28η Ὀκτωβρίου 1940: Ἰδοὺ διατί τότε ἔγινε τὸ θαῦμα τῆς φυλῆς…

Share:

Γράφει ὁ κ. Θεόκλητος Ρουσάκης, Ἀντγος ἐ.ἀ., Ἐπίτιμος Διοικητὴς Β΄ Σώματος Στρατοῦ

Εἶναι ἀναμφισβήτητο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940 εἶναι μία ἡμερομηνία σταθμὸς στὴ νεότερη ἱστορία τῆς Πατρίδος μας. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ ὁ ἑορτασμὸς εἶναι λαμπρός, τὸ ἴδιο λαμπρὸς μὲ τὸν ἑορτασμὸ τῆς 25ης Μαρτίου. Τὴν 25η Μαρτίου ἑορτάζουμε τὴν ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως πού, μετὰ ἀπὸ 400 χρόνια Τουρκοκρατίας, εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος.

Τότε τί ἀκριβῶς ἑορτάζουμε τὴν 28η Ὀκτωβρίου; Μήπως τὴ νίκη μας κατὰ τῶν Ἰταλῶν; Ὅμως τοὺς Ἰταλοὺς καὶ ἀργότερα τοὺς Γερμανοὺς συμμάχους τους δὲν τοὺς νικήσαμε. Ἀντιθέτως, νικηθήκαμε τελικῶς καὶ ὑπέστημεν τὴν τριπλῆ κατοχὴ (Ἰταλῶν, Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων) ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, ἕως τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1944. Ἀντιθέτως στοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους τοῦ 1912-1913 νικήσαμε καὶ διπλασιάσαμε τὴν Ἑλλάδα, πλὴν ὅμως ὁ ἑορτασμὸς γιὰ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους δὲν ἔχει σχεδὸν καμία λαμπρότητα.

Θὰ προσπαθήσουμε παρακάτω νὰ σχολιάσουμε ὁρισμένα ἰδιαίτερα στοιχεῖα αὐτοῦ τοῦ πολέμου, προκειμένου νὰ καταδειχθεῖ ὅτι δικαίως ὁ πόλεμος αὐτὸς ἦταν Ἐπικὸς καὶ ἀνάλογη πρέπει νὰ εἶναι ἡ λαμπρότητα τοῦ ἑορτασμοῦ. Τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ οὐδόλως ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὴν τελικὴ ἔκβαση τοῦ πολέμου, ἂν ἦταν νικηφόρος ἢ ὄχι. Ἔχουν ὅμως νὰ κάνουν μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο Ἡγεσία καὶ Λαὸς ἀντιμετώπισαν κατ’ ἀρχὴν τὴν Ἰταλικὴ καὶ ἐν συνεχείᾳ τὴν Γερμανικὴ πρόκληση καὶ ἐπίθεση.

Πρωτίστως διαπιστώνουμε ὅτι, σὲ αὐτὸν τὸν τιτάνιο ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων, ἦταν ἑδραία ἡ πεποίθηση Ἡγεσίας καὶ Λαοῦ ὅτι ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Παν­αγία θὰ προστατεύσει τοὺς Ἕλληνες μαχητές. Εἶναι ἡ Πίστη καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναδύεται ἡ βεβαιότητα γιὰ τὸ δίκαιο τοῦ ἀγώνα μας, ποὺ χαλυβδώνει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, γιὰ νὰ ξεπεράσει ὅλες τὶς κακουχίες καὶ τοὺς κινδύνους ποὺ θὰ προκύψουν. Τόσο στὸ μέτωπο, ὅσο καὶ στὰ μετόπισθεν εἶναι διάχυτο καὶ ἔντονο τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα ὄχι μόνο στὴν ἰδιωτικὴ ἀλληλογραφία καὶ στὸν Τύπο τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ μέσα στὰ διαγγέλματα καὶ διαταγὲς τῆς Πολιτικῆς καὶ Στρατιωτικῆς Ἡγεσίας τῆς ἐποχῆς.

Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε κατ’ ἀρχὴν τὸ πρῶτο Ὑπουργικὸ Συμβούλιο ποὺ ἔλαβε χώρα τὸ πρωὶ τῆς 28ης Ὀκτ 1940, μετὰ τὴν ἐπίδοση τοῦ τελεσιγράφου ἀπὸ τὸν Γκράτσι, στὸν Πρωθυπουργό. Ἐκεῖ ὁ Ἰ. Μεταξᾶς ἔφερε ἐνώπιον τῶν συνεργατῶν του τὰ πολεμικὰ διατάγματα λέγοντας: «Καὶ ἐπειδὴ εἶμαι βαθύτατα θρῆσκος, νομίζω ἡ Παναγία θὰ προστατεύσει τὰ ὅπλα μας». Κατόπιν πῆρε στὰ χέρια του τὴν πένα του, γιὰ νὰ ὑπογράψει, στάθηκε γιὰ λίγο, τὴν ἀκούμπησε καὶ πάλι στὸ τραπέζι, ἔσκυψε τὸ κεφάλι του σὰν νὰ σκεπτόταν κάτι, ἔκανε τὸ σταυρό του ξαναπῆρε τὴν πένα του καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἄρχισε νὰ ὑπογράφει πρόσθεσε μὲ παλλόμενη ἀπὸ τὴ συγκίνηση φωνή: «Ὁ Θεὸς σῴζει τὴν Ἑλλάδα».

Στὴν πρώτη ἀναφορά του ἀπὸ τὸν τομέα τῆς Πίνδου ὁ Σχης Δαβάκης θὰ πεῖ: «Θὰ κρατήσω τὴ διάβαση τοῦ Ἑπταχωρίου μὲ τὰ δόντια καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ».

Στὸν τομέα τῆς Ἠπείρου, ὁ Ὑποστράτηγος Κατσιμῆτρος Χ. Διοικητὴς τῆς VIII Μεραρχίας ποὺ δέχτηκε τὴ μεγαλύτερη πίεση τῆς Ἰταλικῆς ἐπιθέσεως, γράφει στὴ διαταγή του: “Στρατιῶτες, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος προστατεύει τὸν ἱερὸ ἀγῶνα μας, καταδιώξατε ἀπηνῶς τὸν ἐχθρὸ κατὰ πόδας καὶ συντρῖψτε τον μὲ τ’ ἀμείλικτα χτυπήματά σας. Ἡ Πατρίδα παρακολουθεῖ περήφανη τὸν ἐπικὸ ἀγῶνα σας καὶ τὴν περίλαμπρη δράση σας. Ἡ δόξα σᾶς ἀναμένει». Καὶ τοὺς περίμενε ἡ δόξα στὴν ὀροσειρὰ τοῦ Μοράβα, στὸ δικόρυφο Ἰβάν.

Ἀντιγράφουμε ἀπὸ ἕνα γράμμα ποὺ στάλθηκε ἀπὸ τὸ μέτωπο τοῦ πολέμου: “Ἑλένη μου, …Στὸν πατέρα μου πές του, ὅτι βαστᾶμε. Δὲν ὑπάρχει δειλὸς ἀνάμεσά μας. Τὴν μάνα μου φίλα την διπλά. Ὑπάρχει φόβος. Εἶναι καὶ ἕνας παπὰς μαζί μας. Μᾶς ἐξομολόγησε. Μᾶς κοινώνησε. Σὰ νὰ φάγαμε καὶ ἤπιαμε θάρρος, ἐλπίδα καὶ εἰρήνη. Ἐδῶ στὰ βουνά, ἡ μόνη παρηγοριά μας, εἶναι ὁ οὐρανός. Ἡ μόνη μας μάνα ἐδῶ, εἶναι ἡ Παναγιά. Σ’ ἀγαπῶ, τὸ ξέρεις καὶ ἐγὼ ξέρω ὅτι μ’ ἀγαπᾶς. Ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας. Ὁ Θεὸς νὰ εἶναι μαζί σου”.

