8 Δεκεμβρίου

Share:

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Α’ Τιμ. ε΄ 1-10

   1 Πρεσβυτέρῳ μὴ ἐπιπλήξῃς, ἀλλὰ παρακάλει ὡς πατέρα, νεωτέρους ὡς ἀδελφούς, 2 πρεσβυτέρας ὡς μητέρας, νεωτέρας ὡς ἀδελφὰς ἐν πάσῃ ἁγνείᾳ. 3 Χήρας τίμα τὰς ὄντως χήρας. 4 εἰ δέ τις χήρα τέκνα ἢ ἔκγονα ἔχει, μανθανέτωσαν πρῶτον τὸν ἴδιον οἶκον εὐσεβεῖν καὶ ἀμοιβὰς ἀποδιδόναι τοῖς προγόνοις· τοῦτο γάρ ἐστι καλὸν καὶ ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 5 ἡ δὲ ὄντως χήρα καὶ μεμονωμένη ἤλπικεν ἐπὶ τὸν Θεὸν καὶ προσμένει ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς νυκτὸς καὶ ἡμέρας· 6 ἡ δὲ σπαταλῶσα ζῶσα τέθνηκε. 7 καὶ ταῦτα παράγγελλε, ἵνα ἀνεπίληπτοι ὦσιν. 8 εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. 9 Χήρα καταλεγέσθω μὴ ἔλαττον ἐτῶν ἑξήκοντα γεγονυῖα, ἑνὸς ἀνδρὸς γυνή, 10 ἐν ἔργοις καλοῖς μαρτυρουμένη, εἰ ἐτεκνοτρόφησεν, εἰ ἐξενοδόχησεν, εἰ ἁγίων πόδας ἔνιψεν, εἰ θλιβομένοις ἐπήρκεσεν, εἰ παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ ἐπηκολούθησε.

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

1 Μὴν ἐπιπλήξῃς μὲ ἀπότομον τρόπον γεροντότερον κατὰ τὴν ἡλικίαν, ἀλλὰ πρότρεπέ τον σὰν πατέρα, τοὺς νεωτέρους δὲ κατὰ τὴν ἡλικίαν συμβούλευέ τους σὰν ἀδελφούς. 2 Τὰς ἠλικιωμένας πρότρεπέ τας σὰν μητέρας, τὰς νεωτέρας συμβούλευέ τας σὰν ἀδελφάς, προσέχων νὰ συμπεριφέρεσαι πρὸς αὐτὰς μὲ πᾶσαν ἁγνότητα. 3 Τίμα τὰς χήρας, τὰς πράγματι χήρας, αὐτὰς δηλαδὴ ποὺ εἶναι ὄχι μόνον πτωχαί, ἀλλὰ καὶ σώφρονες καὶ ἁγναί. 4 Ἐὰν δὲ καμμία χήρα ἔχῃ παιδιὰ ἢ ἐγγόνια, ἂς μανθάνουν ταῦτα νὰ δεικνύουν σεβασμὸν πρῶτον εἰς τὴν ἰδίαν των οἰκογένειαν καὶ νὰ ἀνταποδίδουν ἀμοιβὰς εἰς τοὺς προγόνους των δι’ ὅσα αὐτοὶ ἐμόχθησαν καὶ ἐθυσίασαν, ὅταν τὰ ἐγγόνια ἢ τὰ παιδιὰ εἶχαν ἀνάγκην περιθάλψεως. Πρέπει δὲ ταῦτα νὰ μάθουν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀνταπόδοσιν αὐτήν, διότι τοῦτο εἶναι καλὸν καὶ εὐάρεστον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 5 Ἡ δὲ πραγματικὴ χήρα, ἡ σώφρων δηλαδὴ καὶ ἁγνή, ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ ἔρημος ἀπὸ συγγενεῖς, ἔχει στηρίξει τὰς ἐλπίδας τῆς εἰς τὸν Θεόν καὶ καταγίνεται μὲ ἐπιμονὴν εἰς τὰς δεήσεις καὶ προσευχὰς νύκτα καὶ ἡμέραν. 6 Ἡ χήρα ὅμως, ποὺ σπαταλεῖ καὶ ζῇ βίον τρυφηλόν, καίτοι φαίνεται ζωντανή, ἔχει ἀποθάνει πνευματικῶς. 7 Παράγγελλε καὶ αὐτά, ποὺ σοῦ γράφω διὰ τὰς χήρας, διὰ νὰ μὴ δίδουν λαβὴν εἰς κατηγορίαν καὶ αὐταὶ καὶ οἰ ἀπόγονοί των. 8 Ἐὰν δὲ κανένας ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τούτους δὲν λαμβάνῃ πρόνοιαν διὰ τοὺς ἰδικούς του ἀνθρώπους καὶ μάλιστα διὰ τοὺς οἰκιακούς του, αὐτὸς ἔχει ἀρνηθῇ τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶναι χειρότερος καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄπιστον, ὁ ὁποῖος συνήθως δὲν στερεῖται τὴν φυσικὴν στοργήν. 9 Χήρα ἂς καταγράφεται εἰς τὸν κατάλογον τῆς Ἐκκλησίας ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι μικροτέρα τῶν ἑξῆντα ἐτῶν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξεν ἐνὸς ἀνδρὸς γυνή, δηλαδὴ μονόγαμος. 10 Πρέπει ἀκόμη νὰ παρέχεται μαρτυρία καλὴ περὶ αὐτῆς διὰ τὰ καλά της ἔργα· ἐὰν δηλαδὴ ἀνέθρεψε παιδιά, ἐὰν ἐφιλοξένησεν, ἐὰν ἔνιψε πόδια Χριστιανῶν ποὺ ἤρχοντο ἀπὸ ὁδοιπορίαν ἢ περιοδείαν, ἐὰν ἐβοήθησε θλιβομένους, ἐὰν συνέτρεξεν εἰς κάθε ἔργον ἀγαθόν.

