Πῶς ὁ Οἰκουμενισμὸς διεμορφώθη εἰς τάς ΗΠΑ μέ τήν βοήθειαν τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΛΙΤ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
Ὁ Οἰκουμενισμὸς θριαμβεύει, διότι πανίσχυροι οἰκονομικοὶ παράγοντες, μὲ τεραστίαν ἐπιρροὴν εἰς τὴν πολιτικήν, προσφέρουν ἀμέριστον ὑποστήριξιν καὶ πλουσίαν χρηματοδότησιν.
Γράφουν ὁ Γέρων Παΐσιος Καρεώτης
καὶ ὁ Μοναχὸς Ἐπιφάνιος Καψαλιώτης
Μὲ μεγάλην ἐπιτυχίαν ἔγινε τὴν 24ην Ὀκτωβρίου εἰς τὴν Ρώμην, ἡ παρουσίασις τοῦ νέου βιβλίου τῶν ἐκδόσεων «Θέωσις», τῆς ἀδελφῆς Ὀλυμπίας Fronzoni, ἡ ὁποία πραγματοποιήθη μὲ τὴν συνεργασίαν τοῦ συνεργάτου τοῦ Ο.Τ. κ. Γεωργίου Καραλῆ, μὲ τίτλον «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία καὶ Οὐκρανικὸ Σχίσμα». Εἰς τὴν ἐκδήλωσιν παρευρέθη πλῆθος κόσμου, Ὀρθόδοξοι Ἰταλοί, Ρῶσοι, Βούλγαροι καὶ Ρουμάνοι, οἱ ὁποῖοι διαβιοῦν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Κατὰ τὴν ἐκδήλωσιν παρουσιάσθησαν πέντε εἰσηγήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀναφορὰν εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὸ Οὐκρανικὸν ζήτημα.
Ἡ εἰσήγησις, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ἡ ἐφημερὶς Ὀρθόδοξος Τύπος, ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ προηγούμενον φύλλον, μὲ τίτλον «Τὸ Φανάρι ὑπὸ τὴν πλήρη ἐποπτείαν τῆς ἀμερικανικῆς διπλωματίας». Εἰς τὸ παρὸν φύλλον δημοσιεύομεν τὴν εἰσήγησιν τοῦ Γέροντος Παϊσίου Καρεώτου καὶ τοῦ μοναχοῦ Ἐπιφανίου Καψαλιώτου, ἐνῶ εἰς τὰ ἑπόμενα φύλλα θὰ παρουσιασθοῦν αἱ εἰσηγήσεις τῶν κ. Γεωργίου Καραλῆ καὶ Βασιλείου Τουλουμτζῆ, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ εἰσήγησις τοῦ ἱερομονάχου Διονυσίου Σιλιόνοφ, ἡ ὁποία ἔγινε διαδικτυακῶς.
Νὰ ἀναφερθῆ ὅτι εἰς τὴν ἐκδήλωσιν ἦτο ἔντονον τὸ αἴσθημα τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης, τὸ ὁποῖον διακατεῖχεν ὅλους τοὺς παρευρισκομένους καὶ τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς εἰσηγητάς. Ἐπίσης, ἐπεβεβαιώθη διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ἡ ἐκτίμησις πρὸς τὴν ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐγνώριζον, ὡς ἕνα ἔντυπον Ὀρθόδοξον, Παραδοσιακὸν καὶ Ἀγωνιστικόν. Ἐκ τῆς θέσεως ταύτης νὰ εὐχαριστήσωμεν τοὺς διοργανωτὰς τῆς ἐκδηλώσεως διὰ τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ προσκαλέσουν τὸν Ο.Τ. νὰ παρουσιάση τὰς σκέψεις του. Νὰ εὐχηθῶμεν ὁ Κύριός μας νὰ προστατεύη καὶ νὰ χαριτώνη τοὺς συντελεστὰς τοῦ Ἐκδοτικοῦ Οἴκου «Θέωσις», εἰς τὸ δύσκολον ἔργον τους νὰ διαδώσουν τὴν Ὀρθοδοξίαν εἰς τὸ κέντρον τοῦ παπισμοῦ, τὴν Ἰταλίαν καὶ νὰ συνεχίσουν ἐπιτυχῶς τὰς ἐκδόσεις τους.
* * *
Κρίσιμες σημειώσεις επί της Οικουμενικής Κίνησης: οι σχέσεις διαπλοκής που την καθοδηγούν
Γέρων Παΐσιος καρεώτης, Μοναχός Επιφάνιος Καψαλιώτης
Πρόλογος
Αγαπητοί φίλοι, προκαταρκτικά οφείλουμε μια επισήμανση: η παρούσα εισήγηση, διαβάζεται ως ένα είδος εισαγωγής για ένα μεγαλύτερο (και πληρέστερο) κείμενο που ετοιμάζεται, που –κατά το δυνατόν– θα αναλύει διεξοδικά, όσα εδώ θα εκτεθούν συνοπτικά (οι βιβλιογραφικές σημειώσεις και παραπομπές, λόγω του προφορικού χαρακτήρα της εισήγησης, αφήνονται για το επερχόμενο μεγαλύτερο άρθρο).
Εισαγωγή
Τον Ορθόδοξο Κόσμο συγκλονίζει το Ουκρανικό ζήτημα: ένας -κατ΄ ουσίαν- αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος, που έλαβε την τελική μορφή του μετά την επικράτηση της Νεοναζιστικής ιδεολογίας στην Ουκρανία, κάτι που έγινε κατορθωτό να συμβεί, λόγω της βαθειάς εμπλοκής της Δύσης σ΄ αυτήν.
Είναι μία κρίση όμως -που ανάμεσα στα άλλα- είναι και βαθειά εκκλησιαστική. Μία κρίση που φέρνει στην επιφάνεια παθογένειες, που πλέον δεν μπορούν να κρυφτούν, όπως συνέβαινε έως τώρα. Παθογένειες που σχετίζονται με το δίπολο Ανατολή–Δύση, ένα δίπολο που στην δική μας οπτική, δεν περιγράφει απλώς ευρύτερους γεωγραφικούς ή έστω γεωπολιτικούς ορισμούς, αλλά, απολύτως διακριτές κοσμοεικόνες. Υπ΄ αυτήν την έννοια, η “Δύση” εμφανίζεται σε τμήματα της (γεωγραφικά οριζόμενης) Ανατολής, ενώ η “Ανατολή”, διακρίνεται πια σε τμήματα της (γεωγραφικά οριζόμενης) Δύσης… Αναφερόμενοι στην γεωγραφικά οριζόμενη “Ανατολή”, εννοούμε βεβαίως τον Ορθόδοξο Κόσμο και όχι την Άπω Ανατολή (δηλαδή την Ασία).