Ἀναμφίβολα ἡ ἐποποιία τοῦ 1940 ἀποτελεῖ ἕνα θαῦμα. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα στὴν ἱστορία τῶν Ἑλλήνων. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι καρπὸς ἀποκλειστικὰ ἀνθρώπινου ἀγώνα. Ἡ θεϊκὴ χάρη συνεργάσθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια. Καὶ εἶναι δίκαιο ποὺ μαζὶ μὲ τὰ θριαμβευτικὰ σαλπίσματα πάνω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν ἡρῴων, σήμαναν δοξαστικὲς καμπάνες γιὰ ἕνα “εὐχαριστῶ’’ στὴν Παναγία, σ’ Ἐκείνη, στὴν ὁποία ἡ ἐθνικὴ συνείδηση ἀπέδωσε γιὰ μία ἀκόμα φορά “τὰ νικητήρια’’. Τὴ Σκέπη τῶν ἀγωνιστῶν. Τὴν Ἐλευθερώτρια τῶν σκλαβωμένων.

Tὸ δεύτερο χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τοῦ Ἔπους αὐτοῦ, εἶναι ὅτι ἡ γενιὰ τοῦ ’40 εἶχε διάχυτο τὸν πόθο καὶ τὴν εὐθύνη γιὰ τὴ διατήρηση τῆς Ἐλευθερίας τῆς Πατρίδος, ἐκφράζοντάς την στὴν πράξη μὲ τὴν ἀπόφασή της γιὰ ἀγῶνα “μέχρις ἐσχάτων”. Ἔτσι τὴν Ἡγεσία καὶ τὸ Λαὸ τοῦ ’40 ἐλάχιστα ἐνδιέφερε τὸ τέλος τοῦ πολέμου, ἂν θὰ ἦταν ἡ νίκη ἢ ἧττα ἢ ὁ θάνατος. Ὅλη ἡ δικαίωσή τους ἦταν στὴν ἀρχή. Τὸ πῶς δηλαδὴ ὅλοι μαζὶ θὰ ὑπερασπιζόταν τὴν ἐθνική τους ἐλευθερία καὶ ἀξιοπρέπεια σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τῆς Ἱστορίας. Καὶ αὐτὸ ἦταν ἡ δική τους νίκη. Οἱ συνετοὶ τῆς ἐποχῆς ἔκριναν παράλογο τὸ τόλμημα τῆς Ἑλλάδος τοῦ ’40. Δὲν μποροῦσαν νὰ φαντασθοῦν ὅτι οἱ Ἕλληνες ξεκινοῦσαν τὴν ἄνιση ἀναμέτρηση, γιατί εἶχαν τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος τους καὶ τὴν ἀνάγκη νὰ ὑπερασπισθοῦν μέχρι αὐτοθυσίας τὴν Ἐλευθερία τους. Αὐτὸ ἦταν τὸ μυστικὸ ὅπλο ποὺ διέθεταν ἀπ’ τὰ βάθη τῶν ἱστορικῶν τους στιγμῶν. Ἔτσι πρώτη ἡ Ἑλλὰς διαλύει τὸ μῦθο, ὅτι οἱ δυνάμεις τοῦ φασισμοῦ εἶναι ἀνίκητες καὶ τὸ πρῶτο τρόπαιο τῆς νίκης στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐλευθερία τὸ ἔστησαν οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες μὲ τὸ αἷμα τους στὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου.

Τὸ διάγγελμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ συνοψίζει ἐπιγραμματικὰ εἰκοσιπέντε αἰώνων ἐθνικῶν ἀγώνων γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τοῦ ἱεροῦ πατρίου ἐδάφους. Εἰκοσιπέντε αἰῶνες πάθους γιὰ ἐλευθερία. «Τώρα θὰ ἀποδείξωμεν ἐὰν πράγματι εἴμεθα ἄξιοι τῶν προγόνων μας καὶ τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐξασφάλισαν οἱ πρόγονοί μας. Ὅλο τὸ Ἔθνος ἂς ἐγερθεῖ σύσσωμον. Ἀγωνισθεῖτε διὰ τὴν πατρίδα, τὰς γυναίκας, τὰ παιδιά σας καὶ τὰς ἱεράς μας παραδόσεις. Νῦν ὑπὲρ πάντων ὁ ἀγών».

