ΦΛΕΓΟΝ ΚΑΙ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ

Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος

 

Ο Ο.Τ. δημοσιεύει σήμερον επιστολήν οκτώ Συλλόγων Διδασκόντων Εκκλησιαστικών Σχολών προς τας εκκλησιαστικάς αρχάς:

Προς:

Τον Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην κ. Βαρθολομαίον

Τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και Πάσης Ελλάδος  κ. Ιερώνυμον  και

Την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Τον Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Κρήτης κ.Ειρηναίον και

Την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Κρήτης

Παναγιώτατε,

Μακαριώτατε,

Σεβασμιώτατοι,

Είναι κοινή αντίληψη ότι τα τελευταία έξι περίπου χρόνια ένας  νέος άνεμος πνέει στην Εκκλησιαστική Εκπαίδευση. Όσοι Επίσκοποι έχουν στην έδρα τους Εκκλησιαστικό Σχολείο γνωρίζουν ότι τα εκκλησιαστικά σχολεία  πρωταγωνιστούν σε δράσεις με πανελλήνια εμβέλεια, σε διακρίσεις και πρωτιές σε πανελλήνιους και διεθνείς μαθητικούς διαγωνισμούς. Ο τοπικός τύπος κάθε σχολής εγκωμιάζει τις προσπάθειες αυτές.

Είναι ευλογία να ανακαλύπτει κανείς σήμερα μέσα στην μιζέρια των μικροσκοπιμοτήτων, τέτοιες οάσεις δροσιάς,  να βλέπει να ανθίζουν η  δημιουργικότητα και η ζωντάνια, να προβάλλει η Ελλάδα του μόχθου και της προκοπής.  Την ίδια στιγμή όμως, σύννεφα έρχονται να σκιάσουν  το τοπίο σαν τα σύννεφα του 2006.

Τότε, με την ίδια υπόσχεση της Αναβάθμισης των Σχολείων μας οδηγήθηκαν στο κλείσιμο οκτώ από αυτά, χάθηκε η Δ  τάξη Λυκείου – η κατ’ εξοχήν παραγωγική τάξη του σχολείου-, αποδιοργανώθηκαν και άρχισαν να χρηματοδοτούνται ελλιπώς τα οικοτροφεία. Αποδείχθηκε μάλιστα ότι οι περισσότερες υποσχέσεις αναβάθμισης ήταν αντισυνταγματικές.

Η προγραμματισμένη συζήτηση του θέματος στην Ιερά Συν­οδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και προφορικές πληροφορίες για επικείμενο νομοσχέδιο σαρωτικών αλλαγών (που αλλάζει τη μορφή, τη δομή και τους σκοπούς της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης) στον χώρο της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης μας επιβάλλουν να διατυπώσουμε και εμείς τις απόψεις μας. Κινούμαστε πρωτίστως από αγάπη για τους μαθητές και τα σχολεία μας, φοβούμενοι την ολιγωρία και την επανάληψη λαθών του παρελθόντος με τραγικά αποτελέσματα.

Δύο θέματα φτάνουν στα αυτιά μας :

1) Η Ίδρυση των Κέντρων Ιερατικής Μαθητείας (ΚΙΜ) και

2) Η αναβάθμιση των Εκκλησιαστικών  Λυκείων και Γυμνασίων.

Η κατάργηση της Δ  Λυκείου και η τραγική κατάληξη των Εκκλησιαστικών ΙΕΚ πρέπει να μας κάνει προσεκτικούς στην αποδοχή των ΚΙΜ, πολύ περισσότερο εάν αυτά θα βρίσκονται εκτός τυπικής εκπαίδευσης.  Στην περίπτωση αυτή υπάρχει ο κίνδυνος να χαρακτηρισθούν, αμέσως μετά την έναρξη της λειτουργίας τους, ως αντισυνταγματική μορφή εκπαίδευσης για να δίνουν αναγνωρισμένο τίτλο σπουδών.

