ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ ΝΑ ΛΑΒΗ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑΝ; Διατί «Αρχιεπισκοπή Αχρίδος»;

Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος

Του κ. Γεωργίου Β. Τσούπρα, Δρ Θεολογίας-Σλαβολόγου

Με επίσημη ανακοίνωση από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έγινε γνωστό πως η Εκκλησία των Σκοπίων απευθύνθηκε στην Πόλη, για να λάβει την πολυπόθητη αναγνώριση της αυτοκεφαλίας της, με τη χρήση της ονομασίας «Αρχιεπισκοπή Αχρίδας». Τονίζεται, μάλιστα, στην ανακοίνωση πως το Πατριαρχείο «απεφάσισε να επιληφθή αυτού και διενεργήση τα δέοντα υπό τους απαραβάτους όρους των ιστορικοκανονικών αρμοδιοτήτων και προνομίων του πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου».
Όπως, όμως, ο γράφων έχει τονίσει σε αρθρογραφία κατ’ επανάληψη, η Εκκλησία των Σκοπίων δεν έχει κανένα λόγο να σφετερίζεται το όνομα της ιστορικής Αρχιεπισκοπής Αχριδών. Η προσ­πάθειά της στοχεύει, από ο,τι φαίνεται, στη διατήρηση των αλυτρωτικών (δηλαδή επεκτατικών) βλέψεων των λεγόμενων «Μακεδόνων» επί των γειτονικών λαών. Ταυτόχρονα, η επίσημη αναγνώριση μιας τέτοιας ονομασίας θα ήταν ευθεία βολή εναντίον του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, αφού αυτό θα αποδεχόταν το επιχείρημα της αντικανονικής κατάργησης της Αρχιεπισκοπής Αχριδών το 1767, με τους όρους που το εννοούν τα Σκόπια. Όπως, επίσης, μία επέμβαση στο θέμα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως θα προκαλούσε το αίσθημα του Πατριαρχείου της Σερβίας, το οποίο έχει καταδικάσει τα Σκόπια και τα έχει ανακηρύξει «σχισματική θρησκευτική οργάνωση».
Η εξήγηση είναι απλή. Εδώ και είκοσι έξι έτη ο ελληνικός κόσμος έχει έλθει αντιμέτωπος με ένα σοβαρότατο πρόβλημα που αφο­ρα τη βόρεια γειτονική μας χώρα, η οποία επιδιώκει να ονομαστεί με το όνομα «Μακεδονία», παρόλο που είναι τοις πάσι γνωστό πως δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Πριν, όμως, από την ανακίνηση αυτής της επιδίωξης από τη μεριά των Σκοπίων, που κινείται εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων και της ιστορικής αλήθειας, είχε προηγηθεί μία άλλη απαίτηση από την ίδια πλευρά, που αφορούσε αυτή τη φορά το εκκλησιαστικό θέμα της περιοχής. Κατά παρόμοιο τρόπο με αυτόν που είχαν κινηθεί οι Βούλγαροι τον 19ο αιώνα, απαιτώντας τη συγκρότηση ξεχωριστής Εκκλησίας, της Εξαρχίας, με την προοπτική να γίνει αυτή το προοίμιο της πολιτικής ανεξαρτησίας, η τοπική Εκκλησία της τότε ομόσπονδης στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας «Σοσιαλιστική Δημοκρατίας της Μακεδονίας» αποκόπηκε το 1967 από το Πατριαρχείο της Σερβίας εξαιτίας της επιμονής της να αναγνωριστεί αυτοκέφαλη, χωρίς να διαθέτει τις κανονικές προϋποθέσεις.
Κύριος σκοπός της προσπάθειας των Σκοπίων για αναγνώριση της Εκκλησίας τους ως αυτοκέφαλης ήταν να επιβεβαιώσουν με κάθε επισημότητα την ύπαρξη του έθνους τους, ενώπιον των υπολοίπων βαλκανικών εθνών, κυρίως των Σέρβων και των Βουλγάρων. Ας μη διαφεύγει ότι στα βαλκανικά πράγματα, για να αναγνωριστεί ένα έθνος πρέπει να διαθέτει εθνική ιστορία, εθνική γλώσσα και εθνική Εκκλησία. Ταυτόχρονα, θα επιτύγχαναν και τον έλεγχο της «μακεδονικής» διασποράς μέσω μιας εκκλησιαστικής διοίκησης που ήταν «η πιο πιστή εθνική οργάνωση στη Γιουγκοσλαβία», κατά τα γραφόμενα του γιουγκο-σλάβου ιστορικού Perica.