Σὲ περιγραφὲς τῆς ἐποχῆς εἶναι πασιφανὴς ὁ πόθος γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἐλευθερίας μέχρι αὐτοθυσίας σὲ Ἡγεσία καὶ Λαό. Διαβάζουμε: “Ἡ μάχη εἶχε τελειώσει κι ἄρχιζε τὸ θλιβερὸ καθῆκον τῆς περισυλλογῆς τῶν τραυματιῶν. Ὑπῆρξε πάντα ἀκριβῆ ἡ τιμὴ τῆς ἐλευθερίας. Στὸ σταθμὸ ἐπιδέσεως ὑπῆρχε πολλὴ δουλειά. Οἱ τραυματιοφορεῖς ξεκινοῦσαν δύο-δύο μὲ τὸ φορεῖο τους ἄδειο καὶ γύριζαν τρεῖς-τρεῖς, μὲ τὸ φορεῖο τους γεμᾶτο. Τραύματα λογιῶν – λογιῶν. Σταλαγματιὲς – σταλαγματιὲς τὸ αἷμα τους σημείωνε πάνω στὸ χιόνι τὴν πορεία τῆς συνοδείας. Πρόσωπα χλωμὰ καὶ κορμιὰ κουρασμένα. Ἀλλὰ κανένα παράπονο. Ὅταν ξεφανερωνόταν κάποτε ἡ παρέλαση τῶν φορείων, ποὺ τὰ βαστοῦσαν στιβαροὶ ἄντρες, θαρροῦσες πὼς διάβαιναν ἁγιασμένοι ἄνθρωποι. Οἱ γυναῖκες ἀνάδευαν τὰ χείλη τους σὲ μυστικὴ δέηση, τὰ κορίτσια ἔδειχναν γελούμενη ὄψη, μόλο ποὺ τὰ μάτια τους βούρκωναν. Οἱ φαντάροι ποὺ ὅδευαν κατὰ τὸ μέτωπο, στέκονταν σιωπηλά, ἐνῷ οἱ τραυματίες ἀνασήκωναν τὰ χέρια τους, ἔσφιγγαν λιγάκι τὴ γροθιά τους σὰν ἀπάντηση καὶ σὰν προσταγή”.

Διαβάζουμε ἀλλοῦ: “Γυρίζοντας γιὰ τὸν λόχο μας ξημέρωνε τὸ νέον ἔτος. Μόλις πήγαμε καὶ εὐχηθήκαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον τὰ χρόνια πολλά, μᾶς ἄρχισαν οἱ Ἰταλοὶ μὲ τοὺς ὅλμους. Καὶ τὸ μέρος ἦταν πολὺ στριμωχτὸ διὰ ἕνα τάγμα στρατοῦ καὶ ὅπου ἔπεφτε ὁ ὅλμος σκοτώνονταν καὶ δύο-τρεῖς στρατιῶτες. Θυμᾶμαι ἕνα περιστατικό· λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ μᾶς ἦταν τρεῖς λοχίες καὶ ἕνας δεκανέας καὶ εἶχαν λίγο φωτιὰ καὶ ζεσταίνονταν καὶ πέφτει ὁ ὅλμος ἀπάνω στὴν φωτιὰ καὶ τοὺς σκοτώνει ὅλους μπροστὰ στὰ μάτια μας. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ἀξέχαστη πρώτη ἡμέρα τοῦ νέου ἔτους, εἴχαμε τὶς περισσότερες ἀπώλειες. Μόνο ὁ λόχος μας ἐκείνη τὴν ἡμέρα εἶχε γύρω στοὺς 50 νεκροὺς καὶ τραυματίες”.

Τὸ τρίτο ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τοῦ πολέμου ἀφορᾶ στὴ δόξα ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ μαρτύριο τῶν ἀγώνων γιὰ τὴ διατήρηση τῆς Ἐλευθερίας. Αὐτὴ ἡ δόξα τοῦ μαρτυρίου, ἀναδύεται κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ τὴ συγκλονιστικὴ συνέντευξη τοῦ Πρωθυπουργοῦ Ἰωάννη Μεταξᾶ στὶς 30 Ὀκτ. 1940 στὸν Τύπο τῆς ἐποχῆς, ὅπου μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρει:

