ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • 16 Σεπτεμβρίου

     

    ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

    Γαλ. ς΄ 2-10

       2 Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ. 3 εἰ γὰρ δοκεῖ τις εἶναί τι μηδὲν ὤν, ἑαυτὸν φρεναπατᾷ. 4 τὸ δὲ ἔργον ἑαυτοῦ δοκιμαζέτω ἕκαστος, καὶ τότε εἰς ἑαυτὸν μόνον τὸ καύχημα ἕξει καὶ οὐκ εἰς τὸν ἕτερον· 5 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον φορτίον βαστάσει. 6 Κοινωνείτω δὲ ὁ κατηχούμενος τὸν λόγον τῷ κατηχοῦντι ἐν πᾶσιν ἀγαθοῖς. 7 Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει· 8 ὅτι ὁ σπείρων εἰς τὴν σάρκα ἑαυτοῦ ἐκ τῆς σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ δὲ σπείρων εἰς τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον. 9 τὸ δὲ καλὸν ποιοῦντες μὴ ἐκκακῶμεν· καιρῷ γὰρ ἰδίῳ θερίσομεν μὴ ἐκλυόμενοι. 10 Ἄρα οὖν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας, μάλιστα δὲ πρὸς τοὺς οἰκείους τῆς πίστεως.

     

    Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

       2 Διὰ νὰ ἀσφαλίζεσθε δὲ ἀπὸ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ πειραχθῆτε καὶ σεῖς, ὑπομένετε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τὰς ἐνοχλήσεις, ποὺ σᾶς γίνονται ἀπὸ τὰ ἐλαττώματά του καὶ τὰς ἐλλείψείς του, καὶ ἔτσι μὲ τὴν ὑπομονητικὴν αὐτὴν ἀνοχὴν ἐκπληρώσατε τελείως τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τὴν ἐντολὴν τῆς ἀγάπης. Ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ὑπομένει φιλαδέλφως τὴν ἀδυναμίαν τοῦ πλησίον, δὲν συναισθάνεται ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸς ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἔχει μεγάλην ἰδέαν διὰ τὸν ἑαυτόν του. Ἡ ἰδέα του ὅμως αὐτὴ εἶναι ψευδής. 3 Διότι, ἐὰν νομίζῃ κανείς, ὅτι εἶναι κάτι, αὐτὸς μὲ τὴν ἰδέαν του αὐτὴν χάνει κάθε ἀξίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· εἶναι μηδὲν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐξαπατᾷ λοιπὸν τὸν ἑαυτόν του. 4 Διὰ νὰ μὴ καταντᾷ δὲ κανεὶς εἰς τέτοιο ἀπατηλὸν καὶ ψεύτικον διὰ τὸν ἑαυτόν του φρόνημα, ἂς ἐξετάζῃ καλὰ ὁ καθένας τὰ ἔργα του, ἂν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ τότε, ὅταν θὰ εὕρῃ τὰ πράγματα θεάρεστα, θὰ ἔχῃ τὸν λόγον τῆς καυχήσεώς του ἀποβλέπων εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον καὶ ὄχι εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἄλλου. 5 Διότι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως ὁ καθενὰς θὰ βαστάσῃ τὸ φορτίον ὄχι τῶν ξένων, ἀλλὰ τῶν ἰδικῶν του ἁμαρτιῶν. 6 Ἂς σᾶς δώσω τώρα καὶ μερικὰς ὁδηγίας καὶ συμβουλὰς, διὰ νὰ κλείσω μὲ αὐτὰς τὴν ἐπιστολή μου. Ἐκεῖνος ποὺ διδάσκεται καὶ κατηχεῖται τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, ἂς κάνῃ μέτοχον εἰς ὅλα τὰ ἀγαθά του τὸν κατηχητὴν διδάσκαλόν του. 7 Μὴ πλανᾶσθε. Ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως δὲν ἐξαπατᾶται, οὔτε ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν ἐμπαίξῃ. Διότι ἐκεῖνο, ποὺ θὰ σπείρῃ ὁ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θὰ θερίσῃ. 8 Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σπείρει σὰν εἰς ἄλλο χωράφι εἰς τὴν σάρκα του καὶ ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τὰς ἐπιθυμίας αὐτῆς, αὐτὸς ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς σαρκὸς θὰ θερίσῃ φθορὰν καὶ κόλασιν αἰώνιον. Ἐκεῖνος δὲ πάλιν, ποὺ ἐργάζεται ἔτσι, ὥστε τὰ ἔργα του νὰ εἶναι καρπὸς τοῦ Πνεύματος, αὐτὸς ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Πνεύματος θὰ θερίση ζωὴν αἰώνιον. 9 Ἂς μὴ ἀπαυδίζωμεν δέ, ὅταν κάνωμεν τὸ καλόν. Διότι εἰς καιρὸν ὡρισμένον θὰ θερίσωμεν τοὺς καρποὺς τῶν κόπων μας, ἐὰν δὲν ἀποκάμωμεν τώρα, ἀλλ’ εἴμεθα ἀκούραστοι εἰς τὸ ἀγαθόν. 10 Συνεπῶς, ἕως ὅτου εὑρισκόμεθα εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, ποὺ μόνον εἰς αὐτὴν ἔχομεν καιρὸν πρὸς ἀγαθοεργίαν, ἂς ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς ὅλους, μάλιστα δὲ πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ πίστις μας τοὺς κατέστησεν οἰκείους καὶ ἀδελφούς.

