«28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940»

Share:

Ὁμιλία τοῦ κ. Νικολάου. Π. Ἀντωνοπούλου, Διδασκάλου τοῦ 45ου Δημοτικοῦ Σχολείου Πατρῶν

Ἔφθασε λοιπόν, ἄλλη μία φορά ἡ μέρα γιὰ νὰ τιμήσουμε σύσσωμοι οἱ Ἑλληνόψυχοι, τοὺς ἥρωες τοῦ ἔπους τοῦ ’40.  Ἴσως εἶναι ἀναγκαία πιὰ ἡ πνευματικὴ  διάκριση μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, γιατί δὲν ἀκολουθοῦμε πλέον ὅλοι τὸν ἴδιο δρόμο. Ὑπάρχει ὁ δρόμος τῆς τελείας ἀπάθειας ἀπέναντι στοὺς ἐθνικοὺς ἑορτασμοὺς καὶ στὴν ὑποστήριξη τῶν δικαίων τοῦ γένους μας, καὶ ὁ δρόμος τῆς ἰδιαίτερης εὐαισθησίας γιὰ τὶς ἐθνικὲς ἐπετείους καὶ ὁ ζῆλος γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα.

Τὴν ἐποχὴ τοῦ ’40 ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία ἦταν, κατὰ συντριπτικὴ πλειοψηφία, σύσσωμη σὲ κάθε προσκλητήριο τοῦ Ἔθνους, ἂν καὶ θὰ εἶχε κάθε δικαιολογία νὰ δηλώσει ἀποῦσα καὶ κουρασμένη. Πρὶν γραφτοῦν σελίδες δόξας καὶ τιμῆς στὶς βουνοκορφὲς τῶν ἑλληνοαλβανικῶν συν­όρων, οἱ Ἕλληνες εἶχαν συμμετάσχει σὲ δύο Βαλκανικοὺς Πολέμους,  σὲ ἕνα Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ σὲ μία Μικρασιατικὴ καταστροφή.  Πόσο, μὰ πόσο ξεκούραστοι εἴμαστε σήμερα οἱ Ἕλληνες, καὶ παρόλα αὐτὰ δηλώνουμε ὄχι ἁπλῶς καταπονημένοι, ἀλλὰ πνευματικὰ νεκροί!

Ἐὰν σήμερα χτυποῦσαν οἱ σειρῆνες καὶ μᾶς πληροφοροῦσαν γιὰ τὴν ἔναρξη ἑνὸς νέου πολέμου, πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς θὰ τρέχαμε μὲ προθυμία νὰ παρουσιαστοῦμε στὰ πεδία τῶν μαχῶν; Θὰ ἤμασταν λίγοι, ἢ πολλοί, αὐτοὶ ποὺ θὰ δηλώναμε διάφορα κολλήματα καὶ δικαιολογίες; Πόσοι ἆραγε ἀπὸ τοὺς τότε Ἕλληνες εἶχαν σοβαρὲς δικαιολογίες νὰ μὴ παρουσιαστοῦν στὴ μάχη; Μᾶλλον ἀρκετοί. Πολλοὶ ἦταν μέλη μιᾶς ὑπερπολύτεκνης οἰκογένειας ―τότε ἄλλωστε δὲν σπάνιζαν οἱ οἰκογένειες μὲ πέντε, ἕξι καὶ περισσότερα παιδιά. Πολλοὶ νεαροὶ ἦταν προστάτες τῆς οἰκογένειάς τους, ἀφοῦ ὁ πατέρας τους μπορεῖ νὰ εἶχε πέσει μαχόμενος στοὺς προηγούμενους πολέμους. Ἄλλοι μπορεῖ νὰ ἔφεραν βαριὰ παλαιότερα τραύματα, ἄλλοι εἶχαν μεγάλη ἡλικία. Παρόλα τὰ παραπάνω, τὰ στρατόπεδά μας τὸν Ὀκτώβρη τοῦ 1940 γέμισαν ἀπὸ ἀξιωματικοὺς καὶ φαντάρους ποὺ εἶχαν κάθε δικαιολογία νὰ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὸ προσκλητήριο τῆς Πατρίδας. Ἐκεῖ­νοι τὰ ἔδωσαν ὅλα, μὰ ὅλα γιὰ τὴν Ἑλλάδα!