Επιπλέον τα ΚΙΜ:

– Είναι σχολές αποκομμένες από τα υπάρχοντα σχολεία  και τις υποδομές τους

Χρειάζονται άλλο οικοτροφείο.

– Χρειάζονται διοικητικό προσωπικό ξεχωριστό των σχολείων.

– Απαιτούν επιπλέον χρηματοδότηση.

– Είναι ασαφές ποιός θα μισθοδοτεί τον ιερέα Διευθυντή και τους καθηγητές τους.

-Υπάρχει κίνδυνος να αντιδράσει γι’αυτά η ΟΛΜΕ και να οδηγηθούμε στα δικαστήρια.

Είναι λοιπόν τα ΚΙΜ δομές που θα επιβιώσουν η σαν τα ΙΕΚ θα σβήσουν εν τη γενέσει τους;

Κατά τη γνώμη μας αντί για τα καινοφανή ΚΙΜ, θα πρέπει να εφαρμοσθεί ο,τι και στα ΕΠΑΛ της χώρας μας, ο θεσμός της Μαθητείας. Το κάθε Εκκλησιαστικό Σχολείο θα περιλαμβάνει και το μεταλυκειακό έτος, αυτό της μαθητείας, όπως γίνεται στα ΕΠΑΛ, και οι σπουδαστές τους θα ασκούνται  κατ’ ελάχιστον τέσσερις ημέρες την εβδομάδα στις Ιερές Μητροπόλεις, Ιερούς Ναούς, Εκκλησιαστικά Ιδρύματα κ.α., κατ’ αναλογία με τους σπουδαστές των ΕΠΑΛ. Στη μεταλυκειακή αυτή τάξη η φοίτηση των κοριτσιών δεν θα επιτρέπεται, εφόσον θα πρέπει βασικά Υποχρεωτικά μαθήματα (Λειτουργική, Τελετουργική κ.α.) να γίνονται στο Ιερό του εκάστοτε Ναού. Η τάξη αυτή θα χορηγεί τίτλο κατάλληλο μόνο για χειροτονία Ιερέως.

Μπορεί μάλιστα να προβλεφθεί για την ενδυνάμωση των υπαρχόντων λυκείων το εξής: Οι απόφοιτοι  των Εκκλησιαστικών λυκείων να παρακολουθούν τους εννέα  μήνες μαθητείας, όπως ορίζει ο νόμος  για τους απόφοιτους  των  ΕΠΑΛ. Αν τώρα θέλουν να συμμετάσχουν στη μαθητεία απόφοιτοι άλλων τύπων λυκείων, αυτοί να υποχρεούνται να παρακολουθήσουν ένα επιπλέον έτος, όπου θα διδάσκονται μαθήματα που οι απόφοιτοι των εκκλησιαστικών λυκείων έχουν διδα­χθει στις 3 λυκειακές τάξεις. Στην περίπτωση που δεν νομοθετηθεί ο θεσμός της μαθητείας, θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα στους Επισκόπους να χειροτονούν ως έμμισθους κληρικούς, αποφοίτους των Εκκλησιαστικών Λυκείων, που φοίτησαν και τα τρία χρόνια σε Εκκλησιαστικό Λύκειο.

Όσον αφορά τώρα την Αναβάθμιση των υπαρχόντων εκκλησιαστικών Γυμνασίων και Λυκείων με τη μετατροπή τους σε σχολεία πρότυπα, αυτό πραγματικά είναι μία εξαιρετική σκέψη. Ωστόσο η πρόταση του κλεισίματος ενός σχολείου, εφόσον για 2 συνεχή έτη δεν συμπληρώνει τον αριθμό των 20 μαθητών ανά τάξη (δηλ. 60 για το γυμνάσιο και 60 για το λύκειο) είναι επιεικώς απαράδεκτη και ισοπεδωτική. Μπορούν άραγε να ισχύουν τα ίδια κριτήρια για κεντρικά σχολεία και για σχολεία της επαρχίας; Δεν θα εφαρμόζεται εδώ η υπάρχουσα σχετική νομοθεσία ειδικών περιπτώσεων;

