Επιστολή του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως απάδουσα προς την παράδοσιν του Πατριαρχείου

Αριθμ. Πρωτ. 1153
Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος, εν Χριστώ τω Θεώ λίαν αγαπητέ και περιπόθητε αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών Μετριότητος κύριε Ιερώνυμε, Πρόεδρε της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Υμετέραν σεβασμίαν Μακαριότητα αδελφικώς εν Κυρίω κατασπαζόμενοι, υπερήδιστα προσαγορεύομεν.
Τυγχάνει πανθομολογούμενον, ότι η Αγία ημών Ορθόδοξος Εκκλησία, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική, αποφαίνεται και αποφασίζει τα κατά το δόγμα και το πολίτευμα αυτής εν Ιεραίς Συνόδοις, τοπικαίς, ευρυτέραις, Μείζοσιν η Αγίαις και Μεγάλαις, και εν Οικουμενικαίς, αι δε δια της επικλήσεως και εν Πνεύματι Αγίω λαμβανόμεναι Συνοδικαί αποφάσεις αποτελούσι μίαν φωνήν, ως αποφαίνεται και ο Ιερός Χρυσόστομος, γράφων ότι «μίαν εν Εκκλησία, δει φωνήν είναι αεί» (Εις Α’ Κορινθίους ΛΣΤ , P.G. 61, 3315).
Της εκκλησιολογικής ταύτης και κανονικής αρχής του συνοδικώς διασκέπτεσθαι και αποφαίνεσθαι ούσης του ακρογωνιαίου λίθου της ζωής και της εν τω κόσμω σωτηριώδους αποστολής και μαρτυρίας της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, επικοινωνούμεν προς την Υμετέραν λίαν ημίν αγαπητήν και περισπούδαστον Μακαριότητα και την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος και, εν τη ευθύνη ημών ως του Οικουμενικού Πατριάρχου και του Προέδρου της εν Κρήτη συνελθούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, και ως φύλακος του Δόγματος και της κανονικής εν τη κατά Ανατολάς Εκκλησία τάξεως, τιθέμεθα υπό την προσοχήν Υμών τον ακόλουθον προσωπικόν ημών και της περί ημάς Αγίας και Ιεράς Συνόδου της Μητρός Εκκλησίας σοβαρόν προβληματισμόν.
Περιέρχονται καθ’ ημέραν εις το καθ’ ημάς Οικουμενικόν Πατριαρχείον και εις την ημετέραν Μετριότητα προσωπικώς εκ διαφόρων πηγών πληροφορίαι ότι ο Πρωτοπρεσβύτερος κ. Θεόδωρος Ζήσης και οι συν αυτώ ομόφρονες κληρικοί και λαϊκοί, δια του διαδικτύου και των διαφόρων μέσων γενικής ενημερώσεως, περιερχόμενοι δε και διαφόρους αδελφάς Ορθοδόξους Εκκλησίας, προσκαλούσι τους αδελφούς Προκαθημένους και τους ποιμένας, αλλ’ ιδιαιτέρως τον ευσεβή Ορθόδοξον Λαόν, εις ανταρσίαν και αμφισβήτησιν των αποφάσεων της εν Κρήτη εν ευλογίαις και εν επιτυχίαις συνελθούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, η εις τας εργασίας της οποίας συμβολή της Υμετέρας προσφιλούς Μακαριότητος και της Αντιπροσωπίας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος υπήρξεν οικοδομητική και συντελεστική της σημειωθείσης επιτυχίας.
Και ως να μη ήρκει το διαβρωτικόν συνειδήσεων και προκαλούν σκανδαλισμόν ανίερον έργον των ευαρίθμων τούτων κληρικών και λαϊκών εν τω κλίματι της Αγιωτάτης εκκλησίας της Ελλάδος, αι πληροφορίαι αύται, μη διαψευσθείσαι μέχρι σήμερον υπό τινος, αναφέρουσιν ότι ήδη αντιπροσωπία υπό τον μνημονευθέντα ανωτέρω κληρικόν επεσκέφθη τας Αγιωτάτας Ορθοδόξους Εκκλησίας της Βουλγαρίας και της Γεωργίας, καθώς και την εκκλησιαστικήν Επαρχίαν της Μολδαβίας, και προέβη εις αναστάτωσιν του εκείσε πληρώματος, γενομένη ατυχώς δεκτή και υπό αδελφών Προκαθημένων και Ιεραρχών των ειρημένων Εκκλησιών. Επί πλέον, η ομάς αυτή, κατά τας αυτάς πληροφορίας πάντοτε ενεφάνισεν εαυτήν κατά την παρουσίαν αυτής εν Γεωργία ως μεταφέρουσαν την συνείδησιν του πληρώματος της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Συμμερίζεται ασφαλώς και η Υμετέρα Μακαριότης και η Ιερά Σύνοδος της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, ότι τα σκοπίμως και ανιέρως διαθρυλούμενα και διαδιδόμενα υπό των εν λόγω κληρικών και λαϊκών αποτελούσι, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, «ψυχών δηλητήρια […] άπερ αι […] μήνιγγες» των ειρημένων «εκβοώσι πολυφάνταστοι ούσαι δια το πάθος» (Επιστολή 210, Τοις κατά Νεοκαισάρειαν λογιωτάτοις] R.G. 32] 777Α). Άλλωστε, «το σχίσαι Εκκλησίαν, και φιλονείκως διατεθήναι, και διχοστασίας εμποιείν και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν, ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον, και πολλήν έχει την τιμωρίαν» (Ιερού Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων Γ’, R.G., 48, 872).