“…Ἡ Ἑλλὰς δὲν πολεμᾶ γιὰ τὴ Νίκη. Πολεμᾶ διὰ τὴν δόξαν… Ὑπάρχουν στιγμὲς κατὰ τὶς ὁποῖες ἕνας λαὸς ὀφείλει , ἂν θέλει νὰ μείνει μεγάλος νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ πολεμήσει ἔστω καὶ χωρὶς καμίαν ἐλπίδα νίκης. Μόνο διότι πρέπει . Γνωρίζω ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθεῖ ἄλλον τι αὐτὴ τὴ στιγμή… Ξέρω μὲ βεβαιότητα ὅτι ἀπὸ τὴν φοβερὰ αὐτὴ δοκιμασία ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑποφέρει. Ξέρω ὅμως ἐπίσης μὲ βεβαιότητα ὅτι τελικῶς θὰ ἐξέλθει ὄχι μόνο ἔνδοξος ἀλλὰ καὶ μεγαλύτερη”. Σὲ ἕνα δὲ σημείωμα ποὺ εἶχε γράψει τὴν ἡμέρα τῆς κήρυξης τοῦ πολέμου καὶ δημοσιεύτηκε ἀργότερα στὴν “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” ἀναφέρει: “Θὰ νικήσωμεν! Ἀλλὰ διὰ τοὺς Ἕλληνες ὑπὲρ τὴν νίκη δόξα”. Σὲ αὐτὸ τὸν δρόμο βάδισε ἡ γενιὰ τοῦ ΄40, πιστεύοντας ἀκράδαντα ὅτι εἶναι ἡ συν­­έχεια τοῦ δρόμου ποὺ ἀκολούθησε ὁ Λεωνίδας στὶς Θερμοπύλες, ὁ τελευταῖος Αὐτοκράτορας στὴν Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ, ὁ Παπαφλέσσας στὸ Μανιάκι καὶ τόσοι ἄλλοι.

Προστρέχοντας πάλι σὲ κείμενα τῆς ἐποχῆς διαβάζουμε: «Μέσα σ’ ἑνάμισυ μήνα πόλεμο, ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς ἔχει μεταβληθεῖ σ’ ἕνα λαὸ ἀπὸ φαντάσματα καὶ σκέλεθρα. Στὴ μάχη πέφτουν πρηνηδὸν νὰ προφυλαχτοῦν ἢ νὰ σημαδέψουν, κι ἀπὸ πίσω βλέπεις ἄρβυλα χωρὶς σόλες, γυμνὲς πατοῦσες. Ἡ πεῖνα τοὺς ἔσκαψε τὰ μάγουλα, τοὺς ρούφηξε τὰ νιάτα. Ὁ πόλεμος ἀγριεύει τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τοῦτο ἐδῶ δὲν εἶναι πόλεμος, ὅπως οἱ ἄλλοι. Εἶναι μαρτύριο, πάλη μὲ τὰ φυσικὰ στοιχεῖα, τέντωμα ὑπεράνθρωπο, θυσία καθημερινή. Ξεπερνάει κάθε ἀντοχὴ καὶ φαντασία».

Τέλος, θὰ ἦταν παράλειψη ἂν δὲν ἀναφερόμασταν σὲ ἕνα ἀκόμη στοιχεῖο ποὺ χαρακτήρισε τὸ Ἔπος τοῦ ’40, ποὺ εἶναι ἡ ὁμοψυχία Ἡγεσίας, Λαοῦ καὶ Στρατοῦ. Μία ὁμοψυχία ποὺ παίρνει τὴν ἀληθινὴ ἱστορική της διάσταση, ὅταν συγκριθοῦν τὰ γεγονότα τοῦ 1940 μὲ αὐτὰ τοῦ 1922. Ἡ ὁμοψυχία τοῦ 1940 δημιούργησε τὸ Ἔπος τοῦ ’40, ἐνῷ ἡ ἔλλειψή της, ποὺ “ἔδωσε χῶρο” στὴ διχόνοια καὶ τὴ διαίρεση λειτούργησε ὡς ἡ βασικὴ αἰτία τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς τὸ 1922. Πάντοτε ἡ Ἑλλάδα πολεμοῦσε, ἀπαντώντας στὸ προσκλητήριο τῆς Ἱστορίας, μὲ ὑψηλὴ συνείδηση τοῦ χρέους. Ποτὲ ὅμως δὲ δόθηκε στὸν ἀγῶνα της τόσο ὁλόκληρη κι ἑνωμένη, ὅσο στὸν πόλεμο αὐτό. Μία μετουσίωση ποὺ πραγματοποιήθηκε κατὰ τρόπο μοναδικό, ὁ ἀπόλυτος ψυχικὸς συντονισμὸς τῶν μετόπισθεν μὲ τὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ πυρός.

