Η Ελλάς κάτω από την δαμόκλειον σπάθην του προσφυγικού προβλήματος

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Καθημερινά κατακλύζεται ο γραπτός και ο ηλεκτρονικός τύπος με ειδήσεις σχετικά με το προσφυγικό πρόβλημα, πρόβλημα το οποίο ταλανίζει την ελληνική κοινωνία εδώ και αρκετά χρόνια και το οποίο όλο και γιγαντώνεται. Σύμφωνα με τα στοιχεία του παραρτήματος της υπηρεσίας του ασύλου των Ηνωμένων Εθνών στην Ελλάδα, ο αριθμός των προσφύγων που έφτασαν στην Χώρα μας το 2015 ήταν 856. 723, εν σχέσει δε με το 2014, όπου οι πρόσφυγες ήταν 41.065, μεγαλύτερος κατά είκοσι φορές. Ένα νούμερο πραγματικά εντυπωσιακό, αν αναλογισθούμε ότι στην Ιταλία, την δεύτερη πύλη εισόδου προσφύγων στην Ευρώπη έφτασαν συνολικά το 2015 153.600 πρόσφυγες.

Διαβάζουμε σχετικά με τους πρόσφυγες στα δημοσιεύματα ότι απειλούν να κάψουν τις σκηνές τους με σκοπό να ζεσταθούν, για ηλικιωμένες γυναίκες που κάηκαν με τα εγγόνια τους στην προσπάθειά τους να μαγειρέψουν με γκαζάκι, για ξυλοδαρμούς λόγω θρησκευτικών και εθνικών αντιθέσεων, για κλοπές και βιαιοπραγίες, για παιδιά τα οποία εκδίδονται, για να εξοικονομήσουν χρήματα με στόχο να φύγουν για την Γερμανία. Είναι πραγματικά δραματική η κατάσταση που βιώνουν οι άνθρωποι αυτοί και μάλιστα τώρα τον χειμώνα. Άνθρωποι οι οποίοι στην πλειοψηφία τους προέρχονται από εμπόλεμες περιοχές και αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον, ειρήνη και γαλήνη και αντί αυτού το δράμα τους συνεχίζεται μη γνωρίζοντας ακόμα και ποιό θα είναι το τέλος του.

Η εξάπλωση αυτή των προσφύγων, σύμφωνα με διεθνείς Οργανισμούς, συνιστά την μεγαλύτερη μαζική μετακίνηση πληθυσμού στην πρόσφατη ιστορία, αλλά και μία από τις σημαντικότερες ανθρωπιστικές κρίσεις που έχει να αντιμετωπίση η Ευρώπη στην μεταπολεμική εποχή. Κρίση την οποία από ο,τι φαίνεται θα την διαχειρισθή στο μεγαλύτερο μέρος της η Ελλάδα.

Έτσι τίθεται το ερώτημα꞉ έχουν οι Έλληνες μία σαφή γνώση του μεγέθους του προβλήματος; Γνωρίζουν ποία είναι στην πραγματικότητα τα αίτιά του, ποιές επιπτώσεις θα έχει στην ελληνική κοινωνία και –γενικότερα- εάν οι φορείς της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή η ελληνική Κυβέρνηση, ο πολιτικός κόσμος, η Εκκλησία, η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι έτοιμοι να το αντιμετωπίσουν; Και να φαντασθούμε ότι σήμερα στην Τουρκία βρίσκονται 3.000.000 άνθρωποι με σκοπό να περάσουν απέναντι, δηλαδή στην Ελλάδα! Σε γενικές γραμμές, όπως αποδεικνύουν οι εκθέσεις και οι έρευνες, οι Έλληνες αφ’ ενός υποτιμούν το όλο θέμα, αφού νομίζουν ότι είναι ένα προσ­ωρινό πρόβλημα και, αφ’ ετέρου, έχουν αισθήματα και απόψεις, και πολύ σωστά, συμπαθείας και αλληλεγγύης προς τους ανθρώπους αυτούς. Όμως από την στιγμή που δεν έχουν ολοκληρωμένη γνώση του προβλήματος, μπορεί να είναι και τελικά είναι πολύ επικίνδυνος ο τρόπος με τον οποίο το διαχειρίζονται. Διότι οι πρόσφυγες είναι μουσουλμάνοι αλλά – και το βασικότερο – στο πρόβλημα αυτό συμμετέχει και η Ευρώπη, η οποία θεωρείται πηγή πολλών συμφορών, αφού την χαρακτηρίζουν “ο ατομικισμός”, το ιδιοτελές συμφέρον, ο αμοραλισμός και το άθεο φρόνημά της. Και βέβαια μεγάλο βάρος ευθύνης φέρουν και οι ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες ούτε μπορούν ούτε θέλουν να υπηρετήσουν το συμφέρον της Χώρας μας.

