«ΕΙΣΠΗΔΗΣΙΣ» ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΕΙΣ ΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ;

Του κ. Γεωργίου  Τραμπούλη, θεολόγου

Η πικρία του πρώην υπουργού Παιδείας κ. Ν. Φίλη για την αποπομπή του από τον υπουργικό θώκο είναι αυτή που τον έχει αναγάγει ως κύριο συντονιστή της προσπάθειας του ΣΥΡΙΖΑ να προβή στον χωρισμό των δύο θεσμών, της Εκκλησίας και της Πολιτείας αλλά και των συζητήσεων που οργανώνονται για την Συντα­γματική αναθεώρηση. Έτσι πριν μερικές ημέρες ο πρώην υπουργός παραβρέθηκε σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε από την Νομαρχιακή Επιτροπή του αριστερού κυβερνώντος κόμματος στα Βόρεια προάστια και μάλιστα με την παρουσία και άλλων υπουργών και κυβερνητικών αξιωματούχων. Ο κ. υπουργός, όπως αναφέρθηκε σε δημοσιεύματα, ήταν ιδιαίτερα επιθετικός κατά της Εκκλησίας με χαρακτηρισμούς πολύ αιχμηρούς και προκλητικούς, μάλιστα έκανε λόγο για «εργαλειοποίηση της θρησκείας ως δείκτη της εθνικής ταυτότητας». Πρέπει όμως να ομολογήσουμε ότι η ομιλία του κ. Φίλη ήταν πολύ εδιαφέρουσα, αφού μέσα από αυτήν γίνεται αντιληπτό το πως αντιλαμβάνεται την σχέση Εκκλησίας, Πολιτείας και γενικότερα την θέση της Εκκλησίας στο σύγχονο Ελληνικό Κράτος, αφού έχει άποψη για την Σύνοδο στο Κολυμπάρι, την παπική «εκκλησία» ακόμα και για τους «ταπεινούς λευΐτες, τους λαϊκούς παπάδες, οι οποί­οι υπόκεινται στο καθεστώς της δεσποτοκρατίας», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε!
Επεσήμανε πως «η διαμόρφωση διακριτών ρόλων μεταξύ Κράτους-Εκκλησίας είναι προς το συμφέρον και των δύο πλευρών, δηλαδή εν τέλει προς το συμφέρον της κοινωνίας». Ο κ. υπουργός όμως ξέρει ότι οι ρόλοι των δύο θεσμών ήσαν και είναι πάντοτε απόλυτα διακριτοί, δηλαδή κάθε εκκλησιαστικός και πολιτικός αξιωματούχος ασκεί ένα συγκεκριμένο λειτούργημα μέσα στην ελληνική κοινωνία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είτε ο εκκλησιαστικός είτε ο πολιτικός αξιωματούχος δεν έχει την δυνατότητα να εκφέρη λόγο σε ο,τι συμβαίνει στην κοινωνία, αφού τόσο ο εκκλησιαστικός αξιωματούχος είναι έλληνας πολίτης όσο και ο πολιτικός είναι βαπτισμένος χριστιανός. Και μάλιστα την στιγμή που το Σύνταγμα δίνει την δυνατότητα σε κάθε Έλληνα πολίτη να ασκή ουσιαστικό έλεγχο.
Ο κ. Φίλης σε άλλο σημείο του λόγου του ανέφερε ότι «Η διαιώνιση του καθεστώτος της πολιτευομένης Εκκλησίας και του θρησκευομένου Κράτους, καθηλώνει την δημόσια ζωή σε συμπεριφορές που αμφισβητούν πλευρές της δημοκρατικής λειτουργίας και του πλουραλισμού». Ο συγκεκριμένος λόγος έχει καθαρά προπαγανδιστικό χαρακτήρα και πρέπει ο πρώην υπουργός και οι ομόφρονές του να αντιληφθούν ότι το Νεοελληνικό Κράτος δεν είναι ένα Δυτικό-ευρωπαϊκό κράτος, στο οποίο ισχύει η δυτικοευρωπαϊκή πολιτειακή πραγματικότητα, όπου επιβάλλεται η άνευ όρων και ολοκληρωτική υποταγή της Εκκλησίας στην πολιτική εξουσία. Το Νεοελληνικό κράτος είναι απόρροια της επαναστάσεως του 1821, όπου ο λαός αυτού του τόπου έχοντας μία βαθειά και σταθερή πίστη προς τον Τριαδικό Θεό και αγάπη προς την Πατρίδα του ξεσηκώθηκε μαζί με την Εκκλησία, η οποία για πέντε εκατονταετίες ήταν αυτή που διατήρησε την εθνική, την πολιτιστική και την θρησκευτική ακεραιότητα αλλά και ταυτότητα του Γένους. Αυτή η σχέση Εκκλησίας και λαού αποτυπώθηκε και στα συντα-γματικά κείμενα της Επιδαύρου, του Άστρους αλλά και της Τροιζήνας, όπου προέτασσαν ως προοίμιο το «όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», ένα προοίμιο το οποίο διατήρησε ο νομοθέτης και στα μετέπειτα Συντάγματα αλλά και στις Αναθεωρήσεις.