Η έρευνα που επομένως πρέπει να γίνει, οφείλει να ψηλαφίσει το πώς δομήθηκε το –σύγχρονο τουλάχιστον– πρόσωπο της “Δύσης” (εννοούμενης ως συνεκτικής κοσμοεικόνας), και δια ποίων τρόπων επιβάλλεται η αποδοχή του, από το απολύτως Έτερον, αυτό της “Ανατολής”. Πρέπει επομένως, να οριστεί η Δυτική κοσμοεικόνα, οι απαρχές της, και το πώς αυτές συνδυάστηκαν με μείζονες πολιτικές και οικονομικές επιδιώξεις, πλανητικής κλίμακας, ως μία ενιαία προβολή ισχύος. Η κατανόηση τούτων των ζητημάτων αποτελεί έργο απολύτως κρίσιμο, διότι δύναται να καταδείξει το λόγο της γενικότερης ενδο–ορθόδοξης κρίσης…
Ήδη από τις αρχές του 2000, στο πεδίο μελέτης των Διεθνών Σχέσεων και της Διπλωματίας, στην Δύση πρόβαλλε ως πυλώνας ισχύος η εργαλειοποίηση της Θρησκείας, καθώς είχε θεωρηθεί ότι αναπλήρωνε την έκλειψη της πολιτικής ιδεολογίας, που συνέβη μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου. Τότε γεννήθηκε και ο όρος “ήπια δύναμη” (soft power), θέλοντας να δηλώσει έναν πραγματικό πυλώνα επιβολής ισχύος, πλην, όχι στο πεδίο της ωμής δύναμης (βίας), που το απαρτίζουν οι στρατιωτικές δυνάμεις και τα κάθε λογής πολιτικά μέτρα επιβολής αυτής της ισχύος, αλλά, στο πεδίο της πειθούς, οπότε και σχετίζεται αμεσότερα με την “ηπιότερη” προώθηση θέσεων, καθώς και την προπαγάνδα, με κύριο αντικειμενικό σκοπό, την αναδιαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης προς την επιδιωκόμενη κατεύθυνση.
Στο ερώτημα, ποιός ο (νέος) ρόλος που καλείται η Εκκλησία και η θεολογία να παίξει, εντός του πλέγματος εργαλειοποίησής της, η απάντηση είναι απλή: ως (πολιτικά εκμεταλλεύσιμος) πυλώνας ήπιας ισχύος η Εκκλησία, χρησιμοποιείται προς σκοπόν του δυτικότροπου μετασχηματισμού της “Ανατολικής” κοινωνίας, διά της επιβολής σ᾽ αυτήν του κυρίαρχου δυτικού μοντέλου, που επιβάλλει την υιοθέτηση των “Δυτικών” αξιών της διαφορετικότητας, της σχετικοποιήσεως των παραδόσεων , μέσω του λεγόμενου πολιτισμικού διαλόγου, και την πλήρη αποβολή της Ορθοδοξίας (εφ’ όσον μιλάμε ειδικά για τις χώρες που κυριαρχεί η Ορθοδοξία), από την “Δημόσια Σφαίρα”, αφαιρώντας από την Ορθοδοξία τον λόγο για ο,τιδήποτε δεν θεωρείται αυστηρά “θεολογικό”.
Αν όσα, έως ώρας, φαίνονται ασαφή ή γενικόλογα, ας θέσουμε κάποια ερωτήματα που θα φωτίσουν το τί θέλουμε να πούμε και το γιατί προσεγγίζουμε τα εκκλησιαστικά προβλήματα, με το συγκεκριμένο τρόπο:
Γιατί, για παράδειγμα, υφίσταται μία ενιαία νέα θεολογία στις μείζονες Χριστιανικές Ομολογίες, διαμορφώνοντας έναν θεολογικό μινιμαλισμό, μια θεμελιώδη συμφωνία μεταξύ τους;
Πώς, και πού δομήθηκε αυτή η νέα θεολογία; Αποτελεί άραγε μία γνήσια ενδο-χριστιανική απόπειρα επίλυσης του προβλήματος του χωρισμού του Χριστιανικού Κόσμου, ή συνιστά ένα επιπλέον μέσο επιβολής πολιτικών αποφάσεων που ομογενοποιούν Λαούς και παραδόσεις;
Τα κοινά σημεία της νέας θεολογίας, σχετίζονται άραγε, με το αρχέγονο (original) περιεχόμενο της Χριστιανικής Αποκάλυψης όπως εκφράστηκε στην Γραφή, και εξηγήθηκε αυθεντικά στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας και τους Πατέρες της Εκκλησίας;
Τέλος, πώς (επανα)προσδιορίζεται η έννοια της Εκκλησιαστικής Παράδοσης, στα πλαίσια της Οικουμενικής θεολογίας, που ουσιαστικά είναι η νέα θεολογία;
Οφείλουμε πρώτιστα να εργαστούμε θεολογικά, όχι όμως παράγοντας μια “θεολογία εν κενώ”, ως η θεολογική συγγραφή να είναι αποκομμένη από τα ιστορικά γεγονότα και τους παράγοντες που τα δημιουργούν, αλλά, οφείλουμε να συσχετίζουμε τα θεολογικά προβλήματα με το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου γεννώνται, και που ουσιαστικά τα καθοδηγούν…
Επομένως, η έρευνα επί των εκκλησιαστικών ή θεολογικών προβλημάτων, οφείλει να πάει μακρύτερα, να ψηλαφίσει τις θεμελιώδεις απαρχές που συγκροτούν το ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς, εντός του οποίου αναδύονται τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά ζητήματα που μας ενδιαφέρουν (πχ το ζήτημα του εκκλησιαστικού Πρωτείου, το Ουκρανικό, το ζήτημα του Οικουμενισμού, το ζήτημα της εκκλησιαστικής ενότητας κλπ). Δεν εννοούμε να κάνουμε φιλοσοφικές έρευνες, αλλά μιλάμε πρώτιστα για την κατανόηση της ευρύτερου πλαισίου, εντός του οποίου, τα προβλήματα που μας ενδιαφέρουν, γεννώνται και αναπτύσσονται. Μιλάμε δηλαδή, για την μεγάλη εικόνα, εντός της οποίας εμφανίζονται τα επιμέρους.
Και η μεγάλη εικόνα δυστυχώς ΔΕΝ είναι θεολογική! Ή να το πούμε αλλιώς, η αφετηρία της δεν είναι θεολογική… Αυτό άλλωστε είναι και το θεμελιωδέστερο πρόβλημα της εκκοσμίκευσης (secularization) της θεολογίας, και της Εκκλησίας ευρύτερα: το ότι οι σύγχρονες θεολογικές και εκκλησιαστικές αναζητήσεις (όπως πχ το ζήτημα της χριστιανικής ενότητας, των διαιρέσεων κλπ), εκφράζουν βαθύτερους πολιτικούς και οικονομικούς σχεδιασμούς που υλοποιούνται με την βοήθεια ανθρώπων και μέσα από την Εκκλησία· ανθρώπων βαθειά συνδεδεμένων, έως εξαρτημένων από αυτά τα συμφέροντα.
ερώτημα, του τί μπορεί να ενδιαφέρει η αναζήτηση των πολιτικών και οικονομικών συσχετίσεων στα εκκλησιαστικά ζητήματα, η απάντηση είναι απλή: μας ενδιαφέρει, διότι αποτελούν τους κρίσιμους εκείνους παράγοντες που καθοδηγούν τις νέες τάσεις, τις ενδυναμώνουν, και ουσιαστικά καταστρέφουν τη θεολογία της Εκκλησίας, την ασκητική της, την οδό της σωτηρίας δηλαδή. Καταστρέφεται η εκκλησιαστική πίστις που συγκροτεί την συνέχεια της Παράδοσης, που είναι η ταυτότητά μας, το ποιοι, εν τέλει, είμαστε!