Η δεύτερη πρόταση της αύξησης του ωραρίου διδασκαλίας από τις 35 ώρες την εβδομάδα σε 42 στην πράξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί.  Ένα μεγάλο ιδιωτικό σχολείο με υποδομές θα μπορούσε ίσως να στηρίζει διδασκαλία 42 ωρών εβδομαδιαίως. Και τούτο γιατί διαθέτει αίθουσες μουσικής, καλλιτεχνικών, χορού, θεάτρου, πισίνες, κλειστά γυμναστήρια, εστιατόρια, αναρρωτήρια, κ.α. Τα σχολεία μας θα έχουν όλα αυτά; Ποιός Επίσκοπος μπορεί να σηκώσει το οικονομικό βάρος μέσα σε ένα έως δύο χρόνια από τώρα, να ετοιμάσει στο σχολείο του τις υποδομές αυτές, ώστε να κρατήσει τους υπάρχοντες μαθητές και να προσ­ελκύσει και άλλους;

Ακούμε επίσης ότι θα νομοθετηθεί η Ρωσική ως υποχρεωτική δεύτερη ξένη γλώσσα. Ωστόσο, κατανοώντας τη σημασία της Ρωσικής για την Ορθόδοξη παράδοση, αλλά φοβούμενοι τις πιθανές δυσκολίες και αντιδράσεις, προτείνουμε την ένταξή της ως γλώσσα επιλογής ανάμεσα στις ήδη διδασκόμενες, ώστε να μη αποθαρρυνθούν και όσοι μαθητές επιθυμούν να εγγραφούν στα σχολεία μας σε ενδιάμεσες τάξεις..

Άλλη πρόταση Αναβάθμισης που κυκλοφορεί ευρέως, είναι η θεσμοθέτηση εξετάσεων για την εισαγωγή μαθητών στα Εκκλησιαστικά σχολεία, ώστε να επιλέγονται οι άριστοι η έστω οι καλύτεροι. Αναμφίβολα όλοι επιζητούμε ανεβασμένο επίπεδο σπουδών στα σχολεία μας και αναζητού­με τους άριστους μαθητές. Θα μπορούσε όμως αυτό να επιτευχθεί ευκολότερα με ενίσχυση του θεσμού των υποτροφιών, οι οποίες –φευ!!-, ενώ υπήρχαν και δίνονταν κατά την εβδομάδα των Ιερατικών Κλίσεων, σταμάτησαν αιφνιδίως από το περυσινό σχολικό έτος. Οι υποτροφίες καλλιεργούσαν την άμιλλα των μαθητών και δρούσαν ενισχυτικά για παιδιά με χαμηλά εισοδηματικά κριτήρια, όπως είναι οι περισσότεροι μαθητές μας. Επιπλέον με τον τρόπο αυτόν δεν αποκλείονταν από την αρχή, όπως θα γίνει με τις εξετάσεις, μαθητές που αγαπούν πολύ την Εκκλησία, θέλουν να ιερωθούν, αλλά δεν είναι οι άριστοι.

Ακούγεται επίσης ότι τα οικοτροφεία δε χρειάζονται πια και θα πρέπει να κλείσουν. Σε μία εποχή μεγάλης οικονομικής κρίσης σαν τη σημερινή μπορεί άραγε να ευσταθεί το επιχείρημα αυτό η μήπως η Εκκλησία ως μάνα οφείλει να θρέψει τα παιδιά της όχι μόνο πνευματικά αλλά και υλικά;

