25 Ἰανουαρίου

Share:

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἑβρ. ζ΄ 26 – η΄2

     26 Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, 27 ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. 28 ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον.

    η΄ 1 Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, 2 τῶν ἁγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

 26 Ἀντικατεστάθη λοιπὸν ἡ Λευϊτικὴ ἱερωσύνη. Διότι τέτοιος, μὲ τέτοια προσόντα μᾶς ἐχρειάζετο Ἀρχιερεύς, εὐσεβὴς καὶ ἅγιος, ἀπηλλαγμένος ἀπὸ κακίαν καὶ πονηρίαν, ἀμόλυντος, χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς. Καὶ ὅσον μὲν ἔζη εἰς τὴν γῆν, ἦτο χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς λόγῳ τῆς ἀπολύτου ἀναμαρτησίας του. Τώρα δὲ καὶ διότι ἀνυψώθη παραπάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ κάθεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ. 27 Αὐτὸς ὁ νέος Ἀρχιερεὺς δὲν ἔχει ἀνάγκην, ὅπως οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ νόμου, νὰ προσφέρῃ κάθε ἡμέραν θυσίας προτήτερα διὰ τὰς ἰδικάς του καὶ ἔπειτα διὰ τοῦ λαοῦ τὰς ἁμαρτίας. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προσφέρῃ θυσίας διὰ τὸν ἑαυτόν του, διότι ὑπῆρξεν ἀναμάρτητος. Δὲν ἔχει ἀνάγκην κάθε ἡμέραν νὰ προσφέρῃ θυσίας ὑπέρ του λαοῦ, διότι τοῦτο, ἤτοι τὴν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ θυσίαν τὴν ἔκαμε μίαν φορὰν γιὰ πάντα, θυσιάσας τὸν ἑαυτόν του. 28 Διαφέρει δὲ τόσον πολὺ ὁ Ἀρχιερεύς μας ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς του νόμου, διότι ὁ νόμος ἐγκαθιστᾷ ὡς ἀρχιερεῖς ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν ἠθικὴν ἀσθένειαν καὶ εἶναι θνητοί. Ὁ λόγος ὅμως καὶ ἡ ἔνορκος ὑπόσχεσις, ποὺ ἐδόθη ὕστερα ἀπὸ τὸν νόμον καὶ συνεπῶς ἀντικατέστησεν αὐτόν, ἐγκαθιστᾷ Ἀρχιερέα τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη κατὰ τὸν ἐπίγειον βίον του ἀναμάρτητος καὶ τέλειος καὶ μένει τέτοιος εἰς τὸν αἰῶνα.

  η΄ 1 Τὸ σπουδαιότερον δὲ ἀπὸ ὅσα εἴπομεν εἶναι τοῦτο, ὅτι ἔχομεν τέτοιον Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἐκάθησεν εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλειότητος εἰς τοὺς οὐρανούς, 2 καὶ ἔγινε λειτουργὸς τῶν Ἁγίων, ποὺ εὑρίσκονται εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, τὴν ὁποίαν κατεσκεύασεν ὁ Κύριος καὶ ὄχι ἄνθρωπος.

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Λκ. ιθ΄1-10

   1 Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἱεριχώ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. 4 καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. 6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. 7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. 8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. 9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. 10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

ρμηνεία Π.Ν.Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

   1 Καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκεν εἰς τὴν Ἱεριχῶ, διέβαινε τὴν πόλιν. 2 Καὶ ἰδοὺ ὑπῆρχεν ἐκεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ἐκαλεῖτο Ζακχαῖος· καὶ αὐτὸς ἦτο ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. 3 Καὶ ἐζήτει νὰ ἴδῃ τὸν Ἰησοῦν ποῖος εἶναι, καὶ δὲν ἠμποροῦσεν ἀπὸ τὴν συρροὴν τοῦ λαοῦ, διότι ἦτο κοντὸς κατὰ τὸ ἀνάστημα καὶ ἐσκεπάζετο ἀπὸ τὸ πλῆθος. 4 Καὶ ἀφοῦ ἔτρεξεν ἐμπρὸς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Ἰησοῦν, ἀνέβη σὰν νὰ ἦτο μικρὸ παιδὶ εἰς μίαν σοκομορέαν διὰ νὰ τὸν ἴδη, διότι ἀπὸ τὸν δρόμον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο τὸ δένδρον αὐτό, ἔμελλε νὰ διέλθῃ ὁ Ἰησοῦς. 5 Καὶ εὐθὺς ὡς ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἐσήκωσε τὰ μάτια του καὶ τὸν εἶδε, καὶ χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζῃ ἀπὸ παλαιότερα, τὸν ἐφώναξε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερον πρέπει ἐγὼ σύμφωνα μὲ τὴν θείαν βουλήν, ποὺ παρασκευάζει τὴν σωτηρίαν σου, νὰ μείνω εἰς τὸ σπίτι σου. 6 Καὶ κατέβη ὁ Ζακχαῖος γρήγορα καὶ τὸν ὑπεδέχθη εἰς τὸ σπίτι του μὲ χαράν. 7 Καὶ ὅταν εἶδαν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐπροτίμησε τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐμουρμούριζαν ὅλοι μεταξύ των μὲ ἀγανάκτησιν καὶ περιφρόνησιν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔλεγαν, ὅτι εἰς τὸ σπίτι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ ἐμβῆκε νὰ μείνῃ καὶ νὰ ἀναπαυθῇ. 8 Ἐστάθη δὲ ὁ Ζακχαῖος ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἰδοὺ τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου, Κύριε, τὰ δίδω ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχούς. Καὶ ἐὰν τυχὸν ὡς τελώνης μετεχειρίσθην συκοφαντίαν καὶ ψευδεῖς καταγγελίας καὶ ἀναφορὰς διὰ νὰ ἀδικήσω καὶ καταχρασθῶ κανένα εἰς τίποτε, τοῦ τὸ γυρίζω πίσω τετραπλάσιον. 9 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς, ὅτι σήμερον εἰς τὸ σπίτι αὐτό, τόσον εἰς τὸν οἰκοδεσπότην, ὅσον καὶ εἰς τοὺς οἰκιακούς του, συνετελέσθη διὰ τῆς ἐπισκέψεώς μου σωτηρία. Ἐπεβάλλετο δὲ νὰ σωθῇ καὶ ὁ ἀρχιτελώνης οὗτος, διότι καὶ αὐτὸς ἐξ ἴσου πρὸς σᾶς, ποὺ γογγύζετε, εἶναι υἱὸς καὶ ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει δοθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ ἐπαγγελία τῆς σωτηρίας. 10 Ἔπρεπε δὲ νὰ συντελέσω ἐγὼ εἰς τὴν σωτηρίαν αὐτήν, διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὴν γῆν, διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ σώσῃ τὸ ὡς ἄλλο χαμένον πρόβατον κινδυνεῦον νὰ ἀποθάνῃ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ σύνολον τῆς ἀνθρωπότητος.

