Ὁ Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης γιὰ τὸν σήμερα τιμηθέντα μὲ πατριαρχικὸ ὀφφίκιο Χρῆστο Γιανναρᾶ.

Share:

Μια επιστολή του Γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου που αφορά τον κ. Γιανναρά προσφάτως τιμηθέντα από το Φανάρι, η επιστολή είχε τίτλο “Περί του ηγέτου του νεονικολαϊτισμού”. 

Ἀδελφὲ π. Θεόκλητε,

χαῖρε ἐν Κυρίω πάντοτε.

Ἀνέγνωσα τὴν ἐπιστολήν σου καὶ φιλαδέλφως σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι σύμφωνα μὲ τὶς ἀπόψεις σου, ποὺ ἀποτελοῦν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας.

Δέχομαι, ὅτι ὑπάρχει πολὺς δαιμονισμὸς μέσα στὶς θεωρίες τῶν νεορθοδόξων καὶ διακρίνω σαφῆ δαιμονικὰ στοιχεῖα στὴ ζωὴ καὶ τὴν σκέψη τοῦ ἀναβιώσαντος τὴν αἵρεση τῶν νικολαϊτῶν ἀξιοθρηνήτου Χρήστου Γιανναρᾶ.

Ἐγνώρισα στὴν Ἀθήνα τοῦ ’60 καὶ στοὺς πανεπιστημιακοὺς κύκλους τὸν ἀξιοσυμπάθητον τότε θεολόγον καὶ ἀργότερα ἔμαθα ἀπὸ τὸ βιβλίον του «Καταφύγιο ἰδεῶν» τὴν πορεία τῆς σκέψεως καὶ τῶν συναισθημάτων του, ποὺ ἀπολήγουν στὶς ἄφρονες καὶ ἀντιπατερικὲς θεωρίες του καὶ στὴν αἵρεση τῶν νικολαϊτῶν, καθαρῶς πορνική.

Γιὰ νὰ κατανοήσει κανεὶς πλήρως τὸ κατάντημα τοῦ δυστυχοῦς Γιανναρᾶ, θὰ πρέπει νὰ παρακολουθήσει τὴν ἐξέλιξη τῶν ἰδεῶν του μέσα ἀπὸ τὸ αὐτοβιογραφικὸ καὶ αὐτοψυχογραφικὸν αὐτὸ βιβλίον του, ὅπως ὁ ἴδιος περιγράφει τὴν ἐσωτερικὴν ζωήν του.

Λοιπόν, ἐν συντομία μπορεῖ νὰ διαζωγραφηθεῖ τὸ πορτραῖτο του ὡς ἑξῆς: Ἕνας νεαρὸς ὀρθόδοξος, μὲ τὸ ἦθος καὶ τὴν πίστη, ποὺ ἀναλογοῦν στὴν μετεμφηβικὴν ἡλικίαν, μετὰ τὸ λύκειον, ἐγγράφεται στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν. Εὐρισκόμενος δὲ σὲ διαρκῆ ἐπαφὴ μὲ τοὺς κύκλους τῆς Ὀργανώσεως «Ζωὴ» καὶ δεχόμενος τὴν ἐπιρροή της, τελικῶς γίνεται μέλος τῆς ἀδελφότητος, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν σπουδῶν του.

Ἡ ἔνταξή του στὴν Ὀργάνωση εἶχε τὸν χαρακτήρα ἀφιερώσεως στὸν Θεόν, διὰ λόγους ἱεραποστολικούς, ἀφοῦ προηγουμένως ἀσκηθεῖ καταλλήλως ἀπὸ τοὺς κοσμοκαλογήρους, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν αὐτοψυχογραφίαν του. Ἦταν δὲ ἀρκετὰ εὐφυής, κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, πράγμα ποὺ τοῦ δημιούργησε πνεῦμα οἰήσεως καὶ ὑπεροχῆς ἔναντι ὅλων τῶν συναδέλφων του τόσον, ὥστε ὑπερφρονῶν, νὰ τοὺς βλέπει κατωτέρους του καὶ νὰ τοὺς κατακρίνει.