Για να τεκμηριώσουν το δικαίωμά τους για αυτοκεφαλία χρησιμοποίησαν ως επιχείρημα εκτός των άλλων το ότι η Εκκλησία τους ήταν διάδοχος της Αρχιεπισκοπής Αχριδών, η οποία για οκτακόσια έτη ήταν αυτοκέφαλη και καταργήθηκε το 1767 (αντικανονικά κατά τη γνώμη τους) από τον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σαμουήλ Χαντζερή. Για τους εγκέφαλους των Σκοπίων η Αρχιεπισκοπή Αχριδών ήταν «μακεδονική» Εκκλησία, με την εθνική έννοια του όρου, ήταν δηλαδή η Εκκλησία του «μακεδονικού» έθνους, που στήριξε εθνικά και πολιτιστικά τους «Μακεδόνες» στην μακρόχρονη ιστορία της. Όχι μόνο αυτό αλλά και η δράση της ιστορικής αυτής Εκκλησίας είχε επίδραση σε όλους τους σλαβικούς λαούς, αφού μεταλαμπάδευσε την παράδοση των δύο Αγίων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου («Μακεδόνων» κατά την οπτική των Σκοπίων) σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη μέσω της λεγόμενης Σχολής της Αχρίδας. Έδωσε, εξάλλου, λαμπρά παραδείγματα του πολιτισμού της μέσω της λεγόμενης «μακεδονικής» σχολής αγιογραφίας, που ανύψωσε την βυζαντινή τέχνη σε αξιοθαύμαστα ύψη. Και στη μουσική η Σχολή της Αχρίδας διέπρεψε, με τον υμνογράφο Ιωάννη Κουκουζέλη, «Μακεδόνα» κατά τα Σκόπια, που επέδρασε με το έργο του στη διαμόρφωση της βυζαντινής υμνολογίας.
Αυτά τα επιχειρήματα, που δεν στέκουν στην ιστορική κριτική, εκτέθηκαν με τον πλέον επίσημο τρόπο στα έγγραφα που συνόδευαν την αίτηση που κατέθεσαν τα Σκόπια το 1966 στο Πατριαρχείο της Σερβίας, για να ζητήσουν αυτοκεφαλία, όπως και στην επίσημη αναφορά τεκμηρίωσης της απόφασης για μονομερή ανακήρυξη αυτοκεφαλίας το 1967. Αλλά ας αφήσουμε τα κείμενα να μιλήσουν:
Στην επίσημη αίτηση ανάμεσα στα άλλα γράφονταν τα εξής: «Στο έδαφος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας υπήρξε και για 800 έτη λειτουργούσε και έγινε πασίγνωστη η Αρχιεπισκοπή Αχριδών (Ohridska Arhiepiskopija)… η οποία από την εποχή του ιδρυτού της Αγίου Κλήμεντος Αχρίδος διαμόρφωσε την μακεδονική ορθόδοξη παράδοση και καθοδήγησε τον πιστό μακεδονικό λαό με τον Σταυρό, παρέχοντας στα τέκνα της τη δυνατότητα της εθνικής και εκκλησιαστικής ελευθερίας»[1].
Στην αναφορά του 1967 οι εκκλησιαστικοί άνδρες των Σκοπίων προχωρούσαν ακόμη περισσότερο: «Με αυτό το πνεύμα (του Αγίου Κλήμεντος) και με τους συνεχείς αγώνες, τις δράσεις και τις προσευχές των ευλογημένων μας χριστιανών… προόδευσε η αγία μας πίστη στον Κύριο και η εθνική ανεξαρτησία του μακεδονικού λαού»[2].