     

     

    ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

    Μρ. ζ΄ 14-24

       14 Καὶ προσκαλεσάμενος πάντα τὸν ὄχλον ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀκούετέ μου πάντες καὶ συνίετε. 15 οὐδέν ἐστιν ἔξωθεν τοῦ ἀνθρώπου εἰσπορευόμενον εἰς αὐτὸν ὃ δύναται αὐτὸν κοινῶσαι, ἀλλὰ τὰ ἐκπορευόμενά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον. 16 εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω. 17 Καὶ ὅτε εἰσῆλθεν εἰς οἶκον ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ἐπηρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ περὶ τῆς παραβολῆς. 18 καὶ λέγει αὐτοῖς· οὕτω καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοί ἐστε; οὔπω νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ ἔξωθεν εἰσπορευόμενον εἰς τὸν ἄνθρωπον οὐ δύναται αὐτὸν κοινῶσαι; 19 ὅτι οὐκ εἰσπορεύεται αὐτοῦ εἰς τὴν καρδίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν κοιλίαν, καὶ εἰς τὸν ἀφεδρῶνα ἐκπορεύεται, καθαρίζον πάντα τὰ βρώματα. 20 ἔλεγε δὲ ὅτι τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. 21 ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, 22 κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· 23 πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. 24 Καὶ ἐκεῖθεν ἀναστὰς ἀπῆλθεν εἰς τὰ μεθόρια Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ εἰσελθὼν εἰς οἰκίαν οὐδένα ἤθελε γνῶναι, καὶ οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν.

     

    Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

       14 Καὶ ἀφοῦ προσεκάλεσεν ὅλον τὸν λαόν, τοὺς εἶπεν· Ἀκούσατε ὅλοι αὐτό, ποὺ θὰ εἴπω καὶ προσέξατε νὰ τὸ καταλάβετε. 15 Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπὸ ὅσα παίρνει ἀπ’ ἔξω ὁ ἄνθρωπος, καὶ εἰσάγει μέσα του διὰ τῆς τροφῆς, τὸ ὁποῖον μπορεῖ νὰ τὸν κάμῃ βέβηλον καὶ θρησκευτικῶς ἀκάθαρτον. Ἀλλ’ ἐκεῖνα, ποὺ βγαίνουν ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὴν μολυσμένην καρδίαν του, ἐκεῖνα εἶναι ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπον ἀκάθαρτον καὶ βέβηλον. 16 Ὅποιος ἔχει φωτισμένον νοῦν καὶ αὐτιὰ πνευματικά, ποὺ ἀκούουν μὲ ἐνδιαφέρον καὶ συγχρόνως κατανοοῦν αὐτὰ ποὺ λέγω, ἂς ἀκούῃ. 17 Καὶ ὅταν ἔφυγεν ἀπὸ τὸ πλῆθος καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὸ σπίτι, τὸν ἠρώτησαν οἱ μαθηταὶ διὰ τὴν σημασίαν τοῦ ἀσαφοῦς καὶ δυσκολονοήτου λόγου, ποὺ εἶπε. 18 Καὶ λέγει εἰς αὐτούς· Ἔτσι σὰν τὸ πολὺ πλῆθος εἶσθε καὶ σεῖς ἀνίκανοι νὰ ἐννοήσετε τὴν ἀλήθειαν, ποὺ εἶπα; Δὲν καταλαβαίνετε ἀκόμη, ὅτι κάθε τι, ποὺ ἀπ’ ἔξω εἰσάγεται διὰ τοῦ στόματος μέσα εἰς τὸν ἄνθρωπον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν μολύνῃ καὶ νὰ τὸν κάμῃ βέβηλον θρησκευτικῶς; 19 Δὲν ἠμπορεῖ δὲ νὰ τὸν κάμῃ βέβηλον, διότι δὲν πηγαίνει τοῦτο μέσα εἰς τὴν καρδίαν καὶ τὸν ἐσωτερικὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ πηγαίνει εἰς τὴν κοιλίαν καὶ τὸ περιττὸν καὶ ἄχρηστον μέρος τοῦ φαγητοῦ ἀποβάλλεται εἰς τὸν κοπρῶνα καὶ ἔτσι ἀφίνει καθαρὰ ὅλα τὰ φαγητά, ποὺ συνεκράτησεν ὁ ὀργανισμός. 20 Ἔλεγε δὲ ὅτι ἐκεῖνο ποὺ βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἐκεῖνο μολύνει καὶ κάνει βέβηλον τὸν ἄνθρωπον. 21 Διότι ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδίαν τῶν ἀνθρώπων βγαίνουν αἱ κακαὶ σκέψεις καὶ ἀποφάσεις, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, 22 κλοπαί, παντὸς εἴδους ἀδικίαι, ποὺ προέρχονται ἐκ τῆς πλεονεξίας, μοχθηρίαι καὶ κακίαι, ἀπάται, ἠθικὴ παραλυσία καὶ ἀκράτεια, μάτι φθονερὸν καὶ κακόν, βλασφημία, ὑπερηφάνεια, τρέλλα καὶ ἀμυαλοσύνη, ποὺ τὴν γεννᾷ ὁ σκοτισμὸς τῆς ἁμαρτίας. 23 Ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ βγαίνουν ἀπὸ μέσα, διότι εἰς τὴν καρδίαν κατ’ ἀρχὰς φυτρώνουν ὡς λογισμοὶ καὶ ἐπιθυμίαι καὶ ἀποφάσεις, καὶ αὐτὰ κάνουν ἀκάθαρτον τὸν ἄνθρωπον. 24 Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ σύνορα τῆς Τύρου καὶ Σιδῶνος· καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκεν εἰς τὸ σπίτι, ποὺ ἐξέλεξε πρὸς διαμονὴν του, δὲν ἤθελε νὰ γίνῃ γνωστόν, ὅτι ἦλθεν ἐκεῖ ἄλλα δὲν ἠμπόρεσε νὰ κρυβῇ.