Λέγεται τέλος ότι στα εκκλησιαστικά σχολεία θα καταργηθούν οι οργανικές θέσεις των καθηγητών, θα μεταφερθούν όλοι στις τοπικές Δευτεροβάθμιες Διευθύνσεις και από εκεί με αιτήσεις και μοριοδότηση, θα αποσπώνται για μία πενταετία, οι καλύτεροι από όσους καθηγητές το επιθυμούν. Με το μέτρο αυτό, αν οριστικοποιηθεί, όλοι οι καθηγητές θα είναι «περαστικοί», υπάρχει ο κίνδυνος να επιλέγουν τα σχολεία μας με κύριο κριτήριο την τοποθεσία τους (μιας και τα σχολεία μας βρίσκονται στις πρωτεύουσες των νομών) και όχι την ιδιαιτερότητα του έργου που εκεί επιτελείται.  Άραγε οι καθηγητές αυτοί θα συνεργάζονται αρμονικά με τον οικείο Μητροπολίτη; Θα αγαπούν άδολα την Εκκλησία; Η πιστεύει κανείς ότι η επιλογή καθηγητών σχολείου από τον τοπικό Επίσκοπο (όπως διαδίδουν κάποιοι αδαείς η επιπόλαιοι ότι θα γίνεται) μπορεί να σταθεί σε δικαστήριο; Είναι προτιμότερο να δοθεί έξοδος στους ελάχιστους συναδέλφους της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης που επιθυμούν να φύγουν από αυτήν και να μη επηρεασθεί η ισχυρή πλειοψηφία που στηρίζει τα σχολεία όλα αυτά τα χρόνια και μένει στις επάλξεις μέχρι τη σύνταξη.

Παλαιότερα υποστηρίζονταν ότι τα εκκλησιαστικά σχολεία έχουν υψηλότατο κόστος ανά μαθητή και άρα είναι ασύμφορα. Η άποψη αυτή αποδείχθηκε ότι στηριζόταν σε λανθασμένους υπολογισμούς και επομένως έχει καταρριφθεί. Σήμερα σε ολόκληρη τη χώρα υπάρχουν μόνο δέκα (10) εκκλησιαστικά σχολεία με κόστος ανά μαθητή ελαφρώς μεγαλύτερο από τον μέσο όρο του κόστους ανά μαθητή της Χώρας. Και σίγουρα πολύ μικρότερο από σχολεία ακριτικών περιοχών, νησιών κλπ.

Παναγιώτατε, Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι,

Δεν φοβόμαστε το καινούργιο, δεν αρνούμαστε τις καλές και μελετημένες αλλαγές.

Αγωνιούμε όμως στο όνομα μιας βεβιασμένης αναβάθμισης της δευτεροβάθμιας εκκλησιαστικής εκπαίδευσης που θα οδηγήσει στην γρήγορη και οριστική αυτοκατάργησή της.

Πιστεύουμε στον διάλογο, εμπιστευόμαστε τον Θεό σε ο,τι επιτρέψει να γίνει στην Εκκλησιαστική Εκπαίδευση. Έχουμε ταυτόχρονα τη συνείδησή μας ήσυχη ότι δεν αδιαφορήσαμε.

Για οποιαδήποτε διευκρίνιση η συζήτηση είμαστε πρόθυμοι. Άλλωστε είχαμε πολλά ακόμα σημεία να θίξουμε, αλλά και ο,τι καταθέσαμε το θεωρούμε αρκετό προς το παρόν.

Μετά βαθυτάτου σεβασμού και ευχόμενοι ολόψυχα Καλή Τεσσαρακοστή, ασπαζόμαστε τη δεξιά Σας.

Οι Σύλλογοι Διδασκόντων των Εκκλησιαστικών Σχολών της Ελλάδος

Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο-Γυμνάσιο Αθωνιάδας Εκκλησιαστικής Ακαδημίας

Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο Βελλάς

Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο-Γυμνάσιο Λαμίας

Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο-Γυμνάσιο Ξάνθης

Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο-Γυμνάσιο Πατμιάδος Εκκλησιαστικής Σχολής

Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο Πατρών

Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο-Γυμνάσιο Φλώρινας

Πατριαρχική Σχολή Κρήτης/Γενικό Εκκλησιαστικό Λύκειο-Γυμνάσιο Χανίων

 

 

 

Παντοκράτορας