Ο ΑΘΗΝΑΓΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΕ΄ ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΔΕΥΤΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Του πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Ε. Βολουδάκη

 

Για τον Οικουμενισμό έχουν γραφεί και εξακολουθούν να γράφονται πολλά και αξιόλογα, ιδίως από του έτους 1961 –που άρχισε να εκδίδεται ο Ορθόδοξος Τύπος– μέχρι σήμερα. Έγινε και γίνεται, αναμφισβήτητα, ένας κραταιός αγώνας πιστών Ορθοδόξων –Κληρικών και Λαϊκών– εναντίον εκείνων που επιδιώκουν να υποβιβάσουν την αποστολή της Εκκλησίας από «Εργαστήριον Αγίων» αιωνίου Ζωής σε επιγείου ζωής μορφωτικό Κολλέγιο για «την βελτίωση του ήθους των αν­θρώπων» (!), όπως ακούσαμε με φρίκη πρόσφατα να διακηρύττουν αρχιερατικά χείλη!

Σ’αυτον τον αγώνα δέχθηκε και εμένα από την νεαρή μου ηλικία ο αγιώτατος π. Μάρκος Μανώλης, προς τον οποίον αισθάνομαι ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη, γιατί φιλοξένησε από του έτους 1979 κείμενα και της δικής μου ισχνής αλλά και ολόθερμης μαρτυρίας στον αγωνιστικό «Ορθόδοξον Τύπον» και με κατέστησε –στα 42 χρόνια της πνευματικής μας επικοινωνίας– κοινωνόν του πνευματικού του θησαυρού, των σκέψεων και οραματισμών του, αλλά και της θλίψεώς του για την σκανδαλίζουσα ποιμαντική πολλών Κληρικών, ιδίως δε, Ιεραρχών.

Πριν, όμως, προχωρήσω στο θέμα μου, παρακαλώ τους αγαπητούς αναγνώστες να δώσουν προσοχή και να κρίνουν αυτά καθ’ εαυτά τα γραφόμενα, γιατί, δυστυχώς, πολλοί δίδουν μεγαλύτερη έμφαση στους τίτλους και στην προβολή του προσώπου που γράφει και όχι στο τι γράφει! Θα παρακαλέσω, επίσης, να μη εκλαμβάνονται τα κείμενά μου ως “χάραξη γραμμής” αλλά ΜΟΝΟ σαν προσωπική μου θεώρηση και μαρτυρία. Παιδιόθεν εκφράζω την γνώμη μου, ποτέ, όμως, δεν επεδίωξα να “χαράξω γραμμή”, για να δημιουργήσω οπαδούς, αλλ’ούτε, βεβαίως, απέτρεψα ποτέ κάποιον από το να ασπασθή τις απόψεις μου.

Αυτό το τελευταίο, πρέπει να το προσέξουν πολύ εκείνοι που ευθέως η με υπονοούμενα με συκοφαντούν, θεωρούντες ότι το να ασπαζεται κάποιος τις απόψεις σου, σημαίνει ότι εσύ επιδιώκεις την δημιουργία «τάσεως», όπως συνέβη με την αντιμετώπιση του άρθρου μου «Η Περιλάλητος Σύνοδος της Κρήτης απέθανε και ετάφη» (Ο.Τ. 22-7-2016). Χωρίς να κάνουν τον κόπο να παρουσιάσουν στους αναγνώστες τους τα κατά τη γνώμη τους επιλήψιμα σημεία του άρθρου μου, εσκύλευσαν τον τίτλο του και ενόμισαν πως εξουδετέρωσαν τα γραφόμενα και την «τάση», που, κατά τη γνώμη τους, είχε δημιουργηθεί από αυτά!

Το άρθρο μου εκείνο εξέφρασε απλώς την δική μου άποψη, όπως και κάθε άρθρο μου, που με παρακίνηση της συνειδήσεώς μου γράφω. Γιατί πρέπει κάποιος να με φιμώση, για να υπερισχύση η δική του άποψη;

Υπεστήριξα και εξακολουθώ να υποστηρίζω πως η Σύνοδος της Κρήτης ήταν ένα επί πλέον θεολογικό ατόπημα, στο οποίο συνέπραξε η πλειοψηφία των Προκαθημένων, γιατί σύρθηκε από εντολές Πολιτικής σκοπιμότητος(!), και ότι οποιαδήποτε ενασχόληση μαζί της, της δίδει σημασία και στους πρωτεργάτες της δικαιώματα, για να φοβερίζουν περιδεείς συνειδήσεις. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι ανέτρεψε το Πιστεύω της Ορθοδοξίας η ότι με την δυναμική της θα αλλοιώση την Εκκλησία ! “Με ’γειά τους με χαρά τους”! Αυτοί αναλαμβάνουν την ευθύνη έναντι του Θεού και της Ιστορίας με το να μη αφήνουν τη Σύνοδο αυτή να λησμονηθή. Ας συνεχίσουν με τις απόψεις και την τακτική τους. Γιατί πρέπει να στοιχηθούμε όλοι με την δική τους άποψη, άλλως “φίδι που μας έφαγε”; Πως η συνείδηση ενός ανθρώπου που εξομολογείται και κοινωνεί, ανέχεται να αποδίδη μομφές και σκοπιμότητες στα γραπτά και στο πρόσωπο άλλου συναγωνιστού, ο οποίος, μάλιστα, δεν διαφωνεί επί της ουσίας, αλλά μόνο ως προς την τακτική που πρέπει να ακολουθηθή;