Δεν χρειάζεται να αναπτυχθεί περισσότερο πως από την αρχή η θεώρηση της Εκκλησίας των Σκοπίων ότι αποτελεί διάδοχο της Αρχιεπισκοπής Αχριδών είχε ως μοναδικό στόχο την πιστοποίηση των «εθνικών δικαίων», που ζητούσαν οι Σκοπιανοί να τους αναγνωριστούν, ώστε να ολοκληρωθεί η εθνογένεσή τους. Για αυτό τον λόγο και η σύνδεση με την παράδοση της Αχρίδας έγινε ένα από τα δύο κύρια θέματα αντιπαράθεσης ανάμεσα στην εκκλησιαστική τους ιεραρχία και τη σερβική. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι το Πατριαρχείο Σερβίας το 1966 συγκρότησε ειδική γνωμοδοτική επιτροπή, για να αποφανθεί σχετικά με το αν είχε δικαίωμα η Εκκλησία της «Μακεδονίας» να επικαλείται την Αρχιεπισκοπή Αχριδών ως προκάτοχό της. Η επιτροπή πανηγυρικά απέρριψε αυτήν την απαίτηση, τονίζοντας ότι τα Σκόπια δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορική Αρχιεπισκοπή Αχριδών, την οποία μάλιστα χαρακτήριζε ως «ελληνική»[3].
Το ίδιο αποφάνθηκε και η Έκτακτη Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Εκκλησίας τον Σεπτέμβριο του 1967, στην απόφαση καταδίκης της Εκκλησίας των Σκοπίων, όπου έφτασε στο σημείο να απορρίπτει ακόμη και την αυτοκεφαλία της Αχρίδας: ««Δεν υπήρξεν αυτοκέφαλος ούτε κατά την εποχήν του Βυζαντίου, ούτε υπό τους Βουλγάρους, Σέρβους και Τούρκους, ούτε δε η Μήτηρ Εκκλησία –το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως– ανεγνώρισεν εις αυτήν αυτοκέφαλον», ενώ τονιζόταν ότι «ουδέποτε είχεν από εθνικής απόψεως καθαρώς μακεδονικόν χαρακτήρα, ούτε και εκαλείτο μακεδονική» και ποτέ οι αρχιεπίσκοποί της δεν «εθεώρησαν αναγκαίον, ώστε να καλέσουν την Αρχιεπισκοπήν Αχρίδος Μακεδονικήν»[4]. Σε όλες, εξάλλου, τις συνομιλίες με τους κρατικούς παράγοντες, που συνεχώς πίεζαν για την αναβάθμιση της Εκκλησίας των Σκοπίων, οι Σέρβοι ιεράρχες αρνούνταν κάθε σχέση της με την Αρχιεπισκοπή Αχριδών, σε σημείο που οι επίσημες κρατικές οδηγίες προς τους ιεράρχες των Σκοπίων ήταν να μην αναφέρουν με κανένα τρόπο οποιαδήποτε σχέση της Εκκλησίας τους με την Αχρίδα[5].
Αυτά ίσχυαν μέχρι το 2002, όταν συναντήθηκαν στη Νύσσα (Nis) της Σερβίας αντιπροσωπείες από τις δύο πλευρές, τη σερβική και τη σκοπιανή, για να συζητήσουν το εκκλησιαστικό ζήτημα της απόσχισης της Εκκλησίας των Σκοπίων, κατόπιν των νέων εξελίξεων μετά την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ. Εξαιτίας της διαμάχης που υπήρχε και διαρκεί μέχρι σήμερα σχετικά με το όνομα του νέου κράτους, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στο να ονομαστεί η Εκκλησία του νέου κράτους, στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, «Αρχιεπισκοπή Αχρίδας». Τελικά η συμφωνία δεν προχώρησε εξαιτίας αντιδράσεων από την πολιτική ηγεσία των Σκοπίων και έτσι η ονομασία δόθηκε λίγο αργότερα στην εκκλησιαστική διοίκηση που σχηματίστηκε από τους Σέρβους για το ποίμνιο της ΠΓΔΜ υπό τον Ιωάννη Παραβαρδαρίου, που έλαβε την ονομασία Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας.
Και τότε είχα γράψει πως αυτή η ονομασία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την οικουμενική Ορθόδοξη Εκκλησία. Αποτελεί καπήλευση μιας ιστορικής πραγματικότητας προς όφελος εθνικιστικών βλέψεων. Οι λόγοι είναι πολλοί:
α) Η Αρχιεπισκοπή Αχριδών δεν ήταν εθνική «μακεδονική» Εκκλησία. Το πλήρωμά της ήταν πολυεθνικό, ενώ επικρατούσε η ελληνική λόγια παράδοση στον ανώτερο κλήρο και στη φιλολογία της. Εξάλλου πριν από το 1944 κυρίως δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη «μακεδονικό» έθνος!