Ατυχώς, την συμπήξασαν μέτωπον κατά της κανονικής Εκκλησίας και των αποφάσεων της εν Κρήτη συνελθούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου γνωστήν ομάδα ενισχύουσι, δια της στάσεως αυτών, και αδελφοί Ιεράρχαι της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, δια της γραφίδος και του ευκαίρως – ακαίρως εκφερομένου, προ και μετά την σύγκλησιν της Μεγάλης Συν­όδου, επί παντός του επιστητού ακρίτου λόγου αυτών, ως επί παραδείγματι οι Ιερώτατοι Μητροπολίται Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιος και Πειραιώς κ. Σεραφείμ. Οι ούτως ενεργούντες λησμονούσιν ασφαλώς ότι «τα συνοδικώς σκεπτόμενα και διαγινωσκώμενα, των κατά μόνας γνωματευομένων κρείττονά εισι και επικρατέστερα» (Ιωάννου του Κίτρου, Αποκρίσεις προς Κωνσταντίνον αρχιεπίσκοπον Δυρραχίου τον Καβάσιλαν, Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών κανόνων» Ε’ τόμος, σελ. 403).
Όθεν, παρακαλούμεν την Υμετέραν Μακαριότητα και την περί Αυτήν Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, της μετασχούσης της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και συναποφασισάσης και συνυπογραψάσης πάντα τα Συνοδικά κείμενα όπως, εις εφαρμογήν της αποφάσεως της Συνόδου ταύτης, καθ’ ην τα κείμενα ταύτα τυγχάνουσι δεσμευτικά δια πάντας τους Ορθοδόξους πιστούς, κληρικούς και λαϊκούς (βλ. Κανονισμόν Οργανώσεως και Λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, άρθρον 13, παρ. 2), λάβητε τα προσήκοντα μέτρα και προβήτε εις τας δεούσας συστάσεις προς τους ειρημένους κληρικούς και προς τα συγκεκριμένα στελέχη, ίνα παύσωσι να ενεργώσιν αντιεκκλησιαστικώς και αντικανονικώς, να σκανδαλίζωσι ψυχάς, «υπέρ ων Χριστός απέθανε», και να προκαλώσι προβλήματα εις την ενιαίαν Ορθόδοξον Εκκλησίαν.
Καλώς γιγνώσκοντες οι πάντες, ότι «ουδέν ούτω παροξύνει τον Θεόν, ως το Εκκλησίαν διαιρεθήναι» (Ιερός Χρυσόστομος, Προς Εφεσίους ΙΑ , P.G. 62, 85), ως ατυχώς συμβαίνει δια της συμπεριφοράς των ειρημένων, ουδεμίαν αμφιβολίαν έχομεν ότι η Υμετέρα Μακαριότης και η Ιερά Σύνοδος της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος θέλετε ενεργήσει το δέον, κατά την κανονικήν ακρίβειαν, και προβή εις τας δεούσας προς τους ειρημένους κληρικούς και λαϊκούς εκκλησιαστικάς συστάσεις και προτροπάς, ίνα μη δίδωσιν αφορμάς εις «σκάνδαλα», επί απειλή επιβολής, εν περιπτώσει μη ανανήψεως, των προβλεπομένων υπό των Θείων και ιερών κανόνων κυρώσεων, προς θεραπείαν των δια της συμπεριφοράς αυτών προκαλουμένων εις το σώμα της Εκκλησίας μωλώπων.