Αν ξαναδιαβάσουμε την ξεχασμένη Ιστορία της Εκκλησίας μας, ψύχραιμα και εποικοδομητικά, θα διαπιστώσουμε ότι όλοι εκείνοι που επιβουλεύθηκαν η “παζάρεψαν” την ακρίβεια της Ορθοδόξου Πίστεως, έκαμαν “μια τρύπα στο νερό” και είχαν οικτρό τέλος. Τότε θα ειρηνεύσουμε και μόνο τότε υπάρχει ελπίδα να ξεφύγουμε από όλες αυτές τις μικρότητες και την Ορθοδοξοδειλία και να επακολουθήση ένας γόνιμος διάλογος μεταξύ των συναγωνιστών, να διατυπωθούν θέσεις και αντιθέσεις –καθ’ ότι ουδείς αλάθητος– και να δώσουμε όλοι μαζί ένα ουσιαστικό «παρών» ενωμένων Ορθοδόξων ψυχών, σ’ αυτές τις μοναδικά δύσκολες ημέρες που διανύουμε.

* * *

Ο χρόνος τρέχει και η ροή του έχει «διανοίξει ημών τον νουν» και έχει αποκαλύψει πολλά, ακόμη και σε εμάς, που, παρά την ηλικία μας, έχουμε ακόμη νηπιάζουσα πνευματική όραση, γι’αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να παραθέσω και πάλι κάποιες σκέψεις μου, με την φιλάδελφη ελπίδα πως ίσως φανούν χρήσιμες σε κάποιους αδελφούς μας, που πελαγοδρομούν με τα όσα αντιφατικά πληροφορούνται από το κατακερματισμένο αντιοικουμενιστικό μέτωπο, ως προς την ακολουθητέα θεολογική και εκκλησιαστική στρατηγική. Πως να γνωρίζης, άλλωστε, το πως θα αγωνισθής, αν δεν γνωρίζης από που κινδυνεύεις περισσότερο; Γιατί –πρέπει αυτό να το ξεκαθαρίσουμε– ο αντιοικουμενιστικός αγώνας γίνεται αποκλειστικά για την δική μας προστασία και σωτηρία και όχι για την σωτηρία της Εκκλησίας, αφού κατά την πνευματική διατύπωση του Πατρός μας, π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, «Η Εκκλησία σώζει, δεν σώζεται»!

Μελετώντας κανείς με πνευματικό τρόπο το ιστορικό τόσων αιώνων ανθενωτικών αγώνων, διακρίνει καθαρά ότι και στον καιρό μας ο Οικουμενισμός και ο σκοπός που επιδιώκει δεν άλλαξαν, άλλαξε, όμως, και –όπως φαίνεται, άλλαξε πολύ– ο τρόπος, η αιτιολογία και, κυρίως, έγινε απόλυτη ταύτισή της με τα πολιτικώς ορθά, που επιβάλλονται κάθε μέρα όλο και περισσότερο τυραννικά, «αντιστάσεως μη ούσης», σε ολόκληρη την ναρκωμένη ανθρωπότητα. Άλλαξαν στις μέρες μας ακόμη και οι Παραδοσιακοί και πνευματικοί Επίσκοποι της Εκκλησίας μας, που ήσαν κάποτε ανύστακτοι φρουροί της Πατρώας Πίστεως και άρχισαν να “βάζουν νερό στο κρασί τους” μετά τα πολλά “σούρτα-φέρτα” στις ξένες Χώρες, με τους συγχρωτισμούς με αλλοδόξους και αλλοπίστους, με τις ευγένειες των σαλονιών και τις σαγηνευτικές δωροληψίες, που κάμπτουν ψυχικές αντιστάσεις μέσα στην ομιχλώδη ζάλη «του κόσμου τούτου»!

Για να τιθασεύσουμε, λοιπόν, αυτό το Ενωτικό και Ανθενωτικό φαινόμενο, τουλάχιστον στα πλαίσια των περιορισμών του γραπτού λόγου, επέλεξα να κωδικοποιήσω, στη συνέχεια, κάπως περισσότερο αυτό το άρθρο μου, για να διευκολυνθή η συν­εννόησή μου με τους αναγνώστες, αρχίζοντας από τον απόλυτο προσδιορισμό του ανθενωτικού αγώνος της Αληθείας κατά του ψεύδους.

Έχω την σκέψη, και την θέτω ενώπιον των Πατέρων και των αδελφών μου, ότι στη σημερινή εποχή του Συγκρητισμού και της ισοπεδώσεως των εννοιών και των πιστευμάτων, είναι αναγκαίο να μιλούμε πλέον για την Παναίρεση του Οικουμενισμού, όχι με το χαϊδευτικό αυτό όνομά του, το οποίο πολλοί εκμεταλλεύονται, για να παραπλανήσουν τους πιστούς πως τάχα με τον Οικουμενισμό νοιάζονται για την εν Χριστώ ενότητα όλων των Χριστιανών, αλλά με το Ονοματεπώνυμο, που έχουν όλες οι μεγάλες αιρέσεις, των οποίων οι επιπτώσεις συνεχίζονται και μετά την καταδίκη τους από τις Οικουμενικές Συνόδους, όπως ο Μανιχαϊσμός, ο Αρειανισμός, ο Νεστοριανισμός, ο Πελαγιανισμός, ο Ωριγενισμός, ο Παπισμός, ο Βαρλααμισμός κ.α. Συνεπώς, η Παναίρεση των ημερών μας, πρέπει να αποκληθή ΑΘΗΝΑΓΟΡΙΣΜΟΣ, διότι στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στις δοξασίες του αθλίου Πατριάρχου ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ, ο οποίος, ξεπερνώντας σε πανουργία τους προ αυτού αιρεσιάρχας, δεν παραχαράσσει απλώς σε κάποια σημεία την δογματική Αλήθεια της Ορθοδοξίας, για να επιτύχη την ένωση Ανατολής και Δύσεως, αλλά, διαγράφει τους επί εννέα αιώνες (μετά το Σχίσμα) αγώνες των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, εισηγούμενος την πλήρη κατάργηση της Θεολογίας!