Η μεγάλη εικόνα
Ας μεταβούμε λοιπόν στην ψηλάφηση της “μεγάλης εικόνας”…
Η Δύση αντιλαμβάνεται την Ορθοδοξία, κυρίως, ως πολιτισμική και όχι απλώς ως θρησκευτική/εκκλησιαστική οντότητα, και την διαχειρίζεται εννοιολογικά, αποκλειστικά με όρους καθαρά πολιτικούς. Η πικρή πείρα του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας, κατέδειξε στους Ορθόδοξους λαούς το τί έχουν να αντιμετωπίσουν μετά το -νικηφόρο για την Δύση- τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης -ανάλογη με αυτήν της Γιουγκοσλαβίας, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα- επιβεβαίωσε τους φόβους: η Δύση πολεμά πιστή στο δόγμα του τόσο προβεβλημένου Samuel Huntington (Σάμιουελ Χάντιγκτον), πιο γνωστού από το έργο του “Η σύγκρουση των Πολιτισμών”, κεντρική θέση του οποίου είναι ότι,
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η σύγκρουση συνέβαινε μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και του κομμουνιστικού Ανατολικού Μπλοκ. Σήμερα όμως είναι πιθανότερο να συμβεί ανάμεσα στις κύριες παγκόσμιες κουλτούρες: επτά υπάρχουσες (i) δυτική, (ii) λατινοαμερικανική, (iii) ισλαμική, (iv) κινεζική, (v) ινδική, (vi) ορθόδοξη, (vii) ιαπωνική και μια πιθανή όγδοη (viii) αφρικανική.
Σε αυτήν τη βάση διατύπωσε το πώς αντιμετωπίζει η Δύση το μέγεθος της Ορθοδοξίας: με καθαρά γεωπολιτικούς όρους· “αν η Ρωσία γίνει δυτική, ο Ορθόδοξος Πολιτισμός θα πάψει να υπάρχει” διαπιστώνει ο Huntington.
Η μέθοδος που προτείνει απέναντι στην Δυτική ταχεία πολιτική φιλελευθεροποίηση (rapid political liberalization) των μη-δυτικών πολιτισμών, είναι μέσω της σταδιακής φιλελευθεροποίησης (gradual liberalization), δηλαδή, της σταδιακής ενσωμάτωσης κρατών, κοινωνιών και θρησκειών στις κυρίαρχες δυτικές αντιλήψεις: του φιλελευθερισμού και της άνευ ορίων και περιορισμών αγοράς, έχοντας ως πλαίσιο αναφοράς τον κοσμοπολίτικο διεθνισμό (cosmopolitan internationalism), που αντιτίθεται σθεναρά στην έννοια της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας.
Στόχος επομένως γίνεται η “ψυχή” μιας κοινωνίας, ενώ το μέσο που χρησιμοποιείται, είναι η σταδιακή ενσωμάτωση στις δυτικές αξίες μέσω της πολιτισμικής ώσμωσης σε αυτές. Το αποτέλεσμα το ξέρουμε: είναι η εκκοσμίκευση των θεμελιωδών υποστηριγμάτων της κοινωνίας, ανάμεσα στις οποίες -ίσως η πιο σημαντική- της θρησκευτικής της ταυτότητα, που σημαίνει την αποκοπή από την οικεία Παράδοση, την υιοθέτηση της θεμελιώδους φιλελεύθερης ιδέας του ατομισμού, που είναι με την σειρά του απαραίτητος, στην διαμόρφωση της καταναλωτικής κουλτούρας, σημείο αναφοράς του Αμερικανικού προτύπου, που οφείλει να αντιγραφεί.
Στην σημασία της θρησκευτικής ταυτότητας αναφέρεται και ο Huntington, όταν για την Ευρώπη διακρίνει τον Δυτικό από τον Ανατολικό Χριστιανισμό, συμφύροντας Παπισμό και Προτεσταντισμό από την μια, και αφήνοντας την Ορθοδοξία από την άλλη. Όταν ο Huntington αναφέρεται όμως στον “Δυτικό Χριστιανισμό”, έχει υπ΄ όψιν του την φιλελεύθερη διαμόρφωσή του, που στην Ευρώπη επιβλήθηκε από τις ΗΠΑ, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Β΄ΠΠ).
Μάλιστα ο Huntington προειδοποιεί ότι η μη φιλελευθεροποίηση της θρησκείας (στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει, της Ορθοδοξίας), δεν δύναται παρά να υποσκάψει την διαδικασία εκμοντερνισμού της χώρας-κοινωνίας στόχου, με κίνδυνο να ανατραπεί ο συνολικός σχεδιασμός.
Πρόσφατη επιχείριση σταδιακής πολιτικής-οικονομικής-πολιτισμικής ενσωμάτωσης που προωθεί η Δύση, είναι η περίπτωση της Ουκρανίας, όπου και εργαλειοποιήθηκε το ζήτημα της Ορθοδοξίας, με αποκορύφωμα την δημιουργία της νέας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας εκεί. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά γνωστός θεολόγος που εκφράζει την γραμμή του Φαναρίου (Ιωάννης Λότσιος), “η αυτοκεφαλία αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός και συνάμα ιστορικό αναφερόμενο στην ευρωπαϊκή ανάπτυξη. Η προσπάθεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την ανάδειξη αυτής της αυτοκέφαλης εκκλησίας, δίνει το δικαίωμα σε ένα λαό να πορευθεί ενωμένος και δυνατός, ενώ συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής ορθόδοξης κοινότητας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η νέα αυτοκέφαλη και ευρωπαϊκή Εκκλησία θα έχει πολλά να προσφέρει…”
Το ζητούμενο είναι δηλαδή η απορρόφηση της διακριτής Ορθόδοξης ταυτότητας σε μια υπερεθνική, διαπνεόμενη από τις δυτικές φιλελεύθερες αξίες, οντότητα (Ευρωπαϊκή Ένωση). Μάλιστα, από το “μακρινό” 2015 (ένα έτος μετά το πραξικόπημα του Μαϊντάν και την έναρξη του πολέμου στην Ανατολική Ουκρανία), Ουκρανός Ουνίτης θεολόγος (Mykhailo Cheremkov), κείμενο του οποίου αναδημοσιεύει(!) ο εν λόγω Έλληνας θεολόγος, περιέγραφε την διαμάχη με την Ρωσία, με όρους παρμένους αποκλειστικά από την πολιτική θεωρία του Huntington, ο οποίος τόνιζε: “Κατά μια έννοια, δεν είναι πλέον η Ρωσία ως χώρα, αλλά η Ρωσική Ορθοδοξία ως μια υπερεθνική κίνηση, που αποτελεί έναν γεωπολιτικό παράγοντα (που πρέπει να καταπολεμηθεί).” Η υπέρ της Ουκρανικής αυτοκεφαλίας θέση πάντως δεν είναι υποκριτική ως προς τους στόχους της· το πλέον σημαντικό άρθρο του Έλληνα θεολόγου που συζητάμε, που κυκλοφόρησε πριν την απόδοση της αυτοκεφαλίας, είχε τον τίτλο: “Η γεωπολιτική στρατηγική της ενωτικής Συνόδου”!