β) Η έκτασή της δεν ταυτίζεται με αυτή της ΠΓΔΜ. Στην περίοδο της ακμής της περιλάμβανε τις περιοχές από τον Δούναβη ως την Αδριατική, και κάποιες εποχές ακόμη και την Κάτω Ιταλία. Κατά την περίοδο της κατάργησής της περιλάμβανε επαρχίες που σήμερα ανήκουν στην Ελλάδα (Καστοριάς, Βοδενών, Γρεβενών, Σισανίου, Μογλενών, και τμήματα των επαρχιών Πρεσπών, Στρωμνίτσης και Πελαγωνίας), την Αλβανία (Κορυτσάς, Βελεγράδων, Γκόρας, τμήματα των επαρχιών Πρεσπών και Δεβρών) και την ΠΓΔΜ.
γ) Η επιδίωξη των Σκοπίων ανήκει καθαρά στην προσπάθεια εύρεσης «γενεσιουργών» η αλλιώς «καταγωγικών» μύθων (Herkunftsmythen), δηλαδή ταύτιση καταστάσεων του παρόντος με ιστορικές πραγματικότητες του παρελθόντος, προκειμένου να υπάρξουν πολιτικά κέρδη. Το κέρδος στην προκειμένη περίπτωση θα μπορού­σε να είναι η μελλοντική έγερση αξιώσεων για πλήρη αποκατάσταση της «αδικίας» που υπέστη η λεγόμενη «μακεδονική» Εκκλησία το 1767, όταν «το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με ραδιουργίες προσκάλεσε τον τελευταίο Αρχιεπίσκοπο Αρσένιο στην Πόλη και τον εξανάγκασε να παραιτηθεί. Βλέποντας ο Σουλτάνος ότι ο πατριάρχης Σαμουήλ ήταν διατεθειμένος και μπορούσε να καταβάλει τα χρέη της Αρχιεπισκοπής, με φιρμάνι του στις 18 Μαΐου 1767 την κατάργησε… όπως είχε κάνει και το 1766 με το Πατριαρχείο Πεκίου»[6]. Άρα θα δικαιούται –κατά τα λεγόμενα σλαβοφώνων της Ελληνικής Μακεδονίας- την απόδοση σ’ αυτήν όλων των επαρχιών που στο παρελθόν της ανήκαν!
Η πρότασή μου είναι απλή: Από τη στιγμή που βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για το όνομα του γειτονικού κράτους, γιατί να παγιδευτεί το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και να προβεί σε εσπευσμένες κινήσεις. Αν λυθεί το όνομα και αν υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του Πατριαρχείου της Σερβίας, τότε όλα θα γίνουν πολύ εύκολα. Θα μπορεί να λάβει κι αυτή η Εκκλησία το όνομα του κράτους, όπου θα λειτουργεί, όπως και όλες οι τοπικές Εκκλησίες έχουν λάβει το όνομά τους από το κράτος στο οποίο λειτουργούν. Γιατί στην Ορθοδοξία δεν υπάρχουν Εθνικές Εκκλησίες παρά μόνον τοπικές, σύμφωνα με τον όρο της Μεγάλης Συνόδου του 1872, η οποία καταδίκασε τον Εθνοφυλετισμό.
Σημειώσεις:
[1] Βλ. C. Mojanoski, Avtokefalnosta na makedonskata pravoslavna crkva (dokumenti) (Αυτοκεφαλία της Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-έγγραφα), Skopje 2004, σ. 260. [2] Mojanoski, Avtokefalnosta…, σ. 324. [3] Βλ. Γ. Τσούπρα, Εκκλησία και Εθνογένεση. Η «Μακεδονική» Ορθόδοξη Εκκλησία στην υπηρεσία των Σκοπίων, Αθήνα 2018, σ. 242. [4] Τσούπρα, Εκκλησία και Εθνογένεση…, σ. 283. [5] Βλ. χαρακτηριστικά Mojanoski, Avtokefalnosta…, σ. 244. [6] Mojanoski, Avtokefalnosta…, σ. 331.

Παντοκράτορας