Με το εωσφορικό σύνθημά του «αγάπη άνευ όρων και ορίων», έκαμε την άρση του Αναθέματος κατά της Δυτικής πλάνης, θέτων τον άκρατο και άλογο (αφού καταργούνται οι όροι και τα όρια) συναισθηματισμό ως ηγεμόνα και οιακοστρόφον της Εκκλησίας του Χριστού μας, ώστε με την αγαπόμορφη αυτήν πανουργία να ανοίξη ο δρόμος και, ευχερώς, πλέον, χωρίς τον φραγμόν της Θεολογίας να γίνη η Εκκλησία μας “ξέφραγο αμπέλι” για την εξυπηρέτηση των πολυποικίλων πολιτικών σχεδιασμών!

Ας μου επιτραπή να επαναλάβω μια περικοπή από εκείνα που έγραψα στο άρθρο μου «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ», που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2014 στον «Ορθόδοξον Τύπον», για να γίνουν πιο κατανοητά όσα προείπα:

«Νοείται Πατριάρχης να γράφη ότι με την άρση των αναθεμάτων (Ανατολής και Δύσεως) “επανήλθοµεν αυτοµάτως εις την προ του 1054 εποχήν, καθ’ ην υπήρχον µέν διαφοραί µεταξύ των δύο εκκλησιών και ενίοτε σκληρότερον εκδηλούµεναι, αλλά διετήρουν την ενότητα εν τοις Ι. Μυστηρίοις και ιδίως εν τω κοινώ Ποτηρίω, ποία νέα µετά το 1054 εµπόδια ενεφανίσθησαν κωλύοντα την επάνοδον εις την προ αυτού εποχήν;”!

Είχε το “κουράγιο” να ερωτά τους θεολόγους περί του τι άλλαξε από του 1054 έως της 7ης Δεκεμβρίου 1965 (ημέρα άρσεως των αναθεμάτων), ενώ ταυτόχρονα ο Πατριάρχης ήταν “γυμνός” ακόμη και από στοιχειώδη Ιστορική γνώση; Δεν είχε, άραγε, ποτέ πληροφορηθεί περί των Σταυροφοριών, περί της Ιεράς Εξετάσεως, περί της εγκαθιδρύσεως Κράτους με Αρχηγό (=Πρόεδρο) τον Πάπα, περί υπουργοποιήσεως των Επισκόπων και της μετατροπής τους σε Καρδιναλίους;

Δεν είχε πληροφορηθεί ότι οι Λατίνοι –μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους του Καρλομάγνου– έπαψαν, οριστικά πια, να θεολογούν «αλιευτικώς» και θεολογούν «αριστοτελικώς», έχοντες τον Αριστοτέλη «ως τρίτον και δέκατον των Αποστόλων»; Δεν είχε πληροφορηθεί τους σχετικούς με αυτά αγώνες του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, το «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» απάσης, που ανυψώνει τον Άγιον Παλαμάν ως Οικουμενικόν Διδάσκαλον;

Δεν είχε πληροφορηθεί ότι στη Δύση δεν εκλέγεται Επίσκοπος Ρώμης αλλά Αρχηγός Κράτους και, μάλιστα (όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός), όχι από το Σώμα των Επισκόπων αλλά από τους υπουργούς του, τους Καρδιναλίους;

Δεν είχε πληροφορηθεί το αποκορύφωμα της πτώσεως του «Εωσφόρου της Δύσεως», που αυτοανακηρύχθηκε Αλάθητος(!) και υποκατέστησε την Εκκλησία με τον εαυτόν του, δηλαδή, με ένα άτομο, το οποίο δεν λογαριάζει κανένα και δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα;

Το Σχίσμα της Δύσεως από την Ανατολή είναι μόνο θέμα αναθεμάτων; Είναι θέμα που λύεται δια της αναγνώσεως αυτοσχεδίων ευχών σκοπιμότητος; Γιατί, βεβαίως, Ευχή για άρση Αναθέματος κατά της πλάνης του Εωσφόρου δεν έχει ποτέ συνταχθεί με την Χάριν και τον Φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος!»!