Οι πρόσφυγες στην πλειοψηφία τους είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμά τους. Επίσης, σύμφωνα με έρευνα της Ύπατης Αρμοστίας του ΟΗΕ η μεγάλη πλειοψηφία τους είναι άνδρες κάτω των 35 χρόνων, έχουν τουλάχιστον δευτεροβάθμια μόρφωση και σκοπό έχουν να παραμείνουν και να φέρουν αργότερα και άλλα μέλη της οικογένειάς τους στην χώρα που θα τους δοθή άσυλο, όπως έχουν δηλώσει.

Ένα σημαντικό στοιχείο που παρατηρείται στα μουσουλμανικά κράτη είναι η δημογραφική έκρηξη που έχει σημειωθή τις τελευταίες δεκαετίες, κάτι το οποίο είναι άμεσα αισθητό στην δυτική Θράκη, στην γειτονική Τουρκία αλλά και στο Κόσσοβο. Αυτό όμως έχει σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη σήμερα μεγάλου αριθμού νέων ανθρώπων χωρίς εργασία, το οποίο από μόνο του είναι πηγή αστάθειας, δηλαδή οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών πιέσεων τόσο στον δικό τους χώρο όσο και στον γειτονικό. Πιέσεις οι οποίες εκδηλώνονται στις ημέρες μας με την μετακίνησή τους προς τον δυτικό κόσμο. Νέοι οι οποίοι, όπως αποκάλυψε και η Αρμοστία του ΟΗΕ, είναι μορφωμένοι, που σημαίνει την αποδοχή τους να εκσυγχρονισθούν, όμως αφ’ ενός απορρίπτουν τον δυτικό πολιτισμό και αφ’ ετέρου αποδέχονται το Ισλάμ τόσο ως πίστη όσο και ως τρόπο ζωής. Γι’ αυτό και ο Αρχιεπίσκοπος προσ­φατα δήλωσε ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν αφομοιώνονται, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος να αφομοιωθούμε εμείς, κάτι που ήδη αντιμετωπίζει η δυτική Ευρώπη. Την στιγμή μάλιστα που ο δυτικός κόσμος, αλλά και η Ελλάδα διέρχονται περίοδο πολιτισμικής και πνευματικής κρίσης και αμφισβήτησης. Έτσι σε περίπτωση παραμονής ενός μεγάλου αριθμού προσφύγων στην Χώρα μας ως άμεσο αποτέλεσμα θα επέλθη η πληθυσμιακή αλλοίωσή της. Χώρα η οποία μέχρι σήμερα χαρακτηριζόταν ως ομοιογενής με 90% και πλέον χριστιανούς ορθοδόξους, κάτι που όμως καταλύεται και οδηγούμαστε στον αφελληνισμό και στην αποχριστιανοποίηση με πολύ γρήγορους ρυθμούς, διεργασία που όπως είναι γνωστό, την κατεργάζονταν διάφορα κέντρα εδώ και χρόνια.

