῦ ἰδικοῦ του ὀνόματος, ἐκεῖνον θὰ τὸν ὑποδεχθῆτε. 44 Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσετε, σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκετε νὰ λαμβάνετε δόξαν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ δὲν ζητεῖτε τὴν δόξαν, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ μόνον Θεόν; 45 Μὴ φαντάζεσθε, ὅτι ἐγὼ θὰ σᾶς κατηγορήσω εἰς τὸν Πατέρα. Ὑπάρχει ἄλλος, ποὺ σᾶς κατηγορεῖ, ὁ Μωϋσῆς, εἰς τὸν ὁποῖον σεῖς ἔχετε στηρίξει τὰς ἐλπίδας σας. 46 Καὶ εἶναι κατήγορός σας ὁ Μωϋσῆς, διότι οὔτε εἰς ἐκείνου τοὺς λόγους πιστεύετε. Διότι ἐὰν ἐπιστεύατε εἰς τὸν Μωϋσῆν, θὰ ἐπιστεύατε καὶ εἰς ἐμέ. Διότι περὶ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψε προφητικῶς καὶ εἰς πολλὰ μέρη τῶν συγγραμμάτων του, εἴτε μὲ τύπους καὶ εἰκόνας, εἴτε μὲ σαφεῖς προρρήσεις προλέγεται ὁ ἔρχομός μου. 47 Ἐὰν δὲ δὲν πιστεύετε εἰς ὅσα ἔχει γράψει ἐκεῖνος, ποὺ τόσον πολὺ τὸν ὑπολήπτεσθε, πῶς θὰ πιστεύσετε εἰς τοὺς λόγους τοὺς ἰδικούς μου, τὸν ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν βλέπετε καὶ ἀκούετε;

ς΄ 1 Μετὰ ταῦτα ἀνεχώρησεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, ἡ ὁποία ὀνομάζεται καὶ Τιβεριάς. 2 Καὶ τὸν ἠκολούθει πολὺς λαός, διότι ἔβλεπε τὰ θαύματά του, ποὺ ἔκανεν ἐπὶ τῶν ἀρρώστων.

 

 

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΑΓΙΟΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΝΙΑ

   Στίς 17 Μαΐου ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη τῶν ἁγίων ἀποστόλων Ἀνδρονίκου καί Ἰουνίας. Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Ἀνδρόνικος καί Ἰουνία συναριθμοῦνται μεταξύ τῶν ἑβδομήκοντα ἀποστόλων τοῦ Κυρίου, ὑπῆρξαν συνεργάτες τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί μάλιστα ἀναφέρονται στήν Πρός Ρωμαίους ἐπιστολή, ὅπου ὁ Παῦλος γράφει «ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καί Ἰουνίαν τούς συγγενεῖς μου καί συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις, οἵ καί πρό ἐμοῦ γεγόνασιν ἐν Χριστῷ». Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἀνδρόνικος, ἔχοντας βοηθό τήν ἁγία Ἰουνία, ἡ ὁποία εἶχε νεκρωθῆ γιά τίς ἡδονές τοῦ κόσμου καί ζοῦσε μόνο γιά τόν Χριστό, κήρυξαν μαζί τό Εὐαγγέλιο σέ πολλά μέρη τοῦ κόσμου, ὅπου μεγάλο ἀριθμό ἀνθρώπων προσέλκυσαν στήν πίστη ἀπό τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας, πολλούς ναούς τῶν εἰδώλων κατέστρεψαν, ἐκκλησίες δέ τοῦ Χριστοῦ ἔκτισαν καί πολλούς ἀνθρώπους ἐλευθέρωσαν ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα καί ἀπό ἀρρώστιες ἀνίατες τούς ἰάτρευσαν. Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ εὐαρέστησαν μέ τήν ζωήν τους τόν Κύριο κοιμήθηκαν ἐν εἰρήνῃ καί μετατέθηκαν στήν ἄνω Ἰερουσαλήμ.

 

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.

   Δυὰς φωτοειδής, ἱερῶν Ἀποστόλων, καὶ κήρυκες Χριστοῦ, ἀνεδείχθητε κόσμῳ, τοῖς πᾶσι κατασπείραντες, τὸ τῆς χάριτος κήρυγμα, ὅθεν σήμερον, ἠμᾶς πιστῶς εὐφημοῦμεν, ὦ Ἀνδρόνικε, καὶ Ἰουνία θεόφρον, Χριστὸν μεγαλύνοντες.

 

Μεγαλυνάριον

   Παῦλος ὁ οὐράνιος συγγενεῖς, καί ἐν Ἀποστόλοις, ἐπισήμους ἡμᾶς καλεῖ, Ἀνδρόνικε μάκαρ, καί θεία Ἰουνία· Χριστοῦ γάρ θεηγόροι ὤφθητε κήρυκες.

Previous Article

18 Μαΐου

Next Article

16 Μαΐου