Βεβαίως, υποκινητής των Πολιτικών, για να μεταχειρίζονται τους Κληρικούς, χρυσοπληρώνοντάς τους, για να διαιωνίζουν την Παναίρεση, είναι ο Παγκόσμιος Μασωνισμός. Αυτό αποδεικνύεται από πολλά, αλλά και από το πρόσωπο που επελέγη, για να διαγράψη την Θεολογία (που είναι το ανυπέρβλητο εμπόδιο της πλάνης), δηλαδή ο Αθηναγόρας, ο οποίος υπήρξε συνεπής συνδρομητής και υψηλόβαθμο στέλεχος της Μασωνίας (σημ.: φωτοτυπία της συνδρομής του Αθηναγόρα στη Μασωνική Στοά είχαμε δημοσιεύσει στο άρθρο μας «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ: “ΦΑΝΑΡΙ” Η “ΛΥΧΝΙΑ”;», φ. 2106 «ΟΡΘ. ΤΥΠΟΥ», 26-2-2016), και χάριν αυτού «αποκλείσθηκαν από τον τότε Τούρκο Νομάρχη Κωνσταντινουπόλεως, με διαταγή της Αμερικής, όλοι οι υποψήφιοι Μητροπολίτες της Πατριαρχικής Συνόδου, για να εκλεγή Πατριάρχης ο Αμερικής Αθηναγόρας, για του οποίου την εκλογή παραβιάσθηκε και ο τεσκερές του 1923, ο οποίος καθορίζει ότι όλοι οι Οικουμενικοί Πατριάρχες πρέπει να είναι Τούρκοι υπήκοοι». (βλ. άρθρο μας «Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ: ΕΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΕΡΓΑΛΕΙΟΝ», φ. 1793 «ΟΡΘ. ΤΥΠΟΥ», 24-7-2009))!

Προφανώς, λοιπόν, δεν επαρκεί για την Παναίρεση της εποχής μας ο χαρακτηρισμός της γενικώς και αορίστως, ως Οικουμενισμός, διότι αυτός ορίζει μόνο την επιδίωξή του για την υπό προϋποθέσεις επανένωση Ανατολής και Δύσεως. Επαρκέστερο χαρακτηρισμό θεωρούμε τον Αθηναγορισμόν, ο οποίος περιέχει όλο το βάθος και τις επιδιώξεις της Παναιρέσεως. Επιδιώκει δαιμονιωδώς την άνομη ένωση του ψεύδους μετά της Αληθείας δια της ολοσχερούς καταργήσεως της Θεολογίας, διότι μόνο με την κατάργηση της Θεολογίας, και, συνεπώς, της Λογικής και της Αληθείας της Πίστεώς μας, μπορεί να επιτευχθή μια τόσο δαιμονική απροϋπόθετη ένωση!

Αυτό που έπραξε ο Αθηναγόρας, για πρώτη φορά συνετελέσθη στην Παγκόσμια Εκκλησιαστική Ιστορία, και αυτή η ειδοποιός διαφορά του συνιστά τον ΑΘΗΝΑΓΟΡΙΣΜΟ ως Παναίρεση, εφ’ όσον με το εωσφορικό σύνθημά του «αγάπη άνευ όρων και ορίων», άνοιξε τον δρόμο, όχι μόνο για την ένωση Ορθοδοξίας και Παπικής διαστροφής, αλλά για τη συγχώνευση της Ορθοδοξίας με όλες τις δαιμονικές θρησκείες της Υφηλίου, όπερ και πραγματοποιείται επί των ημερών μας! Γι’αυτόν, ακριβώς τον λόγο έγραψε ο Εκκλησιαστικός Πατέρας μας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος στις 10 Αυγούστου 1969, προς τον ακολουθούντα το Παλαιό Ημερολόγιο, π. Θεοδώρητον Μαύρον, ότι «ο Αθηναγόρας και ο Ιάκωβος Αμερικής και τινες άλλοι επεσώρευσαν τοσαύτας ευθύνας εις εαυτούς, ώστε ουχί μόνον εν ζωή, αλλά και μετά θάνατον θα ήτο δυνατόν να αποκηρυχθώσιν υπό της Εκκλησίας»! (Άρθρα-Μελέται-Επιστολαί, τόμος Β’, Σταμάτα 2017, σελ.327). Δηλαδή, φοβερή καταδίκη, που επεφυλάχθη σε αιρεσιάρχας!

Ο ΙΕ  ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΔΕΥΤΕΡΑΣ

Προτάξαμε τα περί του Αθηναγορισμού, προ της ερμηνείας του ΙΕ’ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας, που θα επιχειρήσουμε εν συνεχεία, διότι τα θεωρούμε αναγκαιοτάτη προϋπόθεση για την Ορθόδοξη προσέγγιση του τόσον πολύ κακοποιημένου νοήματος του Κανόνος αυτού, δεδομένου ότι μετά την αθεολόγητη και αδιάκριτη Σύνοδο της Κρήτης ήλθε πάλι στο προσκήνιο με κάποιες απόπειρες εφαρμογής του.

Επαναλαμβάνω για μια ακόμη φορά, ότι οι γραμμές, που θα ακολουθήσουν, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις επί του προκειμένου απόψεις μου, ότι δεν επιθυμώ να «χαράξω γραμμήν» η να δημιουργήσω «τάσιν», ούτε να αντιπολιτευθώ τους τυχόν αντιφρονούντας.