Προς τούτοις, ωσαύτως παρακαλούμεν θερμώς την Υμετέραν Μακαριότητα όπως επιστήση ιδιαιτέρως την προσοχήν των προκαλούντων δια δηλώσεων και εγκυκλίων αυτών αναστάτωσιν εις τον λαόν του Θεού αδελφών Ιεραρχών της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, ως των ανωτέρω ρηθέντων Μητροπολιτών Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και Πειραιώς, συν τη δηλώσει ότι, εάν δεν ανανήψωσι και δεν έλθωσιν εις εαυτούς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον θέλει αντιμετωπίσει το δημιουργούμενον πρόβλημα δια της διακοπής της εκκλησιαστικής και μυστηριακής κοινωνίας μετ’ αυτών, ως προκαλούντων την κοινήν ευθύνην και το χρέος πάντων των Ορθοδόξων Ποιμένων προς διασφάλισιν της ενότητος, της ειρήνης και της ενιαίας μαρτυρίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Τα ανωτέρω, εν πόνω ψυχής και άλγει καρδίας καταγγέλλοντες υπευθύνως, πριν η το υπερβαίνον το δικαίωμα ελευθέρας εκφράσεως οικοδομητικής γνώμης ανίερον τούτο έργον λάβη μείζονας και δυσθεραπεύτους διαστάσεις, επαφιέμεθα τα περαιτέρω τη συν­έσει της Υμετέρας Αγάπης και της σεβασμίας Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, και διατελούμεν μετά βαθείας της εν Κυρίω αγάπης και τιμής εξιδιασμένης.
18 Νοεμβρίου 2016

Της Υμετέρας σεβασμίας Μακαριότητος
αγαπητός εν Χριστώ αδελφός
ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος

Σχόλιον Ο.Τ.
Η επιστολή αρχίζει με την προσφώνησιν προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών, τον οποίον δεν προσαγορεύει ως Προκαθήμενον της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά ως Πρόεδρον της Ιεράς Συνόδου, υπομιμνήσκουσα ότι δεν αναγνωρίζουν εις το Φανάρι «πρώτον» εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος.
Εν συνεχεία ο Πατριάρχης αντιδιαστέλλει τας Αγίας και Μεγάλας Συνόδους προς τας Οικουμενικάς. Εις παλαιότερον άρθρον του ο Ελβετίας Δαμασκηνός, πρωτεργάτης της μελλούσης να συνέλθη Μεγάλης Συνόδου, είχεν υποστηρίξει ότι εδόθη εις αυτήν ο τίτλος, «Αγία και Μεγάλη», διότι έτσι ιστορικώς απεκάλουν τας Οικουμενικάς. Προσφάτως ηκούσαμεν Μητροπολίτην του κλίματος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως να λέγη ότι το Κολυμβάρι δεν ήτο Οικουμενική, διότι απουσίαζαν οι χριστιανοί της Δύσεως. Τελικώς θα αποφασίσουν εις το Φανάρι τι εξ όλων αυτών ισχύει;
Ο Πατριάρχης ισχυρίζεται ότι ήτο ο Πρόεδρος του Κολυμβαρίου και ότι είναι ο «φύλαξ του Δόγματος και της κανονικής εν τη κατά Ανατολάς Εκκλησία τάξεως». Δηλαδή εξηπατήθησαν οι υπόλοιποι Προκαθήμενοι, εις τους οποίους είχε δοθή η υπόσχεσις ότι θα προεδρεύσουν όλοι μαζί; Όμως ανήκουστον μέχρι σήμερον είναι να ορίζη ο Πατριάρχης τον εαυτόν του ως φύλακα του Δόγματος! Υπέρκειται, δηλαδή, της Εκκλησίας και των Οικουμενικών Συνόδων; Δεν δύνανται να φυλάξουν επαρκώς το Φανάρι και φαντάζονται ότι διακρατούν την Ορθοδοξίαν; Ο ευσεβής λαός δεν υπολογίζει την «επηρμένην οφρύν»!
Γίνεται λόγος δι’ ανταρσίαν και αμφισβήτησιν των αποφάσεων του Κολυμβαρίου. Απαγορεύονται πλέον με Πατριαρχικήν διαταγήν αι θεολογικαί συζητήσεις; Η λογοκρισία είναι χαρακτηριστικόν μόνον ολοκληρωτικών καθεστώτων…
Πρωτοφανής είναι ο ψόγος του Πατριάρχου προς άλλους προκαθημένους. Τι άλλο μπορεί να σημαίνη η φράσις «γενομένη ατυχώς δεκτή και υπό αδελφών Προκαθημένων και Ιεραρχών των ειρημένων Εκκλησιών» παρά ότι θεωρεί πως μόνος αυτός κατέχει το σωστόν και όλοι οι άλλοι συμπροκαθήμενοι και συνιεράρχαι του σφάλλουν! Βεβαίως, όταν δέχεται ότι «οι Άγιοι Πατέρες έπεσαν θύματα του αρχεκάκου όφεως» πως να μη δέχεται ότι τέτοια θύματα είναι και σημερινοί Ιεράρχαι;
Αμέσως μετά από αυτήν την κατηγορίαν ακολουθεί ιεροκατηγορία προς αγωνιστάς κληρικούς. Μα είναι δυνατόν το Φανάρι να συμπεριφέρεται όπως –ισχυρίζεται το ίδιον ότι- του συμπεριφέρονται; «Ει όνος λακτίση σε συ αντιλακτίσεις;…».
