Συνεχίζεται η επίθεσις κατά του κ. Χρ. Γιανναρά από θιασώτας του Σεβ. Περγάμου

Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος

Εις τον «Ο.Τ.» (φ. 2168/09.06.2017) εγράψαμεν δια την επίθεσιν του Πατριάρχου Κων/λεως  κατά του κ. Χρ. Γιανναρά. Ο κ. Γιανναράς εις συνέντευξιν κατά την διεξαγωγήν του Κολυμβαρίου είχεν αποδομήσει πλήρως την σύναξιν των Επισκόπων, εις την οποίαν προΐστατο ο Σεβ. Περγάμου. Ο Πατριάρχης εις ομιλίαν του εις το ίδρυμα Konrad Adenauer την 1ην Ιουνίου 2017, την οποίαν βεβαίως δεν είχε συγγράψει ο ίδιος, αλλά πρόσωπον που γνωρίζει καλά την «θεολογίαν» του Σεβ. Περγάμου, επέκρινε σφοδρότατα τον κ. Γιανναράν αναφερόμενος ονομαστικά εις αυτόν. Προφανώς εις το παρασκήνιον κρύπτεται η αντιζηλία Σεβ. Περγάμου και Χρ. Γιανναρά δια την θεωρίαν του «προσώπου». Η διαμάχη συνεχίζεται, όπως προκύπτει από τα γεγονότα. Γνωστή δια την υποστήριξίν της προς τον Σεβ. Περγάμου είναι η Ακαδημία του Βόλου, η οποία προσφάτως εξέδωσε συλλογικόν έργον προς τιμήν του Σεβ. Ι. Ζηζιούλα, το οποίον παρουσίασε την 12ην Μαΐου εις την Διεθνή Έκθεσιν Θεσσαλονίκης και δια τον οποίον ωμίλησαν μεταξύ άλλων ο π. Ιωάννης Χρυσαυγής, εκπρόσωπος τύπου του Πατριαρχείου εις το Κολυμβάριον, αλλά και ο εκδότης κ. Πέτρος Παπασαραντόπουλος. Ο εν λόγω εκδότης εις πρόσφατον βιβλιοπαρουσίασίν του εγκωμιάζει τον Σεβασμιώτατον και χαρακτηρίζει εσωστρεφή και φοβικήν την αντίληψιν του κ. Γιανναρά. Παραθέτομεν μέρος από την βιβλιοπαρουσίασιν, όπως αυτή εδημοσιεύθη εις το περιοδικόν «The Books’ Journal»  της 25ης Ιουλίου 2017:
«Το συλλογικό έργο με τίτλο Πρόσωπο, Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού σε ορθόδοξη και οικουμενική προοπτική. Σύναξις Ευχαριστίας προς τιμήν του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Δ. Ζηζιούλα είναι μία πολυεπίπεδη αναφορά στο έργο ενός από τους σημαντικότερους έλληνες θεολόγους της εποχής μας, του Ιωάννη Ζηζιούλα, Μητροπολίτη Περγάμου, για 31 συναπτά έτη, μετά την «αθρόον» εκλογή του το 1986, από την Ιερά Σύνοδο τον Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η παρουσίαση των σημαντικότερων πτυχών του θεολογικού έργου του Ιωάννη Ζηζιούλα από τα κείμενα που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο δίδει την ευκαιρία για μία διαφορετική, πολιτική ανάγνωση του έργου του Ζηζιούλα, την οποία θα αποτολμήσω με τις σκέψεις που ακολουθούν. Θα ξεκινήσω με μία προσωπική ανάμνηση.
Πριν από 22 χρόνια, τον Σεπτέμβριο του 1995, ενώ τα Βαλκάνια είχαν ήδη αναφλεγεί και ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία ήταν σε πλήρη εξέλιξη, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της πολιτικής ατζέντας ήταν ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια και στη νέα διεθνή πραγματικότητα. Τότε οργανώθηκε στη Χαλκιδική, από το Ινστιτούτο Ερευνούν και Πολιτικής Στρατηγικής, συνέδριο με θέμα «Ο ρόλος της Ορθοδοξίας στη νέα διεθνή πραγματικότητα». Τα ονόματα αυτών που συμμετεί­χαν είναι ενδεικτικά της σημασίας του συνεδρίου. Εκτός από τους πολιτικούς που πήραν μέρος, από ιερωμένους συμμετεί­χαν ο Περγάμου Ιωάννης, ο Ελβετίας Δαμασκηνός, ο Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος, ο πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός. Από πανεπιστημιακούς, ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, ο Ιωάννης Κολιόπουλος, ο Χρήστος Γιανναράς.