Παραθέτω τον Κανόνα:

«Τα ορισθέντα επί πρεσβυτέρων και επισκόπων και μητροπολιτών, πολλώ μάλλον και επί πατριαρχών αρμόζει. Ώστε, ει τις πρεσβύτερος η επίσκοπος η μητροπολίτης τολμήσειεν αποστήναι της προς τον οικείον πατριάρχην κοινωνίας και μη αναφέρει το όνομα αυτού, κατά το ωρισμένον και τεταγμένον, εν τη θεία μυσταγωγία, αλλά προ εμφανείας συνοδικής και τελείας αυτού κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει, τούτον ώρισεν η αγία σύνοδος, πάσης ιερατείας παντελώς αλλότριον είναι, ει μόνον ελεγχθείη τούτο παρανομήσας. Και ταύτα μεν ώρισται και εσφράγισται περί των προφάσει τινών εγκλημάτων των οικείων αφισταμένων προέδρων και σχίσμα ποιούντων και την ένωσιν της Εκκλησίας διασπώντων. Οι γαρ δι  αἵρεσίν τινα, παρά των αγίων Συνόδων η Πατέρων κατεγνωσμένην, της προς τον πρόεδρον κοινωνίας εαυτούς διαστέλλοντες, εκείνου την αίρεσιν δηλονότι δημοσία κηρύττοντος και γυμνή τη κεφαλή επ  ἐκκλησίας διδάσκοντος, οι τοιούτοι ου μόνον τη κανονική επιτιμήσει ουχ υποκείσονται, προ συν­οδικής διαγνώσεως εαυτούς της προς τον καλούμενον επίσκοπον κοινωνίας αποτειχίζοντες, αλλά και της πρεπούσης τιμής τοις ορθοδόξοις αξιωθήσονται. Οι γαρ επισκόπων, αλλά ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, και ου σχίσματι την ένωσιν της εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμών την εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι».

Πρόκειται, λοιπόν, για τον δέκατον πέμπτον από τους δέκα επτά Κανόνας, που εθέσπισε η ανωτέρω Σύνοδος, η οποία συνεκλήθη υπό του Μ. Φωτίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος 861 σε δύο Συνεδρίες, ίσως δε, γι’αυτό και έλαβε τον χαρακτηρισμό Πρωτοδευτέρα, αν και επ’αυτού οι απόψεις διίστανται. Πάντως, οι συνεδρίες της Συνόδου αυτής υπήρξαν αιματηρές(!) λόγω των επεισοδίων που δημιούργησαν οι αντιμαχόμενες μερίδες, οι οποίες –κατά την μαρτυρία του Ζωναρά– «ες τοσούτον την στάσιν αυτών προελθείν, ως και μέχρι ξιφουλκίας και φόνων χωρήσαι και ούτω διαλυθήναι την πρώτην εκείνην συνεδρίαν»(Ράλλη-Ποτλή Σύνταγμα, τ.Β , σελ.67-648)! Ο εκκλησιαστικός Ιστορικός Βασίλειος Στεφανίδης, εξετάζοντας τα αίτια της διαλύσεως της πρώτης συν­εδρίας της Συνόδου, γράφει: «ο Ζωναράς και ο Βαλσαμών ως αιτίαν διαλύσεως της Συνόδου αναφέρουσι την διάστασιν και σύγκρουσιν των ορθοδόξων και των ετεροδόξων επί δογματικών ζητημάτων αλλ’ αύτη είναι αστήρικτος εικασία και δεικνύει την δυσκολίαν ευρέσεως της σημασίας του ονόματος της Συνόδου» («Εκκλησιαστική Ιστορία», Αθήναι 1970, σελ. 348).

Και πράγματι, δεν ήταν αυτή η αιτία, εφ’ όσον η Σύνοδος κατ’ εξοχήν συνεκλήθη κατά του Πατριάρχου Ιγνατίου. Αυτό το υπογραμμίζει και ο Βαλσαμών: «Επί των ημερών του αγιωτάτου εκείνου Πατριάρχου κυρού Φωτίου, του το Νομοκάνονον συνθεμένου, συνεκροτήθη κατά του μακαριωτάτου Πατριάρχου Ιγνατίου Οικουμενική Σύνοδος».

Κατά την διάρκεια της πρώτης συνεδρίας, ετέθη –λόγω των επιστολών του Πάπα Νικολάου– προς συζήτηση, δηλαδή δευτερευόντως, το δογματικό ζήτημα του Πρωτείου του Επισκόπου Ρώμης, το οποίο ήλθε στο προσκήνιο με την εκθρόνιση του Ιγνατίου. Ο Πάπας Νικόλαος θεώρησε πως η Δογματική της Εκκλησίας μας δίδει στον Θρόνο της Ρώμης το προνόμιο να υπερέχη απολύτως των άλλων Επισκοπικών Θρόνων και δεν αρκέσθηκε στο «πρωτείον τιμής» ως «primus inter pares”. Γι’ αυτό επιμένουμε στο ιστορικό του Κανόνος, καθ’ότι έχει αποφασιστική σημασία για την ορθή προσέγγιση και ερμηνεία του ΙΕ Κανόνος.