Η πολιτική-οικονομική-πολιτισμική ενσωμάτωση που προωθεί η Δύση, είναι λοιπόν το ζητούμενο, και οφείλουμε να αναζητήσουμε το πώς, τον τρόπο δηλαδή δια του οποίου επιχειρείται η επίτευξη του στόχου, όσον αφορά τον ρόλο της θρησκείας σε αυτήν.
Εδώ, σχεδόν αυτονόητα, προκύπτει το ζήτημα του διαχριστιανικού Οικουμενισμού (Cross-denominational Ecumenism), καθώς και των απαρχών του, ώστε μέσω αυτών να κατανοήσουμε την σημασία του στην αναμόρφωση της Ευρωπαϊκής ταυτότητας (μετά το τέλος του Β΄ΠΠ), δηλαδή, μιας αναμόρφωσης, που έθεσε ως πρόταγμα την υιοθέτηση ενός νέου προτύπου, το οποίο επέβαλλαν οι ΗΠΑ, ως η μόνη χώρα που βγήκε από τον πόλεμο αλώβητη, οικονομικά πανίσχυρη και μόνη ικανή να βοηθήσει οικονομικά τις κατεστραμμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης.
Οι ΗΠΑ και οι διεργασίες διαμόρφωσης του φιλελεύθερου Οικουμενικού πνεύματος
Πρώτιστα, χρειάζεται μία διευκρίνηση ως προς την βιβλιογραφία περί Οικουμενικής Κίνησης: σε αυτήν λοιπόν, απλώς περιγράφονται σχεδόν σε μορφή κατάλογου οι οικουμενικοί οργανισμοί, πρόσωπα και χρονολογίες, άνευ της παραμικρής συσχέτισης με εξω-εκκλησιαστικά κέντρα, πρόσωπα και τυχόν στοχεύσεις. Παρουσιάζονται ως μία -δήθεν- γνήσια επίπνοια του Αγίου Πνεύματος, το οποίο καλεί τους διασπασμένους Χριστιανούς, σε ενότητα. Αλλά τί ενότητα και πώς;
Εδώ, οφείλουμε να εξετάσουμε τις εξελίξεις στις ίδιες τις ΗΠΑ, πριν τον Β΄ΠΠ, καθώς το μέλλον του Οικουμενισμού όπως είναι γνωστό σήμερα, διαμορφώθηκε εκεί. Ειδικότερα την περίοδο 1900-1930.
Πράγματι, το φιλελεύθερο πνεύμα που διαπνέει τον Οικουμενισμό, αποκτά τότε στις ΗΠΑ έναν πανίσχυρο προστάτη, όσο και ανθρώπους σε καίριες θέσεις, που μαζί μπόρεσαν να διαμορφώσουν τους κατάλληλους συσχετισμούς δύναμης, ώστε να επικρατήσουν στο εκκλησιαστικό τοπίο και να απωθήσουν τις παραδοσιακές δυνάμεις. Οι άνθρωποι όμως πίσω από το φιλελεύθερο Οικουμενικό πνεύμα, είχαν στα χέρια τους έναν πανίσχυρο μηχανισμό: αναφερόμαστε συγκεκριμένα στην οργάνωση του YMCA (Χριστιανική Ένωση Νέων) και τον εξίσου πανίσχυρο ηγέτη του, John Mott (Μοτ, 1865-1955).
Δυο λόγια για τον Mott. Ο Mott που είναι πιο γνωστός ως ο “πατέρας της Οικουμενικής Κίνησης”, ήταν Μεθοδιστής, και ήδη από το 1915 έως το 1928 ήταν ο πανίσχυρος Γενικός Γραμματέας της Διεθνούς Επιτροπής του YMCA, ενώ από το 1926 έως το 1937 διατέλεσε πρόεδρος της Παγκόσμιας Επιτροπής του YMCA. Ήταν ο ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Φοιτητικών Χριστιανικών Ενώσεων (WSCF, 1895), που ήταν ουσιαστικά ο πανεπιστημιακός κλάδος του YMCA. Ακολούθως, προήδρευσε στο Συνέδριο του Εδιμβούργου το 1910 (που αποτελεί την επίσημη απαρχή της Οικουμενικής Κίνησης), που οδήγησε στην ίδρυση του Διεθνούς Ιεραποστολικού Συμβουλίου (International Missionary Council, IMC, 1921) του οποίου και πάλι ήταν πρόεδρος. Επίσης αποτέλεσε μέλος της ηγεσίας του συνεδρίου «Ζωή και Έργο» της Οξφόρδης το 1937 (που το 1948 ενσωματώθηκε ως η αντίστοιχη Επιτροπή στο ΠΣΕ), και έγινε τέλος αντιπρόεδρος της προσωρινής επιτροπής του ΠΣΕ.
Ειδικότερα, το YMCA πού έλεγχε ο Mott, ενσάρκωνε το πλέον φιλελεύθερο πνεύμα στον αμερικανικό Προτεσταντισμό και έγινε το διεθνές όχημα προώθησης των δύο κεντρικών αξόνων του φιλελεύθερου Προτεσταντισμού: του “Κοινωνικού Ευαγγελίου” (Social Gospel) και του Οικουμενισμού. Στις Καταστατικές Αρχές του (Παρίσι 1855), καταγράφηκε η δογματική του πεποίθηση ότι οι χριστιανικές εκκλησίες είναι ενωμένες και το YMCA αποτελεί έναν τρόπο έκφρασης αυτής της ενότητας! Ως δε Κοινωνικό Ευαγγέλιο, εννοούμε την προτεσταντική θεώρηση της εφαρμογής ευαγγελικών κανόνων στην εργασία (labor). Στις ΗΠΑ ιδιαιτέρως ουσιαστικά έως και την δεκαετία του 1930, οι ανάγκες που κάλυπτε το Κοινωνικό Ευαγγέλιο ήσαν τεράστιες: ευρεία χρήση παιδικής εργασίας, ανυπαρξία κρατικής πρόνοιας, ανυπαρξία εργατικής νομοθεσίας. Η ακραία φτώχεια στις εργατικές παραγκουπόλεις, λόγω των πενιχρών ημερομισθίων, και ότι αυτή συνεπάγεται (διαφθορά, βία, ανάπτυξη επαναστατικών τάσεων κλπ), διαμόρφωνε μία ολοένα και πιο εκρηκτική κοινωνική κατάσταση που αυξανόταν από τις συχνές οικονομικές κρίσεις που έφερνε η διαδικασία σχηματισμού των τεράστιων μονοπωλιακών ομίλων, οι οποίες σήμερα παρομοιάζονται ως “η Άγρια Δύση του Αμερικανικού Καπιταλισμού”.
Το YMCA εργαζόταν έτσι άοκνα, ανάμεσα σε άλλες εκκλησιαστικού χαρακτήρα οργανώσεις (πχ Στρατός Σωτηρίας) παρέχοντας ανακούφιση στις εργατικές μάζες, και το κυριότερο: επιτυγχάνοντας την πολυπόθητη κοινωνική ειρήνη που απαιτούνταν από το Κεφάλαιο που χρηματοδοτούσε την δράση του YMCA, ώστε να μη διακοπεί την κρίσιμη εκείνη εποχή (1880-1920) η διαδικασία μετασχηματισμού των μεγάλων εταιρειών σε μονοπωλιακούς ομίλους.