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Λκ. κ’ 27-44

   27 Προσελθόντες δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, ἐπηρώτησαν αὐτὸν 28 λέγοντες· διδάσκαλε, Μωϋσῆς ἔγραψεν ἡμῖν, ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ ἔχων γυναῖκα, καὶ οὗτος ἄτεκνος ἀποθάνῃ, ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. 29 ἑπτὰ οὖν ἀδελφοὶ ἦσαν· καὶ ὁ πρῶτος λαβὼν γυναῖκα ἀπέθανεν ἄτεκνος· 30 καὶ ἔλαβεν ὁ δεύτερος τὴν γυναῖκα, καὶ οὗτος ἀπέθανεν ἄτεκνος· 31 καὶ ὁ τρίτος ἔλαβεν αὐτὴν ὡσαύτως· ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ ἑπτά· οὐ κατέλιπον τέκνα, καὶ ἀπέθανον·32 ὕστερον δὲ πάντων καὶ ἡ γυνὴ ἀπέθανεν. 33 ἐν τῇ ἀναστάσει οὖν τίνος αὐτῶν γίνεται γυνή; οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα. 34 καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου γαμοῦσι καὶ ἐκγαμίζονται· 35 οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται· 36 οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες. 37 ὅτι δὲ ἐγείρονται οἱ νεκροί, καὶ Μωϋσῆς ἐμήνυσεν ἐπὶ τῆς βάτου, ὡς λέγει Κύριον τὸν Θεὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Θεὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Θεὸν Ἰακώβ. 38 Θεὸς δὲ οὐκ ἔστι νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων· πάντες γὰρ αὐτῷ ζῶσιν. 39 ἀποκριθέντες δέ τινες τῶν γραμματέων εἶπον· διδάσκαλε, καλῶς εἶπας. 40 οὐκέτι δὲ ἐτόλμων ἐπερωτᾶν αὐτὸν οὐδέν. 41 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· πῶς λέγουσι τὸν Χριστὸν υἱὸν Δαυΐδ εἶναι; 42 καὶ αὐτὸς Δαυΐδ λέγει ἐν βίβλῳ τῶν ψαλμῶν· εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου 43 ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. 44 Δαυΐδ οὖν αὐτὸν Κύριον καλεῖ· καὶ πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστιν;