Η Πρωτοδευτέρα (στο εξής Α & Β’), λοιπόν, συνεκλήθη για την ειρήνευση της Βασιλευούσης από την αντιπαλότητα των υποστηρικτών του Ιγνατίου, οι οποίοι, με τον τυφλό τους φανατισμό –όπως όλοι οι μετά «ζήλου ου κατ’επίγνωσιν» κινούμενοι– έφθασαν στο σημείο «ως και μέχρι ξιφουλκίας και φόνων χωρήσαι», πράγμα το οποίο αποδεικνύει περίτρανα ότι η αναταραχή δεν είχε αίτιο δογματικές διαφορές, εφ’ όσον στην Βασιλεύουσα δεν υπήρχε πλήθος ετεροδοξούντων (έστω και για το ζήτημα του Πρωτείου), αλλά μόνο δύο πλησιόχωροι στην Ρώμη Επίσκοποι που απέστειλε ο Πάπας Νικόλαος ως εκπροσώπους του, «τον Πόρτου Ροδοάλδον και τον Αναγνίας Ζαχαρίαν» (ο.α., Β. Στεφανίδου«Εκκλησιαστική Ιστορία»).Η αναταραχή στην Κωνσταντινούπολη ήταν τόσο σφοδρή (σημ.: είχαν προηγηθεί αυστηρά μέτρα του Βάρδα κατά του Ιγνατίου και των οπαδών του, «κακοποίησις, κάθειρξις, εξορία»), ώστε προκάλεσε την σύγκληση Συνόδου τόσο επισήμου, ως η σύγκληση Οικουμενικής, με αριθμό Επισκόπων πλέον των 318 και με την αυτοπρόσωπη παρουσία του Αυτοκράτορος Μιχαήλ, ο οποί­ος παρέστη «μετά πολλών μεγιστάνων». Η παρουσία του Αυτοκράτορος σε Συνόδους, ήταν πάντοτε ένδειξη της κρισιμότητος της καταστάσεως, και αποδεικτικό στοιχείο ότι η Σύνοδος συνεκλήθη για την ειρήνευση της Αυτοκρατορίας.

Η μερίδα των μετά φανατισμού υποστηρικτών του Ιγνατίου, υποκινούμενοι και από τους Κληρικούς εκείνους που δεν εμνημόνευαν τον Πατριάρχη Φώτιον, αλλά εξακολουθούσαν να μνημονεύουν τον Ιγνάτιον, δημιουργούντες σύγχυση και ταραχή στον λαό, είχε ένα ισχυρό αγωνιστικό κίνητρο: το ότι υπεστήριζε μια ασκητική προσωπικότητα, ένα άγιο Πατριάρχη. Δεν είχαν, όμως, οι υποστηρικταί του Ιγνατίου την πνευματική ορατότητα να διακρίνουν ότι εκείνος, κατ’ άνθρωπον μεν εκθρονίσθηκε από την Πολιτική εξουσία, αλλ’ ότι και Πατριάρχης είχε αναδειχθεί από την Πολιτική εξουσία, ως υιός του Αυτοκράτορος Μιχαήλ του Ραγκαβέ! Συν τοις άλλοις, δε, δεν είχε τον πολυποίκιλο εξοπλισμό του Φωτίου, ήταν αντίθετος με την πνευματική και εις βάθος επιστημονική μελέτη της Θεολογίας, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα έβλαπτε την Εκκλησία, και, κοντολογίς, αδυνατούσε να αντιληφθή την κρισιμότητα των καιρών και να αντιμετωπίση με αποτελεσματικότητα την εκ Ρώμης Παπική απολυταρχία.

Ο Ιγνάτιος, «εκλήθη και παρέστη», στην Α & Β’ Σύνοδο, η οποία τον καθήρεσε «συμφώνως προς τον 30ον Κανόνα των αγίων Αποστόλων», καθ’ ότι «εν τη Συνόδω εμαρτυρήθη υπό πολλών , ότι ο Ιγνάτιος εχειροτονήθη χωρίς να ψηφισθή υπό Συνόδου και ότι βία κατέλαβε τον θρόνον» (ο.α., σελ. 349).

Το σημαντικότερο, όμως –κατά την προσωπική μου άποψη– αποδεικτικό στοιχείο ότι η Α & Β’ Συν­οδος συνεκλήθη με κύριο σκοπό την ειρήνευση της Αυτοκρατορίας και την αποτροπή σχίσματος, από την εξαγριωμένη διάσταση υποστηρικτών του Ιγνατίου και του Φωτίου, είναι ότι από την Συν­οδο αυτή δεν διεσώθησαν Πρακτικά, αλλά μόνο οι 17 Κανόνες, οι οποίοι εκφράζουν και τον αποκλειστικό σκοπό της συγκλήσεώς της. Ιδιαιτέρως ο ΙΕ Κανών είναι εκείνος, που με την διατύπωσή του καθιστά σαφές ότι ΜΟΝΟ αίρεση κατεγνωσμένη σαφώς υπό της Εκκλησίας δικαιολογεί την διακοπή του Μνημοσύνου του Επισκόπου από τους Κληρικούς του, και πάλι, χωρίς να υποχρεώνωνται οι Κληρικοί στη διακοπή της μνημονεύσεως του αιρετικού Επισκόπου! Τόση έμφαση και σημασία δίδει η Εκκλησία μας στην Ειρήνη, και τόσο φρικτή θεωρεί την διάσπαση και τα σχίσματα μεταξύ των πιστών, ώστε θεωρεί ως εντελώς αβλαβή την ανοχή εκ μέρους των Κληρικών ακόμη και των αποδεδειγμένως αιρετικών Επισκόπων!