Στο σημείο αυτό ακριβώς έγκειται η διαπλοκή μεταξύ των Ολιγαρχών του πλούτου, των εκκλησιαστικών οργανώσεων και των προσώπων που ηγούνταν αυτών. Για την εποχή που συζητάμε (1900-1930), η πλέον γνωστή σχέση, ήταν αυτή του Mott με την οικογένεια Rockefeller (Ροκφέλερ), ιδιοκτήτριας της μεγαλύτερης πετρελαϊκής εταιρείας του Κόσμου, της Standard Oil (Στάνταρτ Όϊλ).
Ο Mott, από την θέση του ως ηγέτης του YMCA, καθοδήγησε, συνεργαζόμενος στενά με τους Rockefeller (πατέρα και υιό), στην απομόνωση ριζοσπαστικών στοιχείων εντός του Κινήματος του Κοινωνικού Ευαγγελίου (που ζητούσαν περισσότερα εργατικά δικαιώματα που η εργοδοσία δεν ήθελε να παραχωρήσει), όπως επίσης, εργάστηκε στην διαμόρφωση των όρων μετατροπής του Προτεσταντισμού στις ΗΠΑ, προς την φιλελεύθερη κατεύθυνση, που σήμαινε την εκκοσμίκευσή του, καθιστώντας τον με αυτόν τον τρόπο ανταγωνιστή στις σοσιαλιστικές ιδέες που στις αρχές του 20ου Αιώνα, ήσαν πολύ διαδεδομένες μεταξύ των Ευρωπαίων φτωχών μεταναστών, και που προκαλούσαν τρόμο στους εργοδότες.
Η εκκοσμίκευση καθίστατο επομένως η σημαντικότερη διεργασία, η οποία θα μετασχημάτιζε τις Προτεσταντικές εκκλησίες από “απαρχαιωμένες” δογματικές ομολογίες, σε σύγχρονες αστικές κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να εγγυηθούν την κοινωνική ειρήνη, και όχι τις αδιέξοδες -δίχως τέλος- δογματικές αντιπαραθέσεις. Επομένως, επιπλέον στόχος ήταν η εξάλειψη των δογματικών αντιπαραθέσεων μέσω της εξάλειψης των δογματικών αντιθέσεων μεταξύ των εκκλησιών. Σε αυτό το κεντρικό σημείο ακριβώς διασταυρωθήκαν το Κοινωνικό Ευαγγέλιο και ο Οικουμενισμός: στην μεταμόρφωση των εκκλησιών σε νέου -εκσυγχρονισμένου- τύπου δομών, που θα διευκόλυναν την ενσωμάτωσή τους στο νέο Αμερικανικό Πρότυπο που οραματιζόντουσαν οι Rockefeller, που αποτελούσαν τους κύριους εκπροσώπους του μεγάλου βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου.
Σε αυτήν την προοπτική εμφανίζεται η τόσο άγνωστη θεολογική διαμάχη, μεταξύ Παραδοσιακών και Φιλελεύθερων Νεωτεριστών Προτεσταντών, αρχικά εντός της Μεθοδιστικής εκκλησίας (Methodist church), και κατόπιν στο σύνολο των κύριων προτεσταντικών εκκλησιών των ΗΠΑ, κατά την δεκαετία 1920-1930. Η θεολογική αυτή διαμάχη, αποτέλεσε το αποκορύφωμα της διαπάλης μεταξύ των δύο που είχε ξεκινήσει στη εικοσαετία 1890-1910, που ήθελε την απόρριψη των δογματικών σημείων που διαφοροποιούσαν τους Μεθοδιστές από τις λοιπές προτεσταντικές ομολογίες, και ουσιαστικά επιζητούσαν έναν θεολογικό μινιμαλισμό, με έμφαση την προσαρμογή της πίστης στις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις και τις νέες ηθικές πιέσεις της εποχής. Επιζητούσαν δηλαδή τον “εκσυγχρονισμό” της εκκλησίας.
Στόχος των Νεωτεριστών, ήταν η επανερμηνεία του Ευαγγελίου υπό το φως της νεώτερης Επιστήμης και φιλοσοφίας, όσο και η ελευθερία της αποδοχής ή μη, κεντρικών σημείων του δόγματος (πχ το δόγμα της εκ παρθένου γέννησης του Χριστού). Η δε κριτική κατά των Παραδοσιακών ήταν ότι ο Φονταμενταλισμός (όπως χαρακτηρίστηκε ο χώρος των Παραδοσιακών) ήταν οπισθοδρομικός και μισαλλόδοξος (μη–ανεκτικός) που δεν επέτρεπε την δογματική ποικιλομορφία–διαφορετικότητα.
Ως αποτέλεσμα, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1930, οι υποστηρικτές του θεολογικού φιλελευθερισμού είχαν κερδίσει ουσιαστικά τη μάχη, με τους Νεωτεριστές να ελέγχουν όλες τις κύριες πανεπιστημιακές θεολογικές σχολές, τους κύριους εκδοτικούς οίκους, καθώς και τις ιεραρχίες των μεγαλυτέρων προτεσταντικών εκκλησιών των ΗΠΑ. Οι Παραδοσιακοί (δηλαδή οι Φονταμενταλιστές) αποχώρησαν, ιδρύοντας μικρότερους εκδοτικούς οίκους, πανεπιστήμια και θεολογικές σχολές.
Ο ρόλος του υιού Rockefeller στην διαμάχη ήταν τεράστια. Πρώτιστα μέσω της σταθερής χρηματοδότησης του YMCA, που αποτέλεσε κινητήριο μοχλό των Νεωτεριστών στην διαμάχη, μέσω του ελέγχου που ασκούσε στα πανεπιστήμια, όπως επίσης και μέσω της διαμόρφωσης -για πρώτη φορά στις ΗΠΑ- ενός υπερ-ομολογιακού προτεσταντικού οργανισμού που συσπείρωνε τις νεωτεριστικές δυνάμεις: το Δι-εκκλησιαστικό Παγκόσμιο Κίνημα (Interchurch World Movement, IWM). Δεν αποτελεί έκπληξη ότι πρόεδρος του Κινήματος ήταν και πάλι… ο Mott!
Η σημασία ο Ροκφέλερ που έδινε στο Κίνημα ήταν τεράστια. Επικοινωνώντας δε, με πλούσιους φίλους του, ζήτησε την οικονομική τους αρωγή στην ενίσχυση του IWM, και όχι των διάφορων προτεσταντικών εκκλησιών ξεχωριστά, διότι, όπως έγραψε χαρακτηριστικά σε έναν πλούσιο φίλο του:
Δεν γνωρίζω κανένα καλύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για έναν επιχειρηματία, για την ασφάλεια των επενδύσεών του, την ευημερία της χώρας και τη μελλοντική σταθερότητα της κυβέρνησής μας, από αυτό το Κίνημα.