Στὴ σελίδα 128 τοῦ βιβλίου του διαβάζει κανεὶς τὰ ἀπίστευτα αὐτὰ γιὰ ἕνα δόκιμο μέσα στὴν χριστιανικὴν αὐτὴ ὀργάνωση: «…Μὲ ἔπνιγε τὸ παγερό, ὑπηρεσιακὸ ὕφος τῶν ἀνθρώπων ἐκεῖ μέσα, ἡ ἀφόρητη χωριατιὰ καὶ ἡ σκληράδα τους οἱ ἀδικαιολόγητες κατσάδες τους… Μὰ πνιγόμουν προπάντων ἀπὸ τὴν ἄγονη, μηχανικὴ καὶ ψυχοκτόνο δουλειὰ τοῦ γραφιά… Ἒνοιωθα μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων νὰ φτηναίνω σὰν ἄνθρωπος.. τὸ κλάμα μου μέσα στὶς τουαλέτες τῆς Γραμματείας εἶναι ἡ ἐναργέστερη καὶ πιὸ ὀδυνηρὴ ἀνάμνηση… Δὲν ξέρω ἂν ἄλλοι ἄνθρωποι ἔχουν ποτὲ προσευχηθεῖ μέσα σὲ τουαλέτα, μὰ ἐγὼ οὐρλίαζα ἄφωνα τὴν ἀπελπισία μου στὸν Θεό…».

Αὐτὰ καὶ ἄλλα σχετικὰ γράφει, ὁ ταλαίπωρος καὶ διερωτᾶται κανείς, δὲν εἶχε Πνευματικὸ ὁδηγό, γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐγεννῶντο στὴν ψυχή του ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν οἴηση, συνεργούντων καὶ τῶν ἀναλόγων δαιμονίων, πού εἶχαν ἐπισημάνει τὸ ἀσθενὲς μέρος τῆς ψυχῆς του;

Πάντως, σύμφωνα μὲ τὴν πλουσιωτάτην ἐμπειρίαν τῶν Ἁγίων, γιὰ τὶς μεθοδεῖες τῶν δαιμόνων, ὁ φοιτητὴς τῆς θεολογίας, φαίνεται, ὅτι εἶχε παραδώσει τὴν βούλησή του στὰ πονηρὰ πνεύματα τῆς οἰήσεως καὶ ὑπερηφανείας, ἀφοῦ σταδιακὰ τὸν εἶχαν ὑποσκελίσει μὲ τὴν ἰδέα τῆς ὑπεροχῆς του ἔναντι ὄχι μόνον τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν του, ἀλλὰ καὶ ἔναντι ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅπως θὰ τὸ δηλώσει ἀργότερα μὲ τὸ βιβλίον του «Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους».

Στὴν ἡλικία τῶν 21 ἐτῶν, δηλαδὴ μετὰ διετίαν, ὅταν ἀκόμα ἦταν τριτοετὴς φοιτητής, χρειάσθηκε νὰ εἰσαχθεῖ στὸ Θεραπευτήριον «Εὐαγγελισμὸς» γιὰ μία ἀσήμαντη ἐγχείριση κόκκυγος. Τὸ ἀσήμαντον, ὅμως, αὐτὸ γεγονὸς ἀπετέλεσε μοιραῖον σταθμὸν τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ οἱ δαίμονες, μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ λογισμικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς του, διὰ τῆς ὑπεροψίας, εἰσῆλθαν, κατόπιν σχετικοῦ πνευματικοῦ πολέμου, στὸν χῶρο τοῦ ἐπιθυμητικοῦ τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποίαν ἐτραυμάτισαν μὲ τὰ κλασικὰ βέλη τοῦ πανδήμου ἐτεροφύλλου ἔρωτος. Στοιχεῖα τῆς αὐτοψυχογραφίας του, ποὺ μπορεῖ ἕκαστος νὰ διαβάσει ἀπὸ τὴν σελίδα 174 καὶ ἑξῆς, ἀποτελοῦντα ἀπόδειξη, γιὰ τὴν κυριαρχία τῶν πονηρῶν πνευμάτων τῆς ἀκολασίας ἐπὶ τῆς ψυχῆς τοῦ Γιανναρᾶ.