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

44 Ἐπλησίασαν δὲ τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τοὺς Σαδδουκαίους μερικοί, ποὺ ἔλεγαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασις. Καὶ τὸν ἠρώτησαν 28 καὶ εἶπαν· Διδάσκαλε, ὁ Μωϋσῆς μᾶς ἔγραψε εἰς τὸν νόμον· ἐὰν ὁ ἀδελφὸς κάποιου ἀποθάνῃ καὶ ἔχῃ γυναῖκα καὶ ἀποθάνῃ οὗτος ἄτεκνος, πρέπει νὰ πάρῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα καὶ νὰ γεννήσῃ μὲ αὐτὴν ἀπόγονον εἰς τὸν ἀποθανόντα ἄτεκνον ἀδελφόν του. 29 Ἦσαν λοιπὸν ἑπτὰ ἀδελφοί. Καὶ ὁ πρῶτος, ἀφοῦ ἐνυμφεύθη μίαν γυναῖκα, ἀπέθανεν ἄτεκνος. 30 Καὶ ἔλαβεν ὁ δεύτερος τὴν γυναῖκα αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀπέθανεν ἄτεκνος. 31 Καὶ ὁ τρίτος τὴν ἐπῆρεν ὅπως καὶ ὁ δεύτερος. Τὸ ἴδιο δὲ ἔκαμαν καὶ οἱ ἑπτά. Δὲν ἄφησαν ὅμως τέκνα καὶ ἀπέθανον. 32 Ὕστερον δὲ ἀπὸ ὅλους ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή. 33 Κατὰ τὴν ἀνάστασιν λοιπὸν ποίου ἐκ τῶν ἑπτὰ ἀδελφῶν θὰ γίνῃ σύζυγος; Διότι ὅλοι τὴν ἐπῆραν γυναῖκα. 34 Καὶ ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Αὐτοί, ποὺ ζοῦν εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν καὶ εἶναι παιδιὰ τοῦ κόσμου αὐτοῦ ποὺ θὰ παρέλθῃ, αὐτοὶ ἔρχονται εἰς γάμον καὶ ὑπανδρεύουν ἔπειτα καὶ τοὺς ἀπογόνους των. 35 Ἐκεῖνοι ὅμως, ποὺ ἀξιώθησαν νὰ ἀπολαύσουν τὸν αἰῶνα καὶ τὸν κόσμον ἐκεῖνον τὸν μέλλοντα καὶ οὐράνιον καὶ νὰ ἀναστηθοῦν ἐνδόξως ἐκ νεκρῶν, οὔτε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔρχονται εἰς γάμον, οὔτε ὑπανδρεύουν τοὺς ἀπογόνους των. 36 Ἀλλ’ οὔτε καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθουν εἰς γάμον, τοῦ ὁποίου ἕνας ἐκ τῶν σκοπῶν εἶναι νὰ προλάβῃ τὴν διὰ τοῦ θανάτου ἐξάλειψιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθουν εἰς γάμον, διότι πλέον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποθάνουν, ἐπειδή, ὅσοι ζοῦν ἐκεῖ, ἔχουν φύσιν ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον, ὅπως οἱ ἄγγελοι, καὶ εἶναι υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. Διότι τὰ σώματά των δὲν θὰ προέρχονται ἐκ γεννήσεως σαρκικῆς, ἀλλὰ θὰ ξαναγεννηθοῦν διὰ τῆς ἀναστάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ πραγματοποιήσῃ ἡ ἄμεσος ἐπέμβασις τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι παρέμβασις σαρκικῶν γονέων. 37 Ὅτι δὲ ἀνασταίνονται oἱ νεκροί, τὸ ἐφανέρωσε καὶ ὁ Μωϋσῆς εἰς τὸ μέρος τῆς Γραφῆς, ποὺ γίνεται λόγος περὶ τῆς βάτου. Ὅταν δηλαδὴ ἀποκαλῇ καὶ ἀναφέρῃ τὸν Κύριον ὡς τὸν Θεὸν τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τὸν Θεὸν τοῦ Ἰακώβ. 38 Ὁ Θεὸς δὲ δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν, τοὺς ὁποίους ὁ θάνατος ἐξεμηδένισεν, ἀλλ’ εἶναι Θεὸς ζωντανῶν. Διότι ὅλοι, καὶ αὐτοί, ποὺ δι’ ἡμᾶς εἶναι πεθαμένοι, διὰ τὸν Θεὸν εἶναι ζωντανοί, καὶ ἑξακολουθοῦν νὰ ζοῦν καὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς σχέσιν καὶ κοινωνίαν μετ’ αὐτοῦ καὶ δὲν διατελοῦν εἰς κατάστασιν ληθάργου καὶ ἀναισθησίας. 39 Τότε μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς, ποὺ ἐπίστευον εἰς τὴν ἀνάστασιν, ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπαν· Διδάσκαλε, καλὰ ὡμίλησες. 40 Δὲν ἐτόλμων δὲ πλέον νὰ τὸν ἐρωτοῦν τίποτε, διότι πάντοτε ἐξήρχετο νικητὴς ἀπὸ τὴν μετ’ αὐτῶν συζήτησιν. 41 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Πῶς λέγουν oι διδάσκαλοί σας, ὅτι ὁ Μεσσίας Χριστὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ; 42 Καὶ πῶς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος αὐτὸς ὁ Δαβὶδ λέγει εἰς τὸ βιβλίον τῶν Ψαλμῶν· Εἶπεν ὁ Κύριος καὶ Θεὸς εἰς τὸν Κύριόν μου Χριστόν· Κάθισε ἐπὶ τοῦ θρόνου μου εἰς τὰ δεξιά μου δοξαζόμενος καὶ τιμώμενος μαζί μου, 43 ἕως ὅτου θέσω τοὺς ἐχθρούς σου σὰν ἄλλο ὑποστήριγμα, ποὺ θὰ πατοῦν ἐπάνω τὰ πόδια σου; 44 Ὁ Δαβὶδ λοιπὸν καλεῖ αὐτὸν Κύριον. Καὶ πῶς εἶναι υἱός του; Στέκει ὁ πρόγονος νὰ καλῇ τὸν τρισέγγονον καὶ ἀπόγονόν του Κύριον; Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ Μεσσίας δὲν εἶναι μόνον υἱὸς τοῦ Δαβίδ, ἀλλὰ καὶ υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς τοιοῦτος εἶναι καὶ Κύριος τοῦ Δαβίδ.