Το Κίνημα αποδείχθηκε ότι ήταν ο κρίσιμος παράγοντας που υποστήριξε, διεύρυνε και καθοδήγησε την διασπορά της διαμάχης των Παραδοσιακών με τους Νεωτεριστές Φιλελεύθερους, πέραν των αρχικών ορίων της, πέραν δηλαδή της Πρεσβυτεριανής εκκλησίας, στο σύνολο των μεγαλυτέρων Προτεσταντικών εκκλησιών των ΗΠΑ. Τα χαρακτηριστικά του Κινήματος, ουσιαστικά ενός προδρόμου του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ), δεν το κατατάσσουν όμως απλά ως πρόδρομο, όπως συνήθως χαρακτηρίζονται τέτοια εγχειρήματα, αλλά ως βαθμίδα οργάνωσης, προς έναν τελικό στόχο.
Στόχος του Κινήματος ήταν εξ αρχής η προετοιμασία του εδάφους για το επόμενο βήμα. Ουσιαστικά ήταν ένας μεταβατικός μηχανισμός που διερεύνησε και κατεύθυνε τις υπάρχουσες δυνατότητες για ένωση, μεταξύ των προτεσταντικών εκκλησιών, ενώ συντόνισε δράσεις και πρωτοβουλίες, έχοντας συγκεντρώσει σε έναν ενιαίο φορέα, τους προθύμους από τις επί μέρους εκκλησίες, δηλαδή όσους εμφορούνταν από το Οικουμενιστικό πνεύμα και τη τόσο χρήσιμη, για τον Ροκφέλερ και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, νέα διδασκαλία του Οικουμενισμού και του “Κοινωνικού Ευαγγελίου”.
Αναφορικά δε με τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά χαρακτηριστικά του Κινήματος, ο ίδιος ο Ροκφέλερ, εξηγούσε τον ρόλο του, ως εξής:
“Το Κίνημα δεν στοχεύει στην ίδρυση μιας υπερ–εκκλησίας, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά οι ίδιες οι εκκλησίες που συνεργάζονται μέσω αυτού του απλού μηχανισμού, τον οποίο οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει και ελέγχουν.”
Ο χαρακτηρισμός του Κινήματος ως “μηχανισμού”, είναι αποκαλυπτικός. Παραδόξως, ο ορισμός που δίνεται είναι ακριβώς ο ίδιος με αυτόν που επίσημα εξακολουθεί να προβάλλεται έως και σήμερα από το ΠΣΕ και τους θιασώτες του, ότι το ΠΣΕ δεν είναι υπερ-εκκλησία…
Η υπερ–ομολογιακότητα των οργανισμών που χρηματοδοτούσε ο Ροκφέλερ, δεν ήταν απλά μία επιλογή, ήταν η βαθειά του πεποίθηση της ανάγκης να αλλάξει ο Χριστιανισμός και να υπερβεί τις ομολογιακές, δογματικές διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, σε ομιλία που έδωσε στους φοιτητές μέλη του YMCA, του πανεπιστημίου Brown, ήδη το 1894, ξεκαθάριζε ότι:
«Ένας Χριστιανός είναι Χριστιανός ανεξάρτητα από την εκκλησία στην οποία ανήκει».
Το Κίνημα, λοιπόν, στελεχωνόταν από ανθρώπους με το νέο ιεραποστολικό όραμα που έφερνε ο Οικουμενισμός μαζί με το Κοινωνικό Ευαγγέλιο, είχε στην ηγεσία του τον Mott, και το κυριότερο, είχε τεράστια άμεση χρηματοδότηση από τους Rockefeller. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι -όσον αφορά τις ΗΠΑ- που στελέχωσαν και το IMC, το οποίο είχε ιδρύσει ο Mott το 1921, υλοποιώντας τις αποφάσεις του Εδιμβούργου το 1910, σε έναν οργανισμό που διεθνοποιούσε το νέο ιεραποστολικό πνεύμα του φιλελεύθερου Προτεσταντισμού και μετέφερε το νέο Αμερικανικό πνεύμα, εκτός των ΗΠΑ. Άλλωστε οι χρηματοδότες του νέου εγχειρήματος ήταν και πάλι οι ίδιοι…
Ιδού λοιπόν γιατί ο Οικουμενισμός θριαμβεύει: διότι πανίσχυροι οικονομικοί παράγοντες, με τεράστια επιρροή και στη πολιτική, προσφέρουν αμέριστη υποστήριξη και πλούσια χρηματοδότηση στους οργανισμούς που τον προβάλλουν και στους ανθρώπους που τον προπαγανδίζουν.
Ίδρυση του ΠΣΕ
Ήδη κατά τα προπολεμικά χρόνια, οι ΗΠΑ είχαν καθοριστική παρουσία εντός των τριών κύριων οικουμενικών οργανισμών: του Διεθνούς Ιεραποστολικού Συμβουλίου (IMC), του κινήματος “Πίστις και Τάξις” (Faith and Order) και του κινήματος “Ζωή και Έργο” (Life and Work), έχοντας πρώτιστα ξεκαθαρίσει το “εσωτερικό μέτωπο”: την φιλελεύθερη μορφή του Προτεσταντισμού στις ίδιες τις ΗΠΑ. Από το 1937, προετοιμάζονταν πια για τις επερχόμενες εξελίξεις: το γραφείο του ΠΣΕ στη Νέα Υόρκη είχε ήδη αναλάβει το κύριο οικονομικό βάρος του υπό διαμόρφωση οργανισμού. Ο Ροκφέλερ παρείχε ξανά άμεση και γενναία οικονομική στήριξη.
Κάνοντας -αναγκαστικά λόγω έλλειψης χρόνου- ένα άλμα στην μετά τον Β΄ΠΠ κατάσταση, θα συναντήσουμε -αναμενόμενα- τους ίδιους παράγοντες να εργάζονται για την ίδρυση του ΠΣΕ, που τελικά επετεύχθη το 1948, με πρώτο Γενικό Γραμματέα του τον Dr. Visser t’Hooft, ο οποίος ήταν παράλληλα γραμματέας της Παγκόσμιας Επιτροπής του YMCA (με τον Mott πρόεδρο) καθώς και γενικός γραμματέας του WSCF (πάλι με τον Mott πρόεδρο)… Ο δε Mott, έπαιξε και πάλι καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του ΠΣΕ, το οποίο για τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του προς το Οικουμενικό Κίνημα και το ίδιο το ΠΣΕ, τον τίμησε με τον τίτλο του ισόβιου προέδρου.
Οι ΗΠΑ ήσαν αναντίρρητα πλέον η ηγέτιδα δύναμη της Δύσης, σε πορεία μάλιστα σύγκρουσης με την έως τότε σύμμαχο Σοβιετική Ένωση. Το δόγμα που καθόρισε το πλαίσιο της σύγκρουσης ήταν το πολύ γνωστό “Δόγμα Τρούμαν” (Μάρτιος 1947, από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Χάρυ Τρούμαν), και μοχλός πίεσης προς εμπέδωσή του (Reinforcement) στις Ευρωπαϊκές χώρες ήταν το “Σχέδιο Μάρσαλ”, δηλαδή η οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ λειτούργησαν συμπληρωματικά· το πρώτο αποτέλεσε το γεωπολιτικό πλαίσιο λειτουργίας του δευτέρου. Ανοικτά, κεκηρυγμένος (proclaimed) στόχος του Σχεδίου Μάρσαλ (έναρξη το 1948) ήταν η μείωση των διακρατικών φραγμών και η οικονομική ενοποίηση της Δυτικής Ευρώπης, διαμορφώνοντας τις συνθήκες για την μετέπειτα ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση.