Μετά την επίθεσιν προς τους κληρικούς γίνεται επίθεσις προς ισοτίμους Ιεράρχας! Τίθενται εις το στόχαστρον ο Σεβ. Καλαβρύτων και ο Σεβ. Πειραιώς, εις τους οποίους αποδίδεται ο χαρακτηρισμός ότι διαθέτουν «άκριτον λόγον επί παντός του επιστητού»! Εκτός του προσβλητικού του χαρακτηρισμού πρόκειται περί βαρείας εκκλησιαστικής μομφής, διότι αν δι’ ένα λαϊκόν ο άκριτος λόγος είναι απλώς μία κακή συνήθεια, η κατηγορία δια «ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας» Ιεράρχην ισοδυναμεί με αμφισβήτησιν του διδακτικού λειτουργήματος αυτού εντός της Εκκλησίας! Αυτού του είδους αι κατηγορίαι δύνανται να φθάσουν ως τα συνοδικά δικαστήρια, αν ενθυμηθούμε ότι ο Σεβ. Δωδώνης είχε κληθή παλαιότερα εις απολογίαν δια «άκριτον λόγον» εις συνέντευξιν που παρεχώρησεν εις περιοδικόν.
Η πρότασις του Πατριάρχου, δια να  κατασιγάση τα προβλήματα που ο ίδιος εδημιούργησε με το Κολυμβάρι, είναι προφανώς η αστυνομοκρατία, όταν γράφη «λάβητε τα προσήκοντα μέτρα». Δηλαδή να επιβληθή ο Πρόεδρος προς τους συνεπισκόπους με κάθε μέσον προκειμένου να μη ομιλούν! Εστέρησαν τον λόγον από τους Ιεράρχας εις το Κολυμβάρι και τώρα επιθυμούν να τον στερήσουν εις όλους! Βεβαίως ο εκφοβισμός δεν θα περάση, όπως απέδειξε και η στάσις του Σεβ. Ναυπάκτου εις την πρόσφατον Ιεραρχίαν…
Όσον περί της απόψεως ότι τα συνοδικώς συμπεφωνημένα υπερβαίνουν τας μεμονωμένας αποφάσεις και ότι τα όσα υπεγράφησαν είναι δεσμευτικά προϋποτίθεται ότι πρόκειται δια σοβαράν Σύνοδον και όχι περί κακεκτύπου που ολίγον απείχεν (με τας συναυλίας και τας φωτογραφίας) από το να ομοιάζη με κοσμικήν εκδήλωσιν! Άλλωστε αι αποφάσεις παρεπέμφθησαν εις επιτροπάς και αφού αξιολογηθούν θα ίδωμεν αν θα υπογράψουν και οι υπόλοιποι Ιεράρχαι της Ελλάδος. Ας πείση ο Πατριάρχης πρώτα την Εκκλησίαν της Βουλγαρίας ότι είναι δεσμευτικά και ας αφήση την Εκκλησίαν της Ελλάδος.
Εις τας δύο τελευταίας παραγράφους ο Πατριάρχης καταφεύγει εις την τακτικήν που ηκολούθησε και κατά την σύγκρουσιν με τον Αρχ. Αθηνών κυρόν Χριστόδουλον: «απειλή επιβολής κυρώσεων» και «διακοπή της εκκλησιαστικής και μυστηριακής κοινωνίας». Έχουν συνειδητοποιήσει εις το Φανάρι ότι διαβιούμεν εις το 2016 και όχι εις τον Μεσαίωνα; Δεν είναι υποκρισία να έρχωνται εις διάλογον με όλας τας θρησκείας, που πρεσβεύουν τα αντίθετα από την Ορθοδοξίαν και να μη επιθυμούν να λύσουν πολιτισμένα τας τυχόν διαφοράς των με συνιεράρχας των; Με απειλάς καλλιεργήθη και η ενότης εις το Κολυμβάρι; Όπως ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, που διεμήνυσεν ότι δεν θα προσκαλέση Επισκόπους εις την Σύνοδον της Κύπρου, αν δεν συμμορφωθούν όσον αφορά εις το Κολυμβάρι;
Με πολύ πόνον αλλά και σεβασμόν λέγομεν εις τον Πατριάρχην ότι δεν λαμβάνει κανείς σοβαρά υπ’ όψιν το Κολυμβάρι και το Φανάρι, διότι η συμπεριφορά των περί το Πατριαρχείον αφίσταται της παραδόσεως του Πατριαρχείου και γενικώς δεν εμπνέει σεβασμόν, πράγμα που απέδειξε περιτράνως και η παρούσα επιστολή.

Παντοκράτορας