 

 

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

  ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

  Τα άφθαρτα λείψανα πάμπολλων αγίων της Εκκλησίας μας μαρτυρούν την παρουσία των ακτίστων ανεργιών του Θεού σ’ αυτούς, οι οποίοι υπήρξαν, με την πίστη τους και την αγία ζωή τους, σκεύη πολύτιμα της θείας χάριτος. Ένας από τους αγίους που αξιώθηκαν της αφθαρσίας είναι και ο άγιος Πατάπιος, του οποίου, το σεπτό σκήνωμα παραμένει άφθορο για χίλια επτακόσια χρόνια! Γεννήθηκε στην Θήβα της Αιγύπτου και έζησε τον 4 ο μ. Χ. αιώνα. Οι γονείς του ήταν πολύ πλούσιοι και πιστοί Χριστιανοί, οι οποίοι ανέθρεψαν και τον μεγάλωσαν με ευσέβεια και βαθιά πίστη στο Θεό. Από μικρό παιδί έδειξε σημάδια αρετών και πνευματικής ωριμότητας. Ως έφηβος είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση να ακολουθήσει το μοναχικό αναχωρητισμό, μιμούμενος τους μεγάλους ασκητές πατέρες της Αιγύπτου, οι οποίοι γινόταν τα πρότυπα για πολλούς Χριστιανούς της εποχής. Άφησε τον κόσμο και αποσύρθηκε σε ερημικό τόπο, όπου διήγε με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και αποκοπή των παθών του. Σε σύντομο χρόνο είχε αποκτήσει τη φήμη του ώριμου πνευματικά ανθρώπου, στον οποίο κατέφευγαν πολλοί άνθρωποι να ωφεληθούν και να πάρουν την ευλογία του. Να ακούσουν τα ψυχωφελή κηρύγματά του και τις πολύτιμες και σοφές συμβουλές του.