Παράλληλα, στο ΠΣΕ, μέσω της ισχυρής εκπροσώπησης και της τεράστιας χρηματοδότησης, οι φιλελεύθερες Αμερικανικές Προτεσταντικές εκκλησίες, αποτελούσαν πια την κυρίαρχη δύναμη. Έτσι, μετά το 1948, η Οικουμενική Κίνηση έχοντας πια ένα κεντρικό θεσμικό όργανο, το οποίο είχε απορροφήσει τις επιτροπές “Πίστις και Τάξις” και την “Ζωή και Έργο” (το IMC “όλως τυχαίως” θα απορροφηθεί το 1961, αμέσως μετά την είσοδο των Ανατολικοευρωπαϊκών Ορθοδόξων Εκκλησιών· ο νοών νοείτω), γρήγορα θα εργαλειοποιηθεί στους μακρόπνοους σχεδιασμούς των ΗΠΑ για το μέλλον της (Δυτικής) Ευρώπης. Μιας Ευρώπης που όφειλε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και να επανεκπαιδευτεί στις φιλελεύθερες αξίες της -αμερικανικής- εκδοχής της δημοκρατίας.
Όντως, η προώθηση της “αξίας” της Δυτικής Δημοκρατίας, αποτέλεσε έναν από τους κύριους σκοπούς του νεοπαγούς ΠΣΕ, και έφθασε να την ταυτίσει, όπως και το οικονομικό της σύστημα, με την ανθρώπινη ελευθερία, την αξιοπρέπεια και τον Χριστιανισμό! Πράγματι, ο John Dulles (Τζον Ντάλες, μετέπειτα Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ το 1953, επί Κυβερνήσεως Αϊζενχάουερ), ήταν ο συγγραφέας ενός από τα κείμενα (το οποίο προετοιμαζόταν από τις αρχές του 1946), της Επιτροπής Μελέτης του ΠΣΕ (Study Department Commission), και παρουσιάστηκε στο ιδρυτικό συνέδριο του ΠΣΕ στο Άμστερνταμ, υπό τον τίτλο: “Η Εκκλησία και η Διεθνής Αναταραχή” (The Church and the International Disorder).
Το κείμενο ήταν ένα πολιτικό μανιφέστο, πιστό στο Δόγμα Τρούμαν, του οποίου αναπαρήγαγε τα βασικά σημεία, και δεν δίστασε να αποδώσει την απόρριψη του Οικουμενισμού από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες (στο Συνέδριο της Μόσχας) στα “Κομμουνιστικά κόμματα”, που όπως τόνισε ο ίδιος, “κυβερνούσαν επτά χώρες που αντιπροσώπευαν περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτά τα κόμματα μόνα καθιστούσαν αδύνατη την άμεση δημιουργία μιας παγκόσμιας οργάνωσης για την ειρήνη.” Επίσης, τόνιζε την ανάγκη καλύτερης οργάνωσης των εκκλησιών κατά του Κομμουνισμού, υποστηρίζοντας ουσιαστικά το “χριστιανικό” αντι-κομμουνιστικό μέτωπο που πρότεινε ο Τρούμαν.
Το κείμενο στεκόταν σε δύο γεγονότα, ένα εκκλησιαστικό και ένα πολιτικό. Το πολιτικό ήταν η έναρξη της ψυχροπολεμικής ρητορικής από πλευράς των ΗΠΑ και η “σταυροφορία” που ζητούσε ο Πρόεδρος Τρούμαν από τους δυτικοευρωπαίους κατά της Σοβιετικής Ενώσεως.
Το εκκλησιαστικό γεγονός ήταν το Συνέδριο της Μόσχας του Ιουλίου του 1948, ένα μόλις μήνα πριν το ιδρυτικό Συνέδριο του ΠΣΕ στο Άμστερνταμ! Το Συνέδριο της Μόσχας έγινε στο περιθώριο των εορτασμών των 500 ετών αυτοκεφαλίας.
Ουσιαστικά, ήταν μία πανορθόδοξη Σύνοδος στην οποία συμμετείχαν με αντιπροσώπους ή επικεφαλής ιεράρχες, όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες πλην των τριών που ήταν σε άμεση εξάρτηση από τον Δυτικό παράγοντα: του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καθοδηγούμενου υπό του ακραίου Οικουμενιστή Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανού, με τον Πατριάρχη Μάξιμο τον Ε΄ σε ουσιαστική ομηρία (οδηγήθηκε σε παραίτηση τον Οκτώβριο του 1948, υπό το πρόσχημα της… ψυχοπάθειας!), έως ότου αντικατασταθεί από τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Αθηναγόρα (ο οποίος κατέφθασε στην Τουρκία με το προσωπικό αεροπλάνο του Προέδρου Τρούμαν, τον Ιανουάριο του 1949), την Εκκλησία της Ελλάδος (με την Ελλάδα να ζει τις τελευταίες ημέρες του Εμφυλίου Πολέμου, και ουσιαστικά να βρίσκεται υπό Αμερικανική στρατιωτική κατοχή), και την Εκκλησία της Κύπρου (με την Κύπρο ακόμη υπό Βρετανική κατοχή).
Οι αποφάσεις της Μόσχας αποτέλεσαν καίριο πλήγμα στο επερχόμενο αμερικανοκίνητο (U.S.-led) ιδρυτικό συνέδριο του ΠΣΕ, καθώς τορπίλισαν θεολογικά την σημασία συμμετοχής των τριών Ορθοδόξων Εκκλησιών σε αυτό. Οι αποφάσεις συμπεριλάμβαναν μία άνευ προηγουμένου καταδίκη του Οικουμενισμού ως ξένου προς την Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία ότι αποτελεί την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, που σε συνδυασμό με την καταδίκη του Παπισμού και την άρνηση αναγνώρισης του κύρους των Αγγλικανικών χειροτονιών (που είχαν αναγνωρίσει Κωνσταντινούπολη, Ρουμανία, Αλεξάνδρεια) -ουσιαστικά στηριζόμενη στην θεολογία της εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου, σχετικά με την ιερωσύνη των αιρετικών- αποτέλεσαν την οριστική θεολογική ταφόπλακα της συνδυασμένης επίθεσης προς την Ορθοδοξία και τους Ορθόδοξους λαούς!
