Νηφάλιαι σκέψεις δια το Κολυμβάριον;

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Την δημοσιότητα είδε κείμενον του εξαιρέτου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής Αθηνών κ. Κ. Μπελέζου με τίτλον «Νηφάλιες σκέψεις για την συγκληθείσα στην Κρήτη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Είναι σημαντικόν ότι επιχειρούν και άλλοι Καθηγηταί πλην των γνωστών Οικουμενιστών να καταθέσουν νηφαλίους απόψεις δι’ εν ζήτημα, το οποίον ταλαιπωρεί την Ορθοδοξίαν. Εκτιμώντες την προσπάθειάν του αυτήν επιθυμούμεν να καταθέσωμεν νουνεχώς τους προβληματισμούς μας σχολιάζοντες και ερωτώντες επί συγκεκριμένων σημείων.
Γράφει ο κ. Μπελέζος: «Στις συναντήσεις εκείνες (ενν. 1923 και 1930) τέθηκαν οι βάσεις για την προετοιμασία μιας Συνόδου της Ορθοδοξίας, η οποία δεν εκαλείτο βεβαίως ν’ αντιμετωπίσει κάποιες νέες αιρέσεις, αλλά πολλές νέες προκλήσεις…». Είναι όντως πολλοί μαζί με τον κ. Καθηγητήν που θεωρούν αυτονόητον ότι δεν χρειάζεται να είναι κεντρικόν θέμα η καταδίκη μιας αιρέσεως. Διατί όμως αυτό να αποκλεισθή; Δεν υπάρχουν σήμερα αιρέσεις π.χ. οι αποκαλούμενοι Μάρτυρες του Ιεχωβά η άλλαι παραθρησκείαι αι οποίαι εμπλέκουν νέους και τους κατευθύνουν εις την απώλειαν; Ούτε αυταί να καταδικασθούν; Μία ακόμη απορία είναι αν ο κ. Καθηγητής έχει αναγνώσει τα πρακτικά του Συνεδρίου του 1923, διότι δεν γνωρίζομεν αν θα είχε την ιδίαν άποψιν έπειτα.
Εις την συνέχειαν γράφει δια το Κολυμβάριον ότι «συμμετείχαν με εκπροσώπους τους όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, πλην των Εκκλησιών Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας». Οφείλομεν να επισημάνωμεν ότι αυταί αι τέσσερις Εκκλησίαι αποτελούν πληθυσμιακά την μισήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν! Επομένως ακόμη και αν αποδεχθώμεν ότι ιδιοτελώς δεν παρουσιάσθησαν εις το Κολυμβάριον η μαρτυρία της Ορθοδοξίας δεν παύει να είναι μισή (!) έστω και αν η αλήθεια δεν προσμετράται αριθμητικά εις την Εκκλησίαν. Ωστόσο δεν είναι ακριβές αυτό που γράφει ο κ. Καθηγητής καθώς ως γνωστόν η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν είχε συμφωνήσει εις την σύγκλησιν και δια τούτο δεν είχε υπογράψει εις την τελευταίαν προδιάσκεψιν την σύγκλησιν της Συνόδου (Ιανουάριος 2016). Δύναται ίσως κανείς να απαριθμήση εκατό λόγους, δια τους οποίους πιθανόν να έχη άδικον η Εκκλησία της Αντιοχείας, όμως εφ’ όσον το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως το εγνώριζε δεν έπρεπε να μη πιέση τας καταστάσεις σεβόμενον το χειμαζόμενον εμπερίστατον Παλαίφατον Πατριαρχείον; Προφανώς ο κ. Καθηγητής δεν γνωρίζει πως σκέπτονται εις το Φανάρι, διότι έχει επηρεασθή, όπως και πολλοί, από τας προσωπικάς φιλοφρονήσεις του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Όμως, φίλος Πλάτων φιλτάτη η αλήθεια!
Αναγιγνώσκομεν ακολούθως: «και όμως, κανένα από τα κείμενά της δεν υπερέβη η δεν πρόδωσε την Ορθόδοξη παράδοση, δεν κήρυξε κάτι που δεν είχε από όλους προσυμφωνηθεί, δεν διατύπωσε κάποιο «καινούργιο» (sic) δόγμα ούτε αποχαρακτήρισε κάποια αίρεση αρχαιότερη η νεότερη ούτε διεκήρυξε την «ένωση» με τον Πάπα ούτε αποκήρυξε την ασκητική της Εκκλησίας ούτε προεκήρυξε την εκκοσμίκευση και την χαλάρωση των ηθών». Μας λυπεί το γεγονός ότι από τα γραφόμενα του κ. Καθηγητού διαφαίνεται ότι δεν εμελέτησε τας σοβαράς κριτικάς, αι οποίαι εδημοσιεύθησαν και από τον Ο.Τ. αλλά έχει υπ’ όψιν του μόνον την περιρρέουσαν συνθηματολογίαν. Πρέπει όμως να επισημάνωμεν κάτι σπουδαιότερον: ότι απουσιάζει οιαδήποτε αναφορά εις τον αντικανονικόν τρόπον συγκλήσεως της Συν­όδου. Κύριε Καθηγητά, ενστάσεις περί κανονικότητος δεν εξέφρασε μόνον η «συντηρητική» μερίς αλλά και άλλοι π.