  Μετά από καιρό αποφάσισε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με δύο άλλους ασκητές τον Βάρα και τον Ραβουλά, οι οποίοι ήταν εξίσου ενάρετοι άνθρωποι και αξιώθηκαν και αυτοί της αγιότητας. Αποφάσισαν να ζήσουν έξω από τα τείχη της Βασιλεύουσας. Ο μεν άγιος Βάρας ίδρυσε Μονή προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, στο σημείο Πέτρα. Ό άγιος Ραβουλάς ασκήτευσε κοντά στην πύλη του Ρωμανού. Ο άγιος Πατάπιος εγκαταστάθηκε στην περιοχή των Βλαχερνών, στο Ξηρό Όρος, όπου ίδρυσε ονομαστή Μονή, η οποία έμεινε γνωστή ως Μονή των Αιγυπτίων. Η φήμη του διαδόθηκε σε όλη την Πόλη και γι’ αυτό τον ακολούθησαν πολλοί ζηλωτές του μοναχισμού, δημιουργώντας έτσι μια μεγάλη και σπουδαία αδελφότητα. Εκεί κήρυττε με θέρμη και πάθος την ανάγκη της σωτηρίας, η οποία επιτυγχάνεται με την ειλικρινή και εκ βαθέων μετάνοια. Πλήθος κατοίκων της Βασιλεύουσας συνέρρεαν στον άγιο ασκητή να ωφεληθούν από τα πύρινα κηρύγματά του. Χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν παρηγοριά και μεταστροφή της ζωής τους στο Χριστό από τα λόγια του Παταπίου.

  Στη Μονή αυτή έζησε όλη την υπόλοιπη ζωή του, με άσκηση και διακονία των αδελφών του. Δε γνωρίζουμε πόσα χρόνια έζησε. Επίσης δε γνωρίζουμε το χρόνο της κοίμησής του. Κοιμήθηκε ειρηνικά και τάφηκε στη Μονή του. Μετά την εκταφή του σκηνώματός του διαπιστώθηκε η αφθαρσία του. Μάλιστα συνοδεύτηκε και από την επιτέλεση πολλών θαυμάτων. Στα 536 καταστράφηκε από άγνωστη αιτία η Μονή. Ο συνασκητής του άγιος Βάρας διέσωσε το σκήνωμα του αγίου Παταπίου, το οποίο μετέφερε στη Μονή του, τη Μονή Πέτρας, όπου έμεινε σε αυτή ως τα χρόνια των Παλαιολόγων. Μάλιστα οι Παλαιολόγοι είχαν θέσει υπό την προστασία τους το τίμιο λείψανο. Μεγάλη τιμή απέδιδε σε αυτό η Αυγούστα Ελένη Παλαιολόγου, σύζυγος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και μητέρα του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Παρενθετικά αναφέρουμε πως η Ελένη Παλαιολόγου στα τέλη της ζωής της ασπάσθηκε το μοναχισμό και μας είναι γνωστή ως αγία Υπομονή.

  Μετά την πτώση της Βασιλεύουσας και τον ηρωικό θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (1453), από τους βάρβαρους Οθωμανούς, όσοι ευγενείς σώθηκαν από τις σφαγές εγκατέλειψαν την Πόλη. Μεταξύ αυτών ήταν και ο ανεψιός της αγίας Υπομονής, Αγγελής Νοταράς, ο οποίος έφυγε για την Ελλάδα. Μαζί του πήρε και το ιερό λείψανο του αγίου Παταπίου, να μην πέσει στα χέρια των αντιχρίστων κατακτητών. Κατέφυγε στην Κορινθία και έκρυψε τον πολύτιμο θησαυρό του σε μια απόκρημνη πλαγιά των Γερανίων Ορέων, πάνω από το σημερινό Λουτράκι. Το τοποθέτησε βαθιά σε σπήλαιο, όπου το εντοίχισε. Το δε σπήλαιο είχε μεταβάλει σε προσωπικό του ασκητήριο. Αν και μαρτυρίες λένε ότι πέριξ του σπηλαίου υπήρχε ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα.