Ὅπως κι’ ἐσὺ γράφεις π. Θεόκλητε,

«Διαβάζοντας κανεὶς τὸ κείμενον αὐτό, ἔχει τὴν ἐντύπωση ὅτι διαβάζει ἕναν ἀπὸ τοὺς ρομαντικούς τοῦ 19ου αἰῶνος, ξένους ἢ δικούς μας, ποὺ περιγράφουν ἐρωτικὰ συναισθήματα, γιὰ τὰ μάτια τὰ φωτεινά, τὶς κυματιστὲς βλεφαρίδες, γιὰ διάφανη ἐπιδερμίδα, γιὰ γυναικεία χάρη καὶ θηλυκότητα, γιὰ ἁβρὰ χέρια κρινοδάχτυλα…».

Καὶ ὁ γράφων αὐτά, ἦταν ἀφιερωμένος ὡς παρθενεύων! Ἦταν τόσον ἔντονη ἡ ἐρωτικὴ ἐμπειρία του, ὥστε νὰ διαμορφώνει ἀνάλογες θεωρίες περὶ πνευματικῆς ζωῆς, σαφῶς ἀντίθετης μὲ τὴν παραδοσιακὴν ἐν Χριστῷ ζωήν.

Καὶ ἐνῶ ὁ κ. Γιανναρᾶς περιγράφει τὶς σεισμικὲς δονήσεις τῆς ψυχῆς του καὶ τὶς «θεοφάνειες» τοῦ 1956 ἀπὸ τὶς σχέσεις του τὶς ρομαντικὲς μὲ τὶς νοσοκόμες, ὅμως, ἀποσιωπᾶται ὁ τρόπος ζωῆς του καὶ ἡ ἐρωτικὴ δραστηριότης του μέχρι τὸ 1960, ποὺ ἄρχισε νὰ ἀρθρογραφεῖ στὴν «Ἀνάπλαση» ὑπὸ ψευδώνυμον Κεδρηνός, ἐμφανιζόμενος ὡς αἱρετικός.

Ὁ δαίμων τῆς λαγνείας, μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του τῆς οἰήσεως καὶ ὑπερηφανείας, εἶχαν τόσον σκοτίσει τὸ λογικόν του, ὥστε ἔφθασε στὸ σημεῖον νὰ κατηγορεῖ τὴν Ἐκκλησίαν ὡς αἱρετικὴν – μανιχαΐζουσαν, νὰ προκαλεῖ τὸν ἐνθουσιασμὸν τῶν βενεδικτίνων μοναχῶν τοῦ Βελγίου καὶ αὐτὸς νὰ μὴ ἀντιλαμβάνεται τὸ ὄνειδος, ἀλλ’ ἀντιθέτως νὰ ἐπιχαίρει, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος.

Σὲ μία σειρὰ ἄρθρων του ἀποτυπώνεται ἡ ἐρωτοκεντρικὴ θεωρία του, κατὰ τὴν ὁποίαν, «ὅταν πραγματωθεῖ ἡ ἀμοιβαία γνωριμία καὶ συμφωνία, μεταξὺ τῶν ἑτεροφύλων ἐραστῶν, ποὺ ἔχουν φθάσει στὴν ‘κοινωνία προσώπων’, τότε ἡ ἐπακόλουθος σαρκικὴ μίξη εἶναι ἀνένοχη, δὲν ἀποτελεῖ ἁμαρτίαν, ἀλλὰ ἀνοίγεται ὁ δρόμος τοῦ θείου ἔρωτος!».