Το ΠΣΕ απογυμνωμένο από ουσιαστική θεολογική αναγνώριση από τον Ορθόδοξο Κόσμο, έμελλε να πέσει ακόμη πιο χαμηλά: στην δεύτερη Γενική Συνέλευσή του στο Έβανστον των ΗΠΑ το 1954, όπου στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, τις εργασίες της συνέλευσης δεν τις άνοιξε κανείς άλλος, παρά ο ίδιος ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ (D. Eisenhower). Στην καθοδηγητική μελέτη (Ἵνα ὦμεν ὁμοῦ μάρτυρές Του καί κήρυκες), συνεχίστηκε η γραμμή που είχε ήδη χαραχθεί υπό του Dulles το 1948: στις βασικές ανθρώπινες ανάγκες “ἐλευθερία, ἰσότητα, σταθερότητα καί παραγωγικότητα” αντιπαραβάλλει την “πολιτικήν τῆς ὁλοκληρωτικῆς κυβερνήσεως” των κομμουνιστικών χωρών, ενώ διακρίνει μεταξύ του “Σοβιετικοῦ καί μή Σοβιετικοῦ κόσμου”, διαμορφώνοντας το υποσυνείδητο ψυχροπολεμικό σύνθημα περί αυταρχικού και ελεύθερου κόσμου… Η πολιτικοποίηση του ΠΣΕ είχε φτάσει πια στο αποκορύφωμά της…
Παράλληλα, το ΠΣΕ συγκρότησε την Οικουμενική Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία (Ecumenical Commission on European Cooperation) το 1950 για να επεξεργαστεί τον τρόπο που οι Ευρωπαϊκές εκκλησίες οφείλουν να συνεργαστούν στον σκοπό της Ευρωπαϊκής ενοποίησης όπως την οραματίστηκαν ο επονομαζόμενος “Πατέρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης” Ζαν Μονέ (Jean Monnet) και ο Ρομπέρ Σουμάν (Robert Schuman, Υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας), και υλοποιήθηκε από την περίφημη Διακήρυξη Σουμάν του 1950, που οδήγησε στο πρώτο βήμα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (European Coal and Steel Community) το 1951 (γνωστή ως Συνθήκη του Παρισιού). Στόχος της επιτροπής ήταν η καλλιέργεια του κλίματος της “χριστιανικής υπευθυνότητας, που οφείλει να οδηγήσει στην επανασυμφιλίωση των ευρωπαϊκών λαών, που αποτελεί την μόνη ασφαλή οδό στην Ευρωπαϊκή Συνεργασία”. Ας μη ξεχνάμε ότι η Διακήρυξη Σουμάν ανέφερε: “Η σύγκλιση των εθνών της Ευρώπης απαιτεί την εξάλειψη της αιώνιας αντίθεσης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας.”
Η πρωταρχική σημασία αυτής της επιτροπής έγκειται όχι μόνο στον χρόνο συγκρότησής της, αλλά και στο κύρος των μελών της. Συνέδεσε πολιτικούς από δυτικοευρωπαϊκές χώρες που δεν θα εντάσσονταν στην νέα Ευρωπαϊκή Κοινότητα, παρά δεκαετίες αργότερα, όπως η Βρετανία, οι σκανδιναβικές χώρες, η Ελλάδα και η Αυστρία, ενώ ορισμένα μέλη της θα κατείχαν αργότερα τα ανώτατα πολιτικά αξιώματα στην μεταπολεμική Ευρώπη.
Επίλογος
Τα θέματα που αφήσαμε εκτός κειμένου είναι πολλά και σημαντικά. Επί παραδείγματι:
Ποια η δράση του YMCA στην προεπαναστατική Ρωσία και η επίδρασή του στην οικουμενιστική στάση του Πατριαρχείου Μόσχας;
Ποια η καίρια δράση του YMCA στην ίδρυση και χρηματοδότηση του Ορθόδοξου Θεολογικού Ινστιτούτου του Αγίου Σεργίου, κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου, που αποδείχθηκε καταλυτική στην κυριαρχία της οικουμενικής θεολογίας στον Ορθόδοξο Κόσμο, μέσω του Ινστιτούτου, καθώς και την σύμπλευση με τους Νέους φιλελεύθερους περσοναλιστές θεολόγους του Παπισμού;
Ποια είναι η σημασία της συντονισμένης δράσης του IMC και του YMCA στο ζήτημα της “διάσωσης” των Ρώσων Ορθοδόξων αντι-σοβιετικών “προσφύγων” (που είχαν ανοικτά συνεργαστεί με την Ναζιστική Γερμανία κατά την διάρκεια του Β΄ΠΠ), με τελικό προορισμό τις ΗΠΑ, και την ακόλουθη εργαλειοποίησή τους στο αντι-σοβιετικό μέτωπο που συγκρότησαν οι ΗΠΑ;
Ποιές ήταν οι συνεννοήσεις των ΗΠΑ με το Βατικανό πριν το 1948, καθώς και ο μετασχηματισμός του ίδιου του Βατικανού, σε πλήρη στοίχιση προς τις επιδιώξεις των ΗΠΑ προς φιλελευθεροποίησή του, με αποκορύφωμα την Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1963-1965); Και πολλά άλλα ακόμα.
Τα θέματα που δεν παρουσιάστηκαν, οπωσδήποτε θα ενίσχυαν την εικόνα που θελήσαμε εδώ αδρά να περιγράψουμε. Ότι ο Οικουμενισμός δηλαδή, είναι από την πρώτη στιγμή, ένα καθαρά Δυτικό εγχείρημα (project), που σκοπό έχει την διάχυση της Αμερικανικής κουλτούρας στον Χριστιανικό Κόσμο. Η ίδια η Δυτική Ευρώπη, υπέκυψε στην διαδικασία αμερικανοποίησης που την μετέτρεψε σε εξαρτημένο χώρο, άνευ οικείας βούλησης, και ο ρόλος της θρησκείας, ειδικά στην πρώτη εικοσαετία μετά το τέλος του Β΄ΠΠ, ήταν κρίσιμος σε αυτή.
Κλείνοντας, ας συμπληρώσουμε κάτι για το κρίσιμης σημασίας γεγονός που δυστυχώς εξακολουθεί έως και σήμερα να μην συζητείται: το Συνέδριο της Μόσχας και οι αποφάσεις του. Η θεολογική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε -ευτυχώς έχει καταγραφεί στα πρακτικά, για όποιον θέλει να την δει- οδηγεί στη διαπίστωση, ότι η αναίρεση του Οικουμενισμού και του Παπισμού που παρουσιάστηκε, θεμελιώνεται στη πάγια Ορθόδοξη αντιρρητική θεολογία, στην πρόταξη της Ορθόδοξης Πίστεως, και όχι σε πολιτικούς υπολογισμούς ή στοχεύσεις.
Απόδειξη, ότι πλην των τριών Ελληνικών Εκκλησιών, που είχαν ήδη προσχωρήσει στον Οικουμενισμό, λόγω των Αμερικανικών και Βρετανικών πιέσεων, όλοι οι υπόλοιποι υπέγραψαν συμφωνώντας, και βεβαίως ποιός μπορεί να ισχυρισθεί ότι τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας ήσαν… “κομμουνιστικά”;
Αυτό που πρέπει επίσης να προβληματίσει είναι το γεγονός της καταστροφικής εισόδου των Ανατολικοευρωπαϊκών Ορθοδόξων Εκκλησιών στο ΠΣΕ (το 1961), που έφερε την ανατροπή των όσων θεολογικά ορθά είχε διατυπώσει το Συνέδριο του 1948, προτάσσοντας -το τονίζουμε ξανά- την ομολογιακή Ορθοδοξία, έναντι μιας εκκοσμικευμένης φιλελεύθερης εκδοχής της. Τις συνέπειες τις ζούμε δυστυχώς σήμερα, εν όψει μάλιστα της αναγγελίας της συμφωνίας για κοινό εορτασμό του Πάσχα μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών, που ήταν εξ αρχής ένα πάγιο αίτημα της Οικουμενικής Κίνησης… Μιας συμφωνίας που θα αποτελέσει το πρώτο βήμα -όχι προς την ένωση- αλλά αυτής της ένωσης!
Αυτά ως τροφή για σκέψη!
Ευχαριστούμε θερμά!