Ὁ τραυματισμένος ἀπὸ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους, Συνταγματάρχης Κωνσταντῖνος Δαβάκης, ἂν καὶ εἶχε ἀποστρατευτεῖ λόγω κλονισμένης ὑγείας, δήλωσε «παρὼν» στὴν μερικὴ ἐπιστράτευση τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1940, καὶ ἔτσι ἡ ἀρχὴ τοῦ πολέμου τὸν βρῆκε νὰ διευθύνει τὰ παλικάρια μας στὴν Πίνδο. Ὁ ὑπερπολύτεκνος  τα­γματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ Δημήτριος Κωστάκης εἶχε κι αὐτὸς ἀποστρατευτεῖ λόγω ἡλικίας, ἐντούτοις στὸ Ἔπος τοῦ ’40 θὰ εἶναι ὁ «μεγάλος κανονιέρης». Οἱ στρατιῶτες του μαρτυροῦσαν, πὼς δὲν χρησιμοποιοῦσε τὰ ἐπίσημα ὄργανα μέτρησης, γιὰ νὰ ὑπολογίζει τὴν κλίση τοῦ κανονιοῦ, ἀλλὰ τὶς μπουνιὲς τῶν χεριῶν του καὶ σχεδὸν πάντοτε ἔβρισκε τὸ στόχο. Ὁ «γερὸ-τα­γματάρχης», ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσαν οἱ στρατιῶτες του, γιὰ νὰ τοὺς ἐμψυχώσει τοὺς ἔλεγε: «Μὴ σκιάζεστε! Ὁ Θεὸς εἶναι Ρωμιὸς μωρέ, καὶ θὰ τοὺς πετάξουμε στὴ θάλασσα»! Ὁ ὑπερασπιστὴς τοῦ ὀχυροῦ Ροῦπελ, ὁ ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος, ἐπίσης βρέθηκε στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ πολέμου, ἀφήνοντας πίσω οἰκογένεια μὲ ἕντεκα παιδιά. Ὑπερασπίστηκε τὸ ὀχυρὸ μέχρι τὴν τελευταία στιγμή, μὲ ἀπαράμιλλο ἡρωισμό, δηλώνοντας στὶς ἐχθρικὲς ἀπαιτήσεις γιὰ συνθηκολόγηση, πὼς «τὰ ὀχυρὰ δὲν παραδίδονται, ἀλλὰ καταλαμβάνονται»! Ὁ θαυμασμὸς τῶν ἐχθρῶν γιὰ τὸν ἴδιο καὶ γιὰ τοὺς φαντάρους του ἦταν τόσο μεγάλος, ποὺ ὅταν βγῆκαν  ἔξω ἀπὸ τὸ ὀχυρό, ὁ Γερμανὸς διοικητὴς παρέταξε τοὺς στρατιῶτες του νὰ τοὺς ἀποδώσουν τιμές, κάλεσε τὸν ἴδιο τὸν Δουράτσο νὰ ἐπιθεωρήσουν μαζὶ τὸ γερμανικὸ ἄγημα καὶ ἀφοῦ τοὺς ὁδήγησαν πεζοὺς μέχρι τὶς Σέρρες, τοὺς ἄφησαν ἐλεύθερους μὲ διαταγὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Χίτλερ, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε μάθει γιὰ τὰ κατορθώματά τους.

Ἦταν πράγματι ἡ γενιὰ τῶν Ἑλλήνων ποὺ σεβόταν τὴν ἱστορία της, γιατί πολὺ ἁπλὰ τὴν γνώριζε καὶ τὴν ἀγαποῦσε. Μία ἱστορία ποὺ κάθε παράγραφός της εἶναι χιλιοστεφανωμένη καὶ λάμπουσα. Δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, οἱ ἀνδραγαθίες τῶν προγόνων μας εἶναι ἡ ζυγαριά μας καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς ἀδράνειάς μας. Ἐμεῖς, οἱ Νεοέλληνες, μὴν πονώντας τοὺς κόπους καὶ τὸ αἷμα τῶν πατεράδων μας, δίνουμε, ἢ μᾶλλον καλύτερα, παραδίδουμε, ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, μὲ μία ὑπογραφὴ τὰ δίκαια τῆς φυλῆς μας. Ἀτιμάζουμε ἔτσι νωπὲς θυσίες καὶ κατορθώματα ποὺ μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ἰσάξια μὲ τοὺς ἄθλους τῶν ἀρχαίων μας προγόνων.

Ποιοῦ ἆραγε ἡ καρδιὰ δὲν πάλλεται ἀπὸ συγκίνηση, δὲν καταλαμβάνεται ἀπὸ ρῖγος, ὅταν ἀκούει γιὰ τὶς προσπάθειες τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν Μακεδονία μας, λίγο νωρίτερα κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους τοῦ 1912-13; Ὅταν οἱ μαχητές μας ἦταν λίγο πιὸ ἔξω ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, θέλοντας νὰ προλάβουν νὰ τὴν ἀπελευθερώσουν πρὶν μποῦν πρῶτοι οἱ Βούλγαροι, βρέθηκαν μπροστὰ σὲ ἕνα πολὺ μεγάλο ἐμπόδιο. Ποιὸ ἦταν αὐτό; Ἔπρεπε νὰ περάσουν ἀπὸ ἕνα σημεῖο τοῦ Ἀξιοῦ ποταμοῦ στὸ χωριὸ Χαλάστρα, ὅπου οἱ Τοῦρκοι εἶχαν καταστρέψει τὴν γέφυρα. Ἐὰν δὲν κατάφερναν νὰ περάσουν, οἱ Βούλγαροι θὰ καταλάμβαναν τὴν Θεσσαλονίκη μας.