  Αργότερα το ασκητήριο ερήμωσε και ξεχάστηκε η ύπαρξη εκεί του ιερού λειψάνου. Για τετρακόσια χρόνια το ιερό λείψανο έμεινε κρυμμένο στη σπηλιά, χωρίς να γνωρίζει κανένας την ύπαρξή του. Στα 1904 κάποιος ανακαλύφτηκε τυχαία από λειτουργό ιερέα, που τελούσε τη Θεία Λειτουργία στο σπήλαιο. Μαζί με το άφθορο και ευωδιάζον σκήνωμα του αγίου Παταπίου βρέθηκε και η τίμια κάρα της αγίας Υπομονής. Όμως δυστυχώς πιστοί κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να τεμαχίζουν το ιερό λείψανο και να παίρνουν για φυλακτό κομμάτια του. Ο ευλαβής ιερέας από το Λουτράκι Κωνσταντίνος Σουσάνης, ζήτησε την άδεια του επισκόπου και πήρε στο σπίτι του το λείψανο του αγίου, να το προστατέψει από τους βάνδαλους πιστούς. Στα 1952 ο ιερέας Νεκτάριος Μαρμαρινός, ίδρυσε πέριξ του σπηλαίου, Ιερά Μονή και φρόντισε την επιστροφή του ιερού λειψάνου στον τόπο της ευρέσεώς του. Η επίσημη ίδρυση της Μονής έγινε την 1η Αυγούστου 1952, από τον τότε Μητροπολίτη Κορινθίας Προκόπιο Τζαβάρα. Πρώτη δε ηγουμένη έγινε η γερόντισσα Συγκλητική. Η αδελφότητα της Μονής φρόντισε τα τελευταία χρόνια να κτιστεί, στον κακοτράχαλο και απόκρημνο τόπο εντυπωσιακό συγκρότημα, του καθολικού, των παρεκκλησίων, κελιών και άλλων χώρων.

  Η ιερά Μονή δεσπόζει σήμερα στα νοτιοδυτικά Γεράνια Όρη, 650 μέτρα πάνω από τη θάλασσα και την πασίγνωστη λουτρόπολη του Λουτρακίου. Αποτελείται από σαράντα περίπου μοναχές, οι οποίες επιτελούν ένα σπουδαίο πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο. Χιλιάδες είναι οι προσκυνητές, που συρρέουν όλες τις εποχές στην Ιερά Μονή για να δοξάσουν το Θεό, να τιμήσουν τον άγιο Πατάπιο και να προσκυνήσουν το χαριτόβρυτο λείψανό του, το οποίο επιτελεί πάμπολλα θαύματα, σε όσους τον επικαλούνται με πίστη και ευλάβεια. Ιδιαίτερα θεραπεύει τη νόσο του καρκίνου. Η μνήμη του τιμάται στις 8 Δεκεμβρίου.

Ἀπολυτίκιον

(Ἦχος γ΄ Θείας πίστεως)

  Θείας κλήσεως, ἰχνηλατήσας, ἐκ νεότητος, τάς ἐπιδόσεις, δι΄ ἀσκήσεως τῷ κόσμῳ ἐξέλαμψας· καί δοξασθείς ἀπαθείας τοῖς χάρισι, πάθη ποικίλα ἰᾶσαι Πατάπιε. Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Μεγαλυνάριον

  Βίον θεοτύπωτον ἐκ παιδός, Πάτερ ἀγαπήσας, ἐξενώθης τῶν γεηρῶν· ὅθεν ὠκειώθης, τῷ ξένοις θαυμασίοις, Πατάπιε πλουσίως σέ μεγαλύναντι.

Previous Article

9 Δεκεμβρίου

Next Article

7 Δεκεμβρίου