 

 

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ

   Στίς 25 Ἰανουαρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Νεομάρτυρος Αὐξεντίου. Ὁ ἅγιος Αὐξέντιος καταγόταν ἀπό τήν περιοχή τῶν Ἰωαννίνων, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς. Σέ νεαρή ἡλικία πῆγε στήν Πόλη καί δούλευε ὡς γουναράς. Κάποτε, παρασυρόμενος ἀπό τόν διάβολο, κατατάχθηκε στά Βασιλικά καράβια καί δελεαζόμενος ἀπό τούς συντρόφους του ζοῦσε ἁμαρτωλή ζωή μέχρι πού κατηγορήθηκε ψευδῶς ὅτι ἀρνήθηκε τόν Χριστό. Τότε ἔφυγε κρυφά καί ξαναγύρισε στήν Πόλη, ὅπου ἀγόρασε ἕνα καΐκι καί ἀφοῦ μετανόησε γιά τίς πράξεις του, ἄναψε μέσα του πόθος μεγάλος νά μαρτυρήση. Ὅταν κάποτε συνάντησε τόν εὐλαβῆ σύγκελλο τοῦ Πατριαρχείου τοῦ φανέρωσε τόν πόθο του, αὐτός, φοβούμενος νά μή δειλιάση, τοῦ ὑπέδειξε νά γίνη μοναχός. Ἔτσι, συνέχισε νά ἐργάζεται καί περνοῦσε τήν ζωή του μέ νηστεῖες καί προσευχή, ἕως ὅτου παρουσιάσθηκε στό Βασιλικό καράβι πού ἦταν καί ὁμολόγησε μέ παρρησία ὅτι ἦταν χριστιανός. Οἱ σύντροφοί του τότε τόν κτύπησαν ἀνελέητα καί τόν ὁδήγησαν στόν κριτή, ὁ ὁποῖος βλέποντας τήν ἀμετακίνητη πίστη του πρόσταξε νά τόν κτυπήσουν μέ τριακόσιες ξυλιές στά πόδια καί νά τόν φυλακίσουν. Βρισκόμενος στήν φυλακή τόν ἐπισκέφθηκε ὁ σύγκελλος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τόν ἐνθάρρυνε, τόν κοινώνησε. Ὁ μάρτυρας τήν ἑπόμενη ἡμέρα ὁδηγήθηκε στό δικαστήριο καί ὁμολόγησε καί πάλι ὅτι εἶναι χριστιανός, μέ ἀποτέλεσμα νά διατάξη ὁ Βεζύρης νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Ἔτσι, στίς 25 Ἰανουαρίου τοῦ 1720 ὁ ἅγιος Αὐξέντιος σέ ἡλικία τριάντα χρονῶν ἔλαβε τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου, ἐνῶ οὐράνιο φῶς ἔλουζε τό μαρτυρικό λείψανό του. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα εὐλαβεῖς χριστιανοί τό ἐνταφίασαν μέ τιμές στό Ναό τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς.

Ἀπολυτίκιον 

  (Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.)

Τῆς Ἠπείρου τόν γόνον καί θεῖον βλάστημα, ὡς Χριστοῦ Ἀθλοφόρον καί νέον Μάρτυρα, εὐφημοῦμέν σε πιστῶς Μάρτυς Αὐξέντιε· σύ γάρ ἀθλήσας ἀνδρικῶς, ἐτροπώσω τόν ἐχθρόν, καί δόξης μετέσχες θείας, διά παντός ἱκετεύων, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον

Ζήλῳ τῶν Μαρτύρων πυρποληθείς, ἤθλησας νομίμως, καί κατῄσχυνας τόν ἐχθρόν· ὅθεν, σε γεραίρει, Ἤπειρος ἡ πατρίς σου, ἥν σκέπε πάσης βλάβης, Μάρτυς Αὐξέντιε.

Previous Article

26 Ἰανουαρίου

Next Article

24 Ἰανουαρίου