Τὴν λύση σὲ αὐτὸ τὸ σοβαρὸ πρόβλημα ἔδωσαν οἱ ἴδιοι οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ αὐτοῦ. Μέσα σὲ βροχερὸ σκοτάδι, μάζεψαν ξύλινα βαρέλια, χάλασαν τὰ ξύλινα παράθυρα καὶ τὶς σκεπὲς τῶν σπιτιῶν τους, κάποιοι ἔδωσαν τὶς βάρκες τους, ἄλλοι τὰ ξύλινα παλούκια ἀπὸ τοὺς φράχτες τῶν χωραφιῶν τους, καὶ στὸ τέλος ὁ καροποιὸς Ντελικάρης μαζὶ μὲ ἄλλους συγχωριανούς του πῆραν ὅλα τὰ  ξύλινα κομμάτια, τὰ κάρφωσαν μεταξύ τους καὶ ἔφτιαξαν μία μεγάλη πλωτὴ γέφυρα. Τὸ ἑπόμενο πρωί, οἱ στρατιῶτες μας πέρασαν ἀπὸ τὴν γέφυρα καὶ τράβηξαν ἀκάθεκτοι πρὸς τῆς ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης, ἔχοντας μάλιστα συμπαραστάτη καὶ βοηθὸ τὸν Πολιοῦχο Ἅγιο Δημήτριο, ἀφοῦ μπῆκαν στὴν πόλη ἀνήμερα στὴν γιορτή Του, στὶς 26 Ὀκτωβρίου 1912.

Καὶ τώρα πίσω στὸ σήμερα. Πόσο, μὰ πόσο εἴμαστε ἀδικαιολόγητοι ἀπέναντι σὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἥρωες! Πόσο εὔκολα καὶ βελούδινα ἀρχίζουμε καὶ τὰ δίνουμε ὅλα, μὰ ὅλα στοὺς ἄλλους! Οἱ λαβωματιὲς τοῦ Δαβάκη, οἱ κανονιὲς τοῦ Δημήτριου Κωστάκη, καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Χαλάστρας εἶναι τὸ αἰώνιο καὶ ἱστορικὸ δικαστήριο ὅλων μας, καὶ πρωτίστως ἐκείνων ποὺ βάζουν φαρδιὰ – πλατιὰ τὴν ὑπογραφή τους σὲ ἐπαίσχυντες συμφωνίες, ὅπως αὐτὴ τῶν Πρεσπῶν.

Περισσότερο σήμερα παρὰ ποτὲ ζητεῖται ἐλπίδα… καὶ ὑπάρχει ἐλπίδα!

Κατὰ χιλιάδες οἱ Ἕλληνες κατακλύσαμε τὸ κέντρο τῶν Ἀθηνῶν φωνάζοντας μὲς τὶς μέρες τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 2018 καὶ τοῦ 2019 τὴν ἀλήθεια ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς: πὼς ἡ Μακεδονία εἶναι μία καὶ αὐτὴ ἑλληνική! Ἄλλωστε στὴν ἱστορία δὲν ὑπῆρξαν πολλοὶ Φίλιπποι, Ἀλέξανδροι, Παῦλοι Μελάδες, ἀλλὰ ἕνας. Βέβαια τὸ 2019, ἐκτὸς ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς χιλιάδες, βρέθηκαν καὶ οἱ λιγοστοὶ καραμπινιέροι στὴν Πλατεῖα Συντάγματος, ποὺ ἔριχναν τὰ δακρυγόνα σὰν στραγάλια μὲ σκοπὸ νὰ διαλυθεῖ ἡ μεγαλειώδης καὶ εἰρηνικὴ συγκέντρωσή μας. Δὲν πειράζει, ἂς εἶναι. Ἀναβιώσαμε τὶς μέρες τοῦ ’40, ποὺ ὅταν οἱ Ἕλληνες φώναζαν μπροστὰ ἀπὸ τὸν Ἄγνωστο Στρατιώτη γιὰ τὴν πολυπόθητη ἐλευθερία, οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ συνεργάτες τους διέλυαν βιαίως τὸ πλῆθος. Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται… ἀλλὰ καὶ τιμωρεῖ.

Ζήτω ἡ ἐποποιία τοῦ 1940, ἀλλὰ καὶ ἡ ὅμοιά της τοῦ 1912-13. Ζήτω ἡ ἐλευθέρα Θεσσαλονίκη, καρδιὰ τῆς μιᾶς καὶ μοναδικῆς Μακεδονίας.

Previous Article

Μαρτυρία: Εμφάνιση της Παναγίας μας στο μέτωπο.

Next Article

Η προκλητική κήρυξη του πολέμου του 1940