Οι άνθρωποι αυτοί είναι αναπόφευκτο να γίνουν μοχλός πίεσης σε διάφορα ζητήματα, αλλά και το μέσον για την μουσουλμανοποίηση της Ελλάδος. Πρώτον, εργασιακά꞉ Ήδη σε μία χώρα με έντονο πρόβλημα ανεργίας η παρουσία ανθρώπων με μόρφωση θα οδηγήση τον εργασιακό κόσμο σε πιο ανταγωνιστικές συνθήκες, τόσο ως προς την εύρεση εργασίας όσο και ως προς το θέμα της αμοιβής. Δεύτερον, θα οδηγήση σε σταδιακό κοινωνικό και θρησκευτικό ανταγωνισμό με την ελληνική κοινωνία, αφού διαφέρουμε τόσο από θρησκευτικής όσο και από πολιτισμικής κουλτούρας, με αποτέλεσμα να οδηγηθή η κοινωνία μας σε εντάσεις και σε κλίμα ανασφάλειας. Τρίτον, η παρουσία ενός μεγάλου αριθμού μαθητών, οι οποίοι έχουν ελλιπή γνώση της ελληνικής γλώσσας θα έχη ως αντίκτυπο την υποβάθμιση της παιδείας αλλά και την συρρίκνωση η και την κατάργηση διαφόρων μαθημάτων, όπως της ιστορίας, των αρχαίων ελληνικών, των θρησκευτικών, μαθήματα τα οποία σκοπό έχουν να καλλιεργήσουν στον μαθητή την γνώση του πολιτισμού αυτής της Χώρας. Προβλήματα τα οποία έχουν εντοπισθή και κατά την περίοδο που υπήρξε η αθρόα έλευση αλβανών μεταναστών. Τέταρτο, οι άνθρωποι αυτοί, όταν θα νομιμοποιηθή η παρουσία τους στην Ελλάδα φυσικό είναι ότι θα γίνουν βασικός ρυθμιστικός παράγοντας τόσο στην κοινωνική ζωή της Χώρας όσο και στην πολιτική ζωή, ένας παράγοντας ο οποίος ολοένα και περισσότερο θα επιδρά και έτσι οι άνθρωποι αυτοί θα λειτουργούν ως εγκάθετοι. Ας φανταστούμε κάτι πολύ απλό, την νομοθέτηση από την Πολιτεία της πλήρους κατάργησης κωδωνοκρουσίας η των θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία η στα δημόσια καταστήματα η την πλήρη εργασιακή απασχόληση την ημέρα της Κυριακής και τόσα άλλα. Πέμπτον, ίσως και το βασικότερο, γιατί θα συντελέση να πραγματοποιηθούν και όλα τα ανωτέρω η εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος!

Το Ισλάμ από την φύση του είναι μία θρησκεία που προβάλλει την βία, αφού βασικό χαρακτηριστικό του είναι ο δια της βίας πρσηλυτισμός των απίστων. Επίσης το αίσθημα της μουσουλμανικής ενότητας σε περίπτωση πολέμου με την Τουρκία θα λειτουργή ως δούρειος ίππος. Νομίζουμε ότι είναι φανερό πόσο δεινή είναι η θέση της Ελλάδος με την ύπαρξη των προσφύγων και πολύ περισσότερο, όταν ο αριθμός αυτός είναι μεγάλος.

Αναφέραμε ως βασικό παράγοντα του προσφυγικού προβλήματος και την εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στο ζήτημα αυτό. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα προσπάθειες επίλυσης του όλου θέματος έχει αποδειχθή ότι η Γερμανία είναι αυτή που καθορίζει τις αποφάσεις. Έτσι εάν στραφή η χώρα αυτή σε πιο συντηρητικούς προσανατολισμούς είτε για ψηφοθηρικούς λόγους είτε για πολιτικούς και μετά ακολουθήσουν τα περισσότερα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το κλείσιμο των συνόρων και την διακοπή της ροής των προσφύγων προς τα κράτη αυτά. Τότε το σίγουρο είναι ο εγκλωβισμός των προσφύγων στην Ελλάδα. Ακόμα, πιθανή είναι και η αποδοχή εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως και του ελληνικού λαού της ελάφρυνσης του χρέους με αντάλλα­γμα την μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων αυτών στην Χώρα μας. Δυσ­­τυχώς η Ελλάδα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, αφού χρωστάει και είναι υποχρεωμένη να αποδεχθή τους όρους που οι δανειστές της θέτουν. Η συντηρητική στροφή η οποία παρατηρείται στις ημέρες μας στην Δύση ίσως θα έχη σαν αποτέλεσμα και τον σταδιακό περιορισμό του αριθμού των μουσουλμάνων μεταναστών, προσφύγων που εισέρχονται στην Δυτική Ευρώπη, ώστε να προστατευθή η πολιτιστική, κοινωνική και εθνική ακέραιότητά της. Κάτι το οποίο είναι έτοιμη η δυτική κοινωνία να αποδεχθή μετά και τις μουσουλμανικές τρομοκρατικές επιθέσεις σε πόλεις της δυτικής Ευρώπης. Έτσι είναι πολύ πιθανή η μόνιμη παραμονή των προσ­φύγων στην Χώρα μας.