Από τις παρεμβάσεις ήταν προφανής μία βαθύτατη διάσταση απόψεων ανάμεσα στους συμμετέχοντες. Από τη μία πλευρά, ήταν εκείνοι που υποστήριζαν ότι η ορθόδοξη πίστη έπρεπε να είναι το βασικό κριτήριο στην επιλογή φίλων και εχθρών στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια. Οι ακραίοι υποστηρικτές αυτής της άποψης δεν δίσταζαν να δικαιολογήσουν, να νομιμοποιήσουν και να υποστηρίξουν κάθε είδους εγκλήματα που γίνονταν στο όνομα της ορθόδοξης πίστης. Υπήρχαν και κάποιοι που υποστήριζαν ότι η Ορθοδοξία θα μπορούσε να συμβάλει στην άμβλυνση των εθνικιστικών παθών και στην υπέρβαση των πολιτικών συγκρούσεων. Οι απόψεις αυτές ήταν μειοψηφικές στο συνέδριο, όπως άλλωστε και στην ελληνική κοινωνία.
Ανάμεσά τους ξεχώρισε η παρέμβαση του Ιωάννη Ζηζιούλα που μίλησε με θέμα το ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη νέα διεθνή πραγματικότητα. Εκεί άκουσα με έκπληξη τον Ζηζιούλα να υποστηρίζει ότι «χρειάζεται διάλογος της Ορθοδοξίας με τα σύγχρονα ρεύματα που αρδεύουν τον πολιτισμό της εποχής μας, τον δυτικό κυρίως πολιτισμό. Και ο διάλογος αυτός απαιτεί έντονη παρουσία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο, κάτι που οι υπάρχοντες ποιμένες και οι διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας αδυνατούν, φοβούμενοι, να προσφέρουν. […] Η Ορθοδοξία πρέπει να πολιτευτεί οικουμενικά. Οι τοπικισμοί είναι μάλλον αναχρονισμός. Οι ιδιαιτερότητες των λαών πρέπει να μείνουν σεβαστές, αλλά και να ανοίξουν τους ορίζοντές τους. Η καταδίκη του εθνοφυλετισμού από τους πατριάρχες της Ανατολής στην Κωνσταντινούπολη τον περασμένο αιώνα ήταν πράξη προφητική. Ισχύει κατ’ εξοχήν για τον αιώνα που έρχεται»
Είναι προφανές ότι επρόκειτο για μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση από εκείνη που επικρατούσε στον ελλαδικό χώρο, τόσο στο επίπεδο της θεολογίας όσο και της Εκκλησίας. Δεν είναι τυχαίο ότι στην παρέμβαση του Ζηζιούλα αντέδρασε έντονα ο Γιανναράς υποστηρίζοντας ότι «το ίδιο ισχύει και για την έννοια της οικουμενικότητας. Αρχίζουμε και την αντιμετωπίζουμε με το βατικάνειο περιεχόμενο της παγκοσμιότητας, είναι ολοφάνερο» για να λάβει την απάντηση «διαφωνώ με όσα είπε (ο Χρήστος Γιανναράς) για την οικουμενικότητα. Δεν βλέπω στην Ορθοδοξία καμία δυνατότητα καν να εκτραπεί σε βατικάνεια αντίληψη για παγκοσμιότητα».
Στο χώρο της ελλαδικής εκκλησίας, οι διαφορετικές φωνές από ιερωμένους, που εκφράστηκαν στη συνάντηση της Χαλκιδικής, περιθωριοποιήθηκαν εντελώς με την ανάδειξη του Χριστόδουλου στη θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών το 1998, ενώ στην ορθόδοξη θεολογία είχε επικρατήσει μία αντίληψη περίκλειστη, εσωστρεφής, φοβική, βαθιά αντιδυτική, με κύριους εκφραστές τους Χρήστο Γιανναρά, Βασίλειο Γοντικάκη και Ιωάννη Ρωμανίδη, όπου τα πάντα ανάγονταν στο μανιχαϊστικό ερμηνευτικό σχήμα Ανατολής-Δύσης».

Παντοκράτορας