Είναι, άραγε, τυχαίο, ότι ο ΙΕ Κανών της Α & Β’ είναι ο μοναδικός Κανών που επιτρέπει στους Κληρικούς όλων των βαθμών την διακοπή μνημοσύνου του Επισκόπου προ Συνοδικής καταδίκης αυτού, και αυτό, βεβαίως, ΜΟΝΟ εάν ο Επίσκοπός τους κηρύσσει «αιρεσίν τινα, παρά των αγίων Συνόδων η Πατέρων κατεγνωσμένην»; Ασφαλώς και δεν είναι τυχαίο. Διότι τότε, εμάχοντο υποστηρίζοντες μέχρι θανάτου, ο καθένας με την δική του ερμηνευτική την Κανονικότητα Ιγνατίου και Φωτίου. Εμάχοντο για την Κανονικότητα των Πατριαρχών, όχι κατηγορώντας τους για αίρεση. Έπρεπε να ειρηνεύση η Βασιλεύουσα, με το να γίνη σαφής αντιδιαστολή της αιρέσεως από την έλλειψη Κανονικότητος. Το μήνυμα της Συνόδου ήταν σαφές: Η Κανονικότητα είναι στην αποκλειστική ευθύνη και αρμοδιότητα των κατά τόπους Επισκοπικών Συνόδων και όποιος Κληρικός αντιτάσσεται καθαιρείται και αφορίζεται, ενώ, στην περίπτωση «γυμνή τη κεφαλή» κηρυσσομένης αιρέσεως από Επισκόπους, τον λόγο έχουν (αν, βεβαίως το θέλουν και το κρίνουν επιβεβλημένο) και οι Επίσκοποι αλλά και οι Κληρικοί όλων των βαθμών, διακόπτοντες την μνημόνευση του ονόματος του αιρετικού Επισκόπου κατά τις Λατρευτικές Συνάξεις. Στα οξυμένα πάθη της περιόδου αυτής, η προβολή μιας δυνατότητος αντιδράσεως των Κληρικών στην ακραία Επισκοπική ασέβεια ήταν μια παραχώρηση της Συνόδου πνευματικά και ψυχολογικά επιβεβλημένη.

*  *  *

Όσα προεγράφησαν, εγράφησαν για την μεταφορά τους ως Ιστορική και Θεολογική πρακτική της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, για να συμβάλουν στον τερματισμό της εκκλησιαστικής αναταραχής των ημερών μας που οφείλεται στη διακοπή του μνημοσύνου Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εκ μέρους ευσεβών και αγωνιστών Κληρικών, οι οποίοι, όμως, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, δεν έλαβαν υπ’ όψει τους το πνεύμα που κρύπτεται όπισθεν του Ενός και Μοναδικού, άλλωστε, Ι. Κανόνος που επικαλούνται.

Δεν αρκέσθησαν, όμως, στη δική τους ερμηνεία του ΙΕ Κανόνος της Α & Β’ Συνόδου, αλλά επικαλούνται και τον Εκκλησιαστικό Πατέρα της Εκκλησίας μας, π. Επιφάνιον Θεοδωρόπουλον, τον οποίον παρουσιάζουν ως ευλογούντα την σημερινή επιλογή της παύσεως του μνημοσύνου Σεβασμιωτάτων Αρχιερέων της Εκκλησίας μας, για τον λόγον ότι συγκεκριμένοι Αρχιερείς εμπίπτουν τάχα στις προδιαγραφές του Κανόνος αυτού, ο οποίος δυνητικά επιτρέπει την διακοπή μνημοσύνου αιρετικού Επισκόπου από τους Κληρικούς του, προ Συν­οδικής καταδίκης αυτού!

Όλοι αυτοί οι σύγχρονοι ερμηνευταί των Ι. Κανόνων, όχι μόνο δεν έζησαν από κοντά τον π. Επιφάνιον, για να γνωρίσουν τον βαθύτατον Θεολογικόν και διακριτικόν νουν του και την ευρύτητα της Ορθοδόξου σκέψεώς του, αλλά και δεν έκαμαν τον κόπο να συσχετίσουν με την σημερινή πραγματικότητα εκείνα που έγραψε το 1969, το 1970 κ.εξ. ο π. Επιφάνιος, προς τον μοναχόν Νικόδημον και εν συνεχεία στον π. Θεοδώρητον Μαύρον και τον Διονύσιον Μπατιστάτον.

Για τους μαθητάς του π. Επιφανίου, παρ’ ότι εκείνος στην προς τον μοναχόν Νικόδημον Επιστολή του δεν προβαίνει σε λεπτομερή Ιστορική και Θεολογική ερμηνεία του ΙΕ Κανόνος, αλλά υπογραμμίζει μόνο ότι ο Κανών αυτός δεν είναι υποχρεωτικός αλλά δυνητικός, γίνεται σαφές ότι για να εφαρμοσθή χωρίς Κανονικές κυρώσεις για τους Κληρικούς που θα διακόψουν το μνημόσυνο του Επισκόπου τους πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:

  1. Ο Επίσκοπος των Κληρικών να κηρύττη «γυμνή τη κεφαλή» αίρεση καταδικασμένη από Οικουμενικές Συνόδους η από το consensus patrum. «Γυμνή (δε) τη κεφαλή», σημαίνει να κηρύττη αίρεση ανερυθρίαστα, με σκοπό να την επιβάλη δια της βίας στους Κληρικούς του.

Και 2. Να κηρύττη την αίρεση στις Λατρευτικές και Ποιμαντικές Συνάξεις. Αυτό σημαίνει το «επ  ἐκκλησίας διδάσκοντος».

Αυτά, συνέτρεξαν στο πρόσωπο του Πατριάρχου Αθηναγόρα και του τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου, για τους οποίους ο π. Επιφάνιος, όπως προείπαμε, έγραψε: «ο Αθηναγόρας και ο Ιάκωβος Αμερικής και τινες άλλοι επεσώρευσαν τοσαύτας ευθύνας εις εαυτούς, ώστε ουχί μόνον εν ζωή, αλλά και μετά θάνατον θα ήτο δυνατόν να αποκηρυχθώσιν υπό της Εκκλησίας»!