Ίσως σήμερα η “γηραιά ήπειρος” απομακρύνεται από το όραμα της πολυπολιτισμικής, παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και ξαναπροσανατολίζεται στις ευρωπαϊκές αξίες και στο κράτος έθνος, όπου η πολιτιστική ταυτότητα των κρατών αυτών έχει καθοριστεί από την παποσύνη και τον προτεσταντισμό. Επειδή όμως η Ελλάδα, ως Ορθόδοξη Χώρα, είναι ξένη από αυτήν την πολιτιστική κληρονομιά και ανίκανη να προσαρμοσθή στις αρχές και στα ήθη των δυτικών Ευρωπαϊκών κρατών έχει οδηγηθή στο περιθώριο. Και μάλιστα λεηλατημένη τόσο από πλευράς της οικονομίας της όσο και του ορυκτού της πλούτου μέσω των μνημονίων και με κυβερνήσεις, οι οποίες συνεχίζουν να οραματίζονται μία παγκοσμιοποιμένη κοινωνία, ανοικτή σε ανεξέλεγκτες εισροές μουσουλμάνων μεταναστών, οδηγώντας έτσι την Ελλάδα στην μουσουλμανοποίησή της.

Ποιά εθνική εγρήγορση μπορεί να έχουν πολιτικοί που πολεμούν την θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα του λαού που κυβερνάνε, καταργώντας το μάθημα των Θρησκευτικών η της Ιστορίας η σχεδιάζοντας πως θα χωρίσουν την Πολιτεία από την Εκκλησία; Όπως ο πρωθυπουργός, ο οποίος παρευρισκόμενος στην πιο ευαίσθητη περιοχή της Χώρας, την Θράκη πριν δύο εβδομάδες, αρνήθηκε να συναντηθή με τους Δημάρχους, τον Περιφερειάρχη και τον Μητροπολίτη της περιοχής και επισκέφθηκε μόνο μειονοτικά σχολεία!, δημιουργώντας έτσι ένα αίσθημα ανασφάλειας στους κατοίκους της περιοχής, και δηλώνοντας μεταξύ των άλλων (ευρισκόμενος στο μειονοτικό σχολείο), ότι «Όλοι οι πολίτες και όλα τα παιδιά σε κάθε γωνιά της Χώρας έχουν ένα ιερό δικαίωμα, το δικαίωμα στην γνώση. Και εμείς έχουμε μία μεγάλη υποχρέωση. Την υποχρέωση να φροντίσουμε ώστε αυτή η δυνατότητα να είναι απρόσκοπτη»! Έτσι εξηγείται το γιατί από φέτος λειτουργεί Τμήμα Ισλαμικών Σπουδών στην Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης!

Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι εάν επιθυμούμε να ζήσουμε σε μία Χώρα όπως μας την παρέδωσαν οι Πατέρες μας και τι κάνουμε για αυτό; Για τον λόγο αυτό και ο Ο.Τ. πολύ συχνά στα άρθρα του τονίζει ότι είναι επιτακτική ανάγκη σήμερα να συσπειρωθή όλη η Εκκλησιαστική Διοίκηση στην Εκκλησία της Ελλάδος και όχι να είναι διασπασμένη σε πέντε διαφορετικά Διοικητικά Εκκλησιατικά κέντρα, ώστε να δοθή το μήνυμα της ενότητας προς πάσαν κατεύθυνσιν, Εκκλησιαστική και Εθνική.

Γ.Τ.

Παντοκράτορας