Στὶς 15 Νοε. 1940 στὸ περιοδικὸ “Νέα Ἑστία”, δημοσιεύθηκε ἄρθρο ποὺ περιγράφει μὲ ἐξαιρετικὸ λογοτεχνικὸ ὕφος τὴν ὁμοψυχία σὲ αὐτὴν τὴν ἄνιση ἀναμέτρηση : «Σὲ μίαν ὥρα ποὺ κανεὶς δὲν ξέρει, σὲ μία στιγμὴ ποὺ μόνο ὁ Θεὸς ὁρίζει, μέσα στὸ ναὸ τῆς Ἱστορίας σημαίνει ξαφνικὰ ἡ βαθιὰ καμπάνα τῆς Μοίρας πάνω στὰ ριζικὰ τῶν λαῶν. Τότε τὰ ἄτομα ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ἐθνικὴ ὁλότητα, πετοῦν θεληματικὰ ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ πιὸ ἀκριβὰ προνόμιά τους, αὐτὰ ἴσα – ἴσα ποὺ κατοχυρώνουν τὴ μονάδα μέσα στὸ κοινωνικὸ σύνολο… Μία φυλή, ἕνα ἔθνος, ἕνας λαός, εἶναι προικισμένα μὲ βιολογικὰ νιάτα τόσο περισσότερο, ὅσο πιὸ γρήγορα καὶ πιὸ ἀποτελεσματικὰ θὰ μπορέσουν νὰ κάνουν τὴ σωτήρια προσαρμογή, ἀπὸ τὸ ἄτομο στὴν ὁμαδικὴ ὁλότητα».

Νὰ γιατί τότε ἔγινε τὸ θαῦμα τῆς φυλῆς, ποὺ ἑορτάζουμε μὲ λαμπρότητα τὴν 28η Ὀκτωβρίου,

Γιατί τότε, ἡ γενιὰ τοῦ ’40, ὁπλισμένη μὲ τὴν αὐθεντική της Πίστη στὸ Θεό, ἔβαλε στὴν ἄκρη τὰ “ἐγώ” της καὶ ἔγινε ξαφνικὰ ἕνα πελώριο ἑνιαῖο “ἐμεῖς”, ποὺ μέσα της παλλόταν ἡ πελώρια καρδιὰ τοῦ Ἔθνους, ἔχοντας ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ θέλημά Του.

Γιατί τότε, ἡ ὁμοθυμία, Ἡγεσίας, Λαοῦ καὶ Στρατοῦ, μὲ τὴν ὁποία ἀντίκρυσαν τὴν πολεμικὴ αὐτὴ πρόκληση, ἦταν ἡ πιὸ σοφὴ ἐπιλογὴ γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του.

Γιατί τότε, ἐπέλεξε ἡ Ἑλλάδα σύσσωμη καὶ σύμφωνη νὰ ἀκούσει τὰ μηνύματα τῆς ἱστορίας. Νὰ τὰ κάνει βίωμα καὶ νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸ ἀνοιχτὸ βιβλίο της, γιὰ νὰ ὑπαγορεύσει τὸ νέο της κεφάλαιο. Ἕνα κεφάλαιο, στὸ ὁποῖο ἡ μόνη της ἐπιλογὴ ἦταν ἡ διασφάλιση τῆς Ἐθνικῆς Ἐλευθερίας καὶ ἀξιοπρέπειας μὲ ὁποιοδήποτε κόστος καὶ θυσία.

Γιατί τότε, σὲ Ἡγεσία, Λαὸ καὶ Στρατὸ ἀφυπνίσθηκε πάλι ἡ γονιδιακή μας πεποίθηση ὅτι, ἡ μαρτυρικὴ δόξα καὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ Ἔθνους, θὰ ἐξασφάλιζε νομοτελειακὰ καὶ τὴν Ἀνάστασή του.

Previous Article

ΥΠ/ΓΟΣ Χ. ΚΑΤΣΙΜΗΤΡΟΣ “…ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΠΑΚΙ”

Next Article

Τὸ ἔπος τοῦ 1940. Ἱερὰ παρακαταθήκη διὰ τοὺς Ἕλληνας καὶ τὸν κόσμον ὅλον