Δηλαδή, αναφερόμενος ο π. Επιφάνιος σ’ αυτούς τους σαφώς και αποδεδειγμένως αιρετικούς Αρχιερείς, έγραψε ότι όποιος δεν διακόψη το μνημόσυνό τους δεν αμαρτάνει ούτε μειοδοτεί σε Ορθοδοξία! Αυτό το επιβεβαιώνει ο ίδιος ο π. Επιφάνιος στην ανωτέρω μνημονευθεί­σα Επιστολή του προς τον π. Θεοδώρητον Μαύρον: «Αν ο Κανών της Πρωτοδευτέρας εθεώρει κατακριτέους τους μη παύοντας το μνημόσυνον αιρετικού Επισκόπου μέχρι της οριστικής καταδίκης αυτού, θα έλεγε τούτο ρητώς. Εκτός δε τούτου η Εκκλησία θα εγνώριζε τιμωρίας η έστω επιτιμήσεις Κληρικών ενεργησάντων ούτω». Στην ίδια, μάλιστα επιστολή αποκαλύπτει ο π. Επιφάνιος κάτι πολύ σημαντικό, που πρέπει να συνεκτιμηθή με τα δεδομένα του άρθρου μας: «….Απέκλεισα την αποκήρυξιν του Πατριάρχου. Απέτρεψα από της παύσεως του μνημοσύνου αυτού, αλλά δεν απέκλεισα ταύτην. Είδον αυτήν ως το έσχατον όριον ο επιτρέπουσιν εν προκειμένω οι Ι. Κανόνες»! (ο. α. Σελ.326-328). Δηλαδή, ο π. Επιφάνιος, απέτρεψε και το δυνητικόν, απλώς δεν το απέκλεισε!

Και, το εξαιρετικά σημαντικό: Ο π. Επιφάνιος δεν έγραψε ότι ΙΕ Κανών της Α & Β’ Συνόδου επεκτείνεται και στους Επισκόπους που συλλειτουργούν με τον Αθηναγόρα και τον Ιάκωβον η έχουν μετ’αυτού Εκκλησιαστική κοινωνία, ώστε να έχουν οι Κληρικοί την ευχέρεια να διακόψουν και το μνημόσυνο των μετ’ αυτών συλλειτουργούντων!

Γιατί περί αυτού πρόκειται. Σήμερα, όσοι Κληρικοί διέκοψαν το μνημόσυνο των Επισκόπων τους το έπραξαν όχι γιατί οι Επίσκοποί τους είναι αιρετικοί, αλλά γιατί συλλειτουργούν οι Επίσκοποί τους με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίον(!), τους Πατριαρχικούς και τινας άλλους συμπροσευχομένους με αιρετικούς και αλλοθρήσκους! Το προβλέπει αυτό ο ΙΕ Κανών της Α & Β’ Συνόδου; Όχι, βέβαια! Η μήπως προβλέπει ο Κανών ότι εφαρμόζεται και για τους Επισκόπους εκείνους που μετέσχον σε τραγελαφική Σύνοδο, όπως η Σύνοδος της Κρήτης, την οποία ουδείς Επίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος αντιμετωπίζει σοβαρά, ασχέτως των κατά καιρούς ευφήμων εκφράσεων κάποιων Επισκόπων για Εθνικούς λόγους, από σεβασμό προς τον θεσμό του Πατριαρχείου και προς περιορισμό του ρεζιλέματος εντός των τειχών;

Σε ένα σπάραγμα κειμένου του π. Επιφανίου διαβάζουμε αυτά που έγραψε σε κάποιους ψιθυριστάς, που τον κατηγορούσαν ότι δεν λειτουργεί, γιατί έχει κρίση συνειδήσεως, παρ’ότι συνιστά σε άλλους να μνημονεύουν τους Επισκόπους που συλλειτουργούσαν με τον Αθηναγόρα: «Παράπεμψον εις εμέ αυτόν, τους ψιθυριστάς, ίνα τελέσω ενώπιον αυτών την Θ.Λειτουργίαν η οιανδήποτε άλλην ιεράν Ακολουθίαν και με ακούσωσιν ιδίοις ωσίν μνημονεύοντα άνευ ουδενός δισταγμού των Επισκόπων της Εκκλησίας μου» (ο. α. Άρθρα-Μελέται-Επιστολαί τ.Β’,σελ.357).

Συμπέρασμα:Ένας τηλικούτος ανήρ, ένας στύλος της Ορθοδοξίας, που καθοδήγησε Θεοπρεπώς το Πλήρωμα της Εκκλησίας στις έσχατες και άνικμες πνευματικά ημέρες μας, δεν διενοήθη να διακόψη το μνημόσυνο των Επισκόπων της Εκκλησίας μας. Ποιός, μαθητευθείς σε Εκείνον, θα έχη το “κουράγιο” να παραστήση τον σωτήρα της Ορθοδοξίας, καθυβρίζων με την αποδοκιμασία που αρμόζει μόνο σε πωρωμένους και αδιστάκτους αιρετικούς, δηλαδή με την διακοπή του μνημοσύνου των Ορθοδόξων Επισκόπων μας;

Την απάντηση μας την δίδει ο ίδιος ο π. Επιφάνιος:

«Αδελφοί μου, φοβήθητε τους αιρετικούς και τους φιλαιρετικούς, αλλά φοβήθητε και τους ΥΠΕΡΟρθοδοξους. “Ουκ εκκλινείτε εις δεξιά ουδέ εις αριστερά” (Δευτ.5,32)» (ο. α. Σελ.358).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παντοκράτορας