Δηλαδή, καθαρὸς νικολαϊτισμός.

Αὐτὴ ἡ θεωρία κηρύσσεται μέχρι σήμερα καὶ κάνει θραύση μεταξὺ τῶν νέων ἡμιχριστιανῶν ἢ χριστιανοποιουμένων. Καὶ ἔφτασε νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ὡς ἐθνικὴ διδασκαλία, ἀφοῦ εἰσῆλθε στὶς αἴθουσες τῆς Γ΄ Λυκείου, διὰ τοῦ γνωστοῦ βιβλίου τῶν θρησκευτικῶν, ποὺ ἀποτελεῖ πιστὴ μεταγραφὴ τῶν Γιανναρικῶν παραληρημάτων καὶ ποὺ τόσον ἐπιτυχῶς περιγράφεις στὰ δύο ἄρθρα σου.

Ἑπομένως, ἀγαπητὲ π. Θεόκλητε, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τοὺς δημοσίους ἐλέγχους τῆς αἱρέσεως αὐτῆς, ποὺ ὁδηγεῖ κατ’ εὐθείαν στὴν θεόργιστη πορνεία τῶν νέων καὶ φρονῶ ὅτι, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ κυκλοφορία ἑνὸς βιβλίου, ποὺ νὰ ἐκθέτει τὴν διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὀρθόδοξη ἠθικοπνευματικὴν διδασκαλίαν, διὰ τῶν μεγάλων Ἁγίων Πατέρων.

Καὶ ταῦτα, ὡς ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματά σου, δηλώνοντας ὅτι, ἄριστα θὰ μποροῦσε νὰ ἐφαρμοσθεῖ στὸν κ. Γιανναρά, ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, περὶ τοῦ αἱρετικοῦ Βαρλαάμ: «Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ ἀρχέκακος ὄφις δὲν θὰ εὕρισκε, διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς τόσον τρομεροῦ σάλου ἐν τῇ Ἐκκλησία, ἄλλου ‘ἐπιτηδείου τε καὶ σοφοῦ πρὸς κακίαν ὀργάνου’ ἀπὸ τὸν Βαρλαάμ…».

Διατελῶ ὑπὸ τὶς εὐχές σου, Μ.

Ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τοῦ φίλου ἠσυχαστοῦ θὰ ἤθελα νὰ κάμω ὠρισμένες παρατηρήσεις, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ τέλος.

1. Πράγματι ὁ ἑωσφόρος, γιὰ νὰ περάσει τὶς νεκροποιὲς ἐνέργειές του, μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, θὰ ἔπρεπε κάποιο «ἐπιτήδειον καὶ σοφὸν πρὸς κακίαν ὄργανον», ὥστε νὰ πείθει ὅτι, ἡ μεγάλη ἁμαρτία τῆς πορνείας, ποὺ χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεόν, νεκρώνει τὴν ψυχὴ καὶ διαστρέφει τὴν κρίση, δὲν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλὰ ἀνένοχος ἔρωτας, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν θεῖον ἔρωτα! Εἶναι μία «θεοφάνεια». Καὶ ὁ νεαρὸς τότε Γιανναρᾶς ἀσφαλῶς, ὡς ἀρκετὰ εὐφυής, ἐκάλυπτε τὶς δαιμονικὲς προδιαγραφές. Καὶ ὄχι μόνον τὶς ἐκάλυπτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνεται πειστικός, ὁ ἀρχέκακος ὄφις, τὸν ἐπέλεξε, ὄχι ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν ἀδιαφθόρων θρησκευτικῶς, ἀλλὰ τῶν ἀδιαφθόρων ἠθικῶς, ἀπὸ τὴν τάξη τῶν παρθενευόντων καί, τὸ σπουδαιότερον, μέσα ἀπὸ τὸν χῶρον ὅπου σπουδάζεται ἡ θεολογία καὶ τὸ μυστήριον τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, ὥστε νὰ δύναται νὰ στηρίζει εὐαγγελικῶς τὴν νεονικολαϊτικὴν αἵρεση!

Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον σκέλος τῆς Παλαμικῆς ἀποφάνσεως, δηλαδὴ «τὴν δημιουργίαν ἑνὸς τόσον τρομεροῦ σάλου ἐν τῇ Ἐκκλησία», αὐτὸ κατὰ γράμμα δὲν ἀληθεύει, ὅπως ὅλοι διαπιστώνουμε. Δηλαδή, «σάλος καὶ τρομερὸς» μάλιστα δὲν ὑπάρχει. Ὅλοι ζοῦμε μίαν κατάσταση νηνεμίας ἐπιφανειακῆς. Ἡ σατανικὴ ἁμαρτία συντελεῖται ἱεροκρυφίως, ἀφανῶς. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ «μετασχηματιζομένου εἰς ἄγγελον φωτός». Ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλάδος ἔχει ἐξαπλωθεῖ ἀθορύβως ἡ ἠδίστη αἵρεση, μηδένα ἐνοχλοῦσα.

Καὶ ἂς μὴ θεωρηθεῖ ὡς ὑπερβολή. Ἐγράφη δημοσίως, ὅτι τὸ βιβλίον τοῦ κ. Γιανναρὰ «Ἀλφαβητάρι τῆς πίστης», ἔκανε θραύση στὶς παιδαγωγικὲς Ἀκαδημίες. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Θρίαμβος ἐκδοτικός. Πέντε ἐκδόσεις σὲ τρία χρόνια! Τιρὰζ πολλῶν χιλιάδων ἀντιτύπων, ἀριθμὸς ἀπίστευτος γιὰ τὰ ἑλληνικὰ δεδομένα. Καὶ τώρα σὲ ἄλλες ἑκατοντάδες χιλιάδες, ἡ δαιμονικὴ θεολογία τοῦ Γιανναρᾶ, μὲ τὸ βιβλίο θρησκευτικῶν τῆς Γ΄ Λυκείου! Αὐτός, λοιπόν, δὲν εἶναι θρίαμβος τοῦ ἑωσφόρου καὶ μάλιστα ἐν σιγῇ, ἀφοῦ ἐνεργεῖται μυστικά, κατὰ τὸν λόγον τοῦ θείου Παύλου: «Τὰ γὰρ κρυφὴ γινόμενα ὑπ’ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν»; (Ἐφ. ε΄ 12).

2. Εὐγνωμονῶ τὸν φίλον μου ἡσυχαστή, ποὺ ἀναζητώντας τὶς αἰτίες τῶν δρωμένων, μᾶς θύμισε τὴν λησμονηθεῖσαν, λόγω πτώσεως τῶν κριτηρίων μας, πνευματικὴν ἀλήθειαν, καθ’ ἢν πίσω ἀπὸ τοὺς λογισμούς μας, δροῦν οἱ δαίμονες ὅλων τῶν «εἰδικοτήτων» καὶ φυσικὰ καὶ τῶν αἱρέσεων.

Ὡς πρὸς τὴν σιωπὴν τῆς ποιμαινούσης Ἐκκλησίας, ἐπὶ τῆς ἐνεργουμένης ἀκολασίας, θὰ πῶ: «Θοῦ Κύριε φυλακὴν τῷ στόματί μου…».

Θεόκλητος Μοναχὸς Διονυσιάτης

Ἅγιον Ὅρος

Ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», 21 Σεπτεμβρίου 2001

Previous Article

Ξεκινά τις εργασίες της η Δ.Ι.Σ. για το μήνα Σεπτέμβριο

Next Article

Ανάδειξη τοῦ κ. Χρ. Γιανναρᾶ σέ “Ἄρχοντα Μέγαν Ρήτορα”

Διαβάστε ακόμα