χ. το περιοδικόν «Σύναξις». Ελπίζομεν ότι αυτό θα θέση προβληματισμούς. Μία λέξις και δια την «προσυμφωνίαν»: Εκτός από το Πατριαρχείον της Αντιοχείας και το Πατριαρχείον της Γεωργίας δεν είχεν υπογράψει το κείμενον περί γάμου. Ίσως υπεστήριξε κάποιος: και τι πειράζει δια μίαν Εκκλησίαν από τας δεκατέσσαρας; Αν το κριτήριον, ως ορθώς λέγει ο κ. Καθηγητής, δεν είναι αριθμητικόν, τότε ίσως η μία αυτή Εκκλησία της Γεωργίας να έχη δίκαιον! Επιπροσθέτως είναι γνωστόν ότι όλαι αι Εκκλησίαι κατήλθαν εις την Συν­οδον με τροποποιήσεις παρά την προσυμφωνίαν! Όμως ακόμη και αν όλοι συνεφώνουν τα πάντα, δεν είχε προηγηθή ανοικτός θεολογικός διάλογος, αλλά ήτο συμφωνία μόνο όσων μετείχαν εις τας προσυνοδικάς. Το πλήρωμα της Εκκλησίας δεν οφείλει να μελετήση τα κείμενα εκ των προτέρων; Η Θεολογική Σχολή των Αθηνών, εις την οποίαν ανήκει ο κ. Καθηγητής, εμελέτησεν άραγε τα κείμενα; Αν όχι, διατί;
Προξενεί απορίαν, όταν γράφη ο κ. Καθηγητής: «οι εκπρόσωποι, λοιπόν, όλων των ανά την υφήλιο Ορθοδόξων συμφώνησαν και συνήλθαν τελικά συν­οδικώς…». Πέραν του προαναφερθέντος, δηλ. ότι απουσίαζαν οι μισοί, τίθενται δύο ερωτήματα. Πρώτον, οι Επίσκοποι είναι «εκπρόσωποι» των Ορθοδόξων; Εκτός του ότι η ορολογία δεν είναι ορθή, πιστεύει πραγματικά ο κ. Μπελέζος ότι οι περισσότεροι εκ των Ιεραρχών εκφράζουν την συνείδησιν των πιστών της Επαρχίας των; Πλείστα όσα έχουν γραφή τα τελευταία χρόνια δια την ποιμαντικήν συνείδησιν των Επισκόπων ακόμη και από «νεωτεριστάς» (βλ. π. Β. Θερμός, Στ. Ζουμπουλάκης κ.α.). Δεύτερον, συνήλθαν όντως «συνοδικώς»; Οι προπηλακισμοί που κατήγγειλε ο Σεβ. Ναυπάκτου; Το δικαίωμα των Προκαθημένων να ομιλούν ανισοπόσως προς τους υπολοίπους; Η δια βοής τελική έγκρισις; Η συνοδικότης τελειώνει εις το Κολυμβάρι η προϋποθέτει μετά συζήτησιν εις την Ιεραρχίαν και έγκρισιν από όλους; Συνοδικότης είναι μόνον αι αντιπροσωπίαι;
Δυστυχώς ο κ. Καθηγητής έπεσεν επίσης θύμα της προπαγάνδας ότι η Σύνοδος ωνομάσθη, «Αγία και Μεγάλη», διότι δεν ήθελε εγωιστικώς να είναι «οικουμενική», δια τούτο και γράφει: «δεν ήθελε να ταυτιστεί με κάτι που απλώς έγινε ούτε να οικειωθεί την αυθεντία και την τιμή του «οικουμενικού» γι’ αυτό και δεν επικαλέστηκε για τον εαυτό της αυτόν τον χαρακτηρισμό». Εδώ εις τον Ο.Τ. μεταξύ άλλων είχομεν δημοσιεύσει κείμενον σχετικόν με τον κυρόν Ελβετίας Δαμασκηνόν (δι’ όσους γνωρίζουν οφείλεται εις αυτόν κατά πολύ η προώθησις αυτής της Συν­όδου) όπου εναργώς διεσαφηνίζετο ότι ωνομάσθη εξ αρχής «Αγία και Μεγάλη», διότι έτσι ωνομάζοντο αι «Οικουμενικαί Σύνοδοι»!
«Ούτε, από την άλλη πλευρά, είναι οι αριθμοί εκεί­νοι οι οποίοι εξασφαλίζουν την Ορθοδοξία των μελών της η το κύρος της», γράφει ο κ. Καθηγητής υπαινισσόμενος προφανώς την απουσίαν της μισής Ορθοδοξίας από την Σύνοδον. Βεβαίως δεν είναι ο αριθμός κριτήριον. Ωστόσο όταν συνεζητήθη π.χ. το θέμα της Διασποράς είναι δυνατόν να απουσιάζουν εκείνοι οι οποίοι κατ’ εξοχήν τους αφορά; Δεν θα ήτο λογικώτερον τουλάχιστον αυτό το θέμα να αναβληθή; Η θα λαμβάνωνται αποφάσεις ερήμην; Φανταζόμεθα ότι ούτε εις το Πανεπιστήμιον δεν συμβαίνουν αυτά…
Τέλος συμφωνούμεν απολύτως και επαναπευθύνομεν προς τον ίδιον τον εξής λόγον του «το θάρρος του εκκλησιαστικώς θεολογείν, αλλά και του ελέγχειν υπό το πρίσμα της αληθείας και της αγάπης, οφείλει να είναι, σε τελική ανάλυση, το βασικό κίνητρο κάθε προσωπικού η συλλογικού μας στοχασμού, κριτικού και διακριτικού..», δια τούτο εγράψαμεν και αυτάς τας γραμμάς.

Παντοκράτορας