Ο πρώην υπουργός υποστηρίζει ότι «Η επίκληση αυτή (το προοίμιο) μπορεί να μη έχει καμία άμεση συνταγματική αξία, λανθάνει όμως η συμβολική σημασία της. Το επιχείρημα πως πρόκειται για ανενεργό κατάλοιπο των Συνταγμάτων της Επανάστασης του 1821 δεν δικαιολογεί την διαιώνιση. Το Σύνταγμα θεμελιώνεται “εις το όνομα του Λαού”, αν κρίνουμε από την διάταξη του άρθρου 1 του Συντάγματος. Δεν χρειάζεται καμία άλλη νομιμοποίηση, πόσο μάλλον υπερβατικού χαρακτήρα». Ο κ. Φίλης πρέπει να γνωρίζη ότι οι λόγοι αυτοί αποτελούν ύβριν τόσο προς τους αγωνιστές του 1821 όσο και προς τον λαό, για τον οποίο κόπτεται. Ο πιστός λαός είναι η πλειοψηφία αυτού του τόπου και ο κ. Φίλης και οι ομοϊδεάτες του το γνωρίζουν πολύ καλά, για αυτό αποφεύγουν να προβούν σε δημοψηφίσματα. Βέβαια και οι λαοσυνάξεις οι οποί­ες πραγματοποιήθηκα το απέδειξαν. Η εργασία την οποία έχει να φέρη εις πέρας, ο πρώην υπουργός, αποτελεί μία συνέχεια που έχει ως πρωτεργάτες τους δυτικόπληκτους Έλληνες, οι οποίοι ήλθαν στην Ελλάδα από την Εσπέρια από το δεύτερο κιόλας χρόνο της επαναστάσεως. Σκοπός τους ήταν και είναι τότε και τώρα να παραμερίσουν το ρωμαίικο, την Εκκλησία, όπου κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία συμπορεύονται σε μία σχέση συναλληλίας και ισότητας, σε μία σχέση αλληλοελέγχου των δύο εξουσιών, αφού μόνο η Εκκλησία έχει λόγο για κάθε τι που διαμορφώνει την ψυχή του πολίτη. Για αυτό και ο κ. Φίλης δήλωσε ότι «Πρόκειται για μία ιδιότυπη εισπήδηση του εκκλησιαστικού-θρησκευτικού στοιχείου στο κοσμικό –πολιτικό πλαίσιο». Όμως την εισπήδηση δεν την έχει κάνει η Εκκλησία, αλλά η Πολιτεία, η οποία νομίζει ότι μπορεί να έχη λόγο ακόμα και για την ψυχή του ανθρώπου. Αλλά η διαποίμανση της ψυχής του πολίτη είναι καθαρά εργασία της Εκκλησίας, αλλοίμονο εάν ήταν του Καίσαρος. Βέβαια η διαποίμανση δεν επιτυγχάνεται μόνο με τον Κυριακάτικο εκκλησιασμό, διαποίμανση είναι ο λόγος της για κάθε τι που αφορά την σωτηρία της ψυχής, από το μάθημα των Θρησκευτικών στο σχολείο, έως την πιο δευτερεύουσα νομοθετική ρύθμιση, η οποία θα στοχεύη στην περιφρούρηση της πνευματικής ζωής του πολίτη. Ο πρώην υπουργός μίλησε και για το ζηλωτικό φαινόμενο μέσα στην Εκκλησία, λέγοντας «Φαινομένων, που πρόσφατα έφτασαν στο σημείο να αντιμετωπίζουν την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία ως αίρεση, αμφισβητώντας την υπόστασή της ως εκκλησία». Δηλαδή, ο κ. Φίλης επιτρέπει στον εαυτό του να εκφέρη γνώμη, εάν είναι αίρεση ο παπισμός, ενώ αρνεί­ται στην Εκκλησία να έχη γνώμη για το μάθημα των Θρησκευτικών. Εάν δεν είναι αυτό «φασιστική» νοοτροπία τότε τι είναι;
Επίσης ο πρώην υπουργός καταφέρθηκε για άλλη μία φορά κατά του όρου “επικρατούσα θρησκεία”, λέγοντας «Τα περί επικρατούσας θρησκείας, όπως δέχονται όλοι οι συνταγματολόγοι, συνιστούν διαπιστωτική και όχι ρυθμιστική διάταξη». Δεν γνωρίζουμε εάν ο όρος “επικρατούσα θρησκεία” στο Ελληνικό Σύνταγμα έχει ρυθμιστικό η διαπιστωτικό προσανατολισμό, όμως πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο όρος αυτός υποδεικνύει αντικειμενικά τόσο την αριθμητική υπεροχή των οπαδών της επικρατούσας θρησκείας, δηλαδή των ορθοδόξων χριστιανών μέσα στην ελληνική επικράτεια, όσο και την αναγνώριση, όπως τότε έτσι και τώρα, του νομοθέτη να υποδείξη την ευαισθησία του προς τους ιστορικούς δεσμούς του Ελληνικού Έθνους με την Ορθόδοξη Εκκλησία, έστω και με την μορφή μιας απλής τυπικής αναγνωρίσεως του ρόλου της μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι -και τότε (επανάσταση 1821) αλλά και τώρα (την κοινωνική της προσφορά)-.
Μεταξύ των παρευρισκομένων στην εκδήλωση, όπου μίλησε ο κ. Φίλης, ήταν και δύο Μητροπολίτες, δηλαδή δύο Επίσκοποι, δύο εκπρόσωποι της Εκκλησίας που είχαν θέση σκοπού. Υποχρέωσή τους ήταν να περιφρουρήσουν, να καταγγείλουν, να προφυλάξουν. Δεν ξέρουμε εάν έγινε αυτό. Εάν έγινε, τους συγχαίρουμε. Εάν δεν έγινε, ταπεινά πιστεύουμε ότι, όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανταπεξέλθη στις υποχρεώσεις του, καλό θα είναι τουλάχιστον να απέχη από τέτοιες εκδηλώσεις, οι οποίες υβρίζουν τόσο το όνομα του Θεού όσο και την Πατρίδα.

Παντοκράτορας