     

     

    ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

    ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΦΗΜΙΑ

        Στίς 16 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος καί πανευφήμου Εὐφημίας. Ἡ ἁγία Εὐφημία ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Διοκλητιανοῦ, καταγόταν ἀπό τήν Χαλκηδόνα, ἀπό γονεῖς πλούσιους καί εὐσεβεῖς, οἱ ὁποῖοι τῆς δίδαξαν τήν πίστη. Τήν ἐποχή ἐκείνη ἀνθύπατος τῆς Ἀσίας ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης Πρίσκος, ὁ ὁποῖος εἶχε προστάξει νά θυσιάσουν οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας τῆς Χαλκηδόνας στόν ψεύτικο θεό Ἄρη. Γιά τόν λόγο αὐτό οἱ χριστιανοί κρυβόντουσαν, ὅταν ὅμως συνελήφθηκε ἡ ἁγία Εὐφημία μαζί μέ ἄλλους χριστιανούς καί ὁδηγήθηκαν στόν ἡγεμόνα ὁμολόγησαν μέ πολύ θάρρος τήν πίστη τους, μέ ἀποτέλεσμα νά τούς δείρουν γιά εἴκοσι ἡμέρες τόσο σκληρά πού οἱ δήμιοι ἔπεσαν στήν γῆ ἡμιθανεῖς. Ὅταν τούς ἀποφυλάκισαν ἡ ἁγία παρά τούς βασανισμούς ἔλαμπε ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ· ὅμως καί πάλι τήν κτύπησαν στό πρόσωπο μέ ὠμά δέρματα καί τήν ξαναφυλάκισαν. Κατόπιν τήν ὁδήγησαν στόν ἀνθύπατο, ὁ ὁποῖος διέταξε νά συντρίψουν τό σῶμα της μέ τροχούς, ἡ χάρις ὅμως τοῦ Θεοῦ τήν διατήρησε ἀβλαβῆ. Ἔτσι ὁ Πρίσκος διέταξε νά τήν ρίξουν σέ μία ἀναμμένη κάμινο, ὅμως ἄγγελος Κυρίου τήν προστάτευσε καί μάλιστα οἱ ὑπηρέτες πού τήν ὁδήγησαν στήν κάμινο βλέποντας τό θαῦμα πίστευσαν στόν Χριστό καί βρῆκαν μαρτυρικό θάνατο. Κατόπιν τήν ἔρριξαν σέ ἕνα λάκκο μέ νερό γεμάτο μέ σαρκοβόρα θηρία τῆς θάλασσας πού καί πάλι ἔμεινε ἀβλαβής. Μετά τήν ἔρριξαν σέ ἄλλο λάκκο στρωμένο μέ αἰχμηρά σουβλιά, ἀπό τά ὁποῖα διατηρήθηκε ὑγιής. Ἔπειτα τήν πριόνισαν καί τήν ἔκαψαν σέ τηγάνια πυρωμένα, ὅμως ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τήν προστάτευσε. Τέλος τήν ἔδωσαν σέ ἄγρια θηρία, ὅπου ἡ ἁγία παρέδωσε τό πνεῦμα της στόν Κύριο μετά ἀπό ἕνα δάγκωμα ἀπό ἀρκούδα. Τό ἅγιο λείψανό της οἱ γονεῖς της τό ἐνταφίασαν κοντά στήν Χαλκηδόνα μέ πολύ εὐλάβεια.

     

    Ἀπολυτίκιον

    (Ἦχος γ΄ . Τὴν ὡραιότητα.)

    Τῷ θείῳ ἔρωτι, Λαμπρῶς ἀθλήσασα, εἰς ὀσμὴν ἔδραμες, Χριστοῦ πανεύφημε, οἴα νεᾶνις παγκαλλής, καὶ Μάρτυς πεποικιλμένη, ὅθεν εἰσελήλυθας, εἰς παστάδα οὐράνιον, κόσμῳ διανέμουσα, ἰαμάτων χαρίσματα, καὶ σώζουσα τοὺς σοὶ ἐκβοῶντας, χαίροις θεόφρον Εὐφημία.

    Μεγαλυνάριον

    Εὔφημόν σε αἶνον καί ἱερόν, πανεύφημε Μάρτυς, ἀναμέλπωμεν εὐπρεπῶς· σύ γάρ Εὐφημία, ἐμπρέψασα εὐφήμως, τῷ Λόγῳ ἐδοξάσθῃς ὡς